Καλά περάσαμε στην Κύπρο κι όντως χαρήκαμε την εκεί δεκαπενθήμερη παραμονή μας, κάνοντας παρέα με τους συγγενείς μας, αλλά και με τους καλοπροαίρετους κατά τα άλλα κατοίκους της Λευκωσίας, αφού εκεί μέναμε όλες εκείνες τις ημέρες κι αυτούς μόνον γνωρίσαμε.
Επιστρέψαμε όμως στην έδρα μας κι όπως ήταν επόμενο πια κι αυτό, μετά από κείνες τις μικρές διακοπές, εκτός από το να τρέχω πίσω από την εξέλιξη της υγείας του πατέρα μου, έτρεχα ξανά πίσω από τα προβλήματα της δουλειάς μου .
Εκείνος ο πελάτης μου όμως, ο οποίος είχε μέσα στο πλάνο των δικών του επαγγελματικών δραστηριοτήτων, την διάθεση ηλεκτρικών συσκευών προς τους δικούς του πελάτες, για τον οποίον βέβαια σας ανάφερα σχετικά στα προηγούμενα, είχε υποχρεωθεί προ αρκετού καιρού να επισκεφτεί ένα εργοστάσιο στο Ζάγκρεμπ της Σερβίας, προκειμένου να δει εκεί μια συσκευή που του πρότειναν οι Σέρβοι να εισάγει στην χώρα μας κι εφόσον το ραντεβού του το είχε ήδη προσδιορισμένο χρονικά, δεν μπορούσε να τους το ακυρώσει.
Κι αφού αυτό υποχρεωνόταν να κάνει μετά από λίγες μέρες, έλεγε και σ’ εμένα ένα πρωινό, όταν του έκανα μια από τις επανειλημμένες άλλωστε επαγγελματικές μου επισκέψεις στο κατάστημά του.
– Έρχεσαι να πάμε παρέα μέχρι το Ζάγκρεμπ; Θα δούμε την παραγωγή μιας ηλεκτρικής συσκευής εκεί, για την οποία πολλά μου υπόσχονται οι Σέρβοι, τα οποία βέβαια, από κοντά θέλω να δω. Μαζί με αυτά, θέλω να δω τον τρόπο της κατασκευής της, όπως και να εξετάσουμε μαζί το κόστος που θα μου την διαθέσουν αυτοί μέχρι το λιμάνι μας και μετά από αυτά θα επιστρέψουμε. Ένα βράδυ μόνον θα μείνουμε εκεί. Τι λες; Έρχεσαι μαζί μου;
Δεν είχα πάει ποτέ μου τόσο ψηλά στην τότε Σερβία κι αφού ζήτησα την άδεια του διευθυντού μας γι’ αυτήν την επίσκεψη, του υποσχέθηκα ότι βεβαίως και θα τον ακολουθούσα αφού με ήθελε μαζί του. Ήταν πρωί όταν τελικά ξεκινήσαμε, με το μεγάλο προσωπικό του αυτοκίνητο και δεν κάναμε παραπάνω από μια ώρα, μέχρι να φτάσουμε στα γνωστά Σκόπια.
Εκεί μας περίμεναν δύο Έλληνες. Ο ένας ήταν Σκοπιανός με Ελληνική καταγωγή κι ο άλλος ήταν κάτοικος της Θεσσαλονίκης, ο οποίος έκανε χρέη διερμηνέα εκεί αν χρειαζόταν, αλλά για λογαριασμό των Σέρβων.
Μαζί με αυτούς τους δυό λοιπόν θα πηγαίναμε στο Ζάγκρεμπ, αλλά αεροπορικός και όχι οδικώς με το δικό μας αυτοκίνητο, δεδομένου ότι ήταν πάρα πολλά τα χιλιόμετρα που έπρεπε να διανύσουμε. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που τους συναντήσαμε αυτούς στο αεροδρόμιο των Σκοπίων.
Μετά από τις γνωστές κατά τα άλλα μεταξύ μας συστάσεις, μας έλεγε μέσω του διερμηνέα τους ο Σκοπιανός.
– Η πτήση μας θα διαρκέσει δύο ώρες περίπου μέχρι το Ζάγκρεμπ και σύμφωνα με το ραντεβού μας, θα μας περιμένουν στο εργοστάσιό μας οι διευθυντές μας κι αυτό θα γίνει κατά τις δύο το μεσημέρι όπως το υπολογίζω.
Αυτά μας πληροφόρησε ο Σκοπιανός για την πτήση μας κι όταν πια ήρθε η ώρα να επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο, αυτό αναχώρησε κανονικά και σύμφωνα με το πρόγραμμά του. Αφού φτάσαμε όμως αρκετά ψηλά και ισορρόπησε αυτό πετώντας στην ευθεία πλέον, ακούσαμε τον πιλότο να μας λέει όπως συνηθίζεται, τα σχετικά με την αερομεταφορά μας.
– Ταξιδεύουμε προς το Ζάγκρεμπ με τόσα χιλιόμετρα την ώρα. Ο καιρός είναι καλός και η ορατότητα αυτήν την στιγμή είναι επίσης καλή. Η εξωτερική θερμοκρασία βρίσκεται στους τόσους βαθμούς και πετούμε στα δέκα χιλιάδες πόδια. Αριστερά και κάτω από εμάς, μπορείτε να δείτε και την πόλη του Ντουμπρόβνικ, στην οποία βέβαια πρέπει να κατέβουμε, προκειμένου να πάρουμε βενζίνη από το αεροδρόμιό της, αφού αυτή που έχουμε δεν θα μας φτάσει να πάμε μέχρι το Ζάγκρεμπ.
Αυτά μας είπε κι έκλεισε ο πιλότος το μικρόφωνό του. Στο επόμενο δευτερόλεπτο σηκώθηκαν όρθιοι όλοι οι επιβάτες και πανικόβλητοι μερικοί από αυτούς, έτρεχαν προς την πόρτα του πιλοτηρίου. Κι εμείς ανησυχήσαμε βέβαια για όσα ακούσαμε, αλλά αυτοί είχαν γίνει έξω φρενών. Έτρεχαν με κακές διαθέσεις προς στο πιλοτήριο κι ευτυχώς για όλους μας, πρόλαβαν οι πιλότοι και οι αεροσυνοδοί να μπουν στο εσωτερικό του, αλλά και να κλειδώσουν την πόρτα πίσω τους.
Γλιτώσαμε προς στιγμήν από τα χειρότερα όπως είδαμε, αλλά και δεν σταμάτησε το πράγμα εκεί. Οι εξαγριωμένοι επιβάτες, χτυπούσαν εκείνη την πόρτα και την χτυπούσαν με πολύ θυμό, εκτοξεύοντας προς τους πιλότους ένα σωρό βρισιές όπως μας έλεγε μετά από λίγο ο Σκοπιανός συνοδός μας.
Εμείς βέβαια δεν ξέραμε τι ακριβώς τους έλεγαν στην γλώσσα τους, αλλά βλέποντάς τους να χτυπούν θυμωμένοι με χέρια και με πόδια την πόρτα του πιλοτήριου, ανησυχήσαμε περισσότερο από την συμπεριφορά τους, παρά από την έλλειψη βενζίνης στο αεροσκάφος.
Ούτε κι αυτό βέβαια μπορούσαμε να το δικαιολογήσουμε εκείνη την στιγμή, αλλά και τι καλό θα μπορούσαμε να κάνουμε στον εαυτό μας ως επιβάτες, αν λιντσάραμε τους πιλότους, ως μόνους υπεύθυνους για όσα ζούσαμε ανήσυχοι, πετώντας στα δέκα χιλιάδες πόδια; Μήπως αυτοί ζήτησαν να τους βάλουν λίγα καύσιμα στο αεροσκάφος τους; Ή μήπως ήταν δικό τους το αεροπλάνο που έπρεπε να το ετοιμάσουν κατάλληλα;
Μάλλον θα έπρεπε να τους συμπαρασταθούμε από το να τους βρίζουμε, αλλά ποιός από εμάς κι από εκείνους τους πανικόβλητους επιβάτες μπορούσε να το καταλάβει τότε που όλοι μας νομίζαμε ότι κινδυνεύαμε;
Κοιτούσαμε και τον Σκοπιανό προκειμένου να μας πει κάτι περισσότερο από αυτά που εμείς καταλαβαίναμε να γίνονται εκείνη την στιγμή κι αφού ανταποκρίθηκε αυτός, μας έλεγε θυμωμένος κι αυτός με τους πιλότους.
– Τους βρίζουν και καλά κάνουν και τους βρίζουν, αφού δέχτηκαν να φύγουν από το αεροδρόμιο, χωρίς να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την πτήση τους καύσιμα.
Μπορεί να είχε δίκαιο για όσα έλεγε, αλλά και τι μπορούσαν να κάνουν οι πιλότοι, όταν η ίδια η χώρα τους περνούσε δύσκολα τότε και τα οικονομικά της βρισκόταν σε κακή κατάσταση; Κρατική ήταν εκείνη η αεροπορική εταιρεία και το κράτος τους ήταν αυτό που την έφτασε σ’ αυτό το σημείο.
Κι αυτό βέβαια είχε καταρρεύσει οικονομικά τότε, εξαιτίας των δικών τους πολιτικών, αλλά κι από την αμέριστη βοήθεια των κρυμμένων πίσω από όλους κι όλα παντοτινών εχθρών της ανθρωπότητας, οι οποίοι και διέλυσαν μετά από λίγα χρόνια την Σερβία.
Πανικόβλητοι όμως οι επιβάτες τότε, τα έβαζαν με τους πιλότους όπως σας είπα, αφού δεν μπορούσαν να σκεφτούν λογικά, ότι ναι μεν δεν θα μας έφταναν τα καύσιμα μέχρι το Ζάγκρεμπ, αλλά μέχρι να φτάσουμε στο αεροδρόμιο που θα μας κατέβαζαν, θα μας ήταν αρκετά.
Κι αφού επέμεναν να χτυπούν την πόρτα των πιλότων κι αυτοί να μην την ανοίγουν, εμείς δεν είχαμε να κάνουμε τίποτε άλλο εκεί, από το να βλέπουμε την κλήση που πήρε μετά από λίγο το αεροπλάνο, προκειμένου να κατέβει όπως μας είπε ο πιλότος στο αεροδρόμιο του Ντουμπρόβνικ.
Προσγειώθηκε τελικά το αεροπλάνο εκεί που μας πήγαν κι αφού μας πέρασαν όλους στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου, περιμέναμε εκεί υπομονετικά μέχρι να γίνει ο σχετικός ανεφοδιασμός στο σκάφος μας.
Μετά από τέσσερεις ολόκληρες ώρες αναμονής όμως στην ίδια αίθουσα, μας επιβίβασαν πάλι στο αεροσκάφος κι όπως ήταν αναμενόμενο πια κι αυτό, μας βεβαίωσαν ότι του διέθεσαν την ανάλογη βενζίνη, γι’ αυτό και ξεκινήσαμε ήσυχοι θα λέγαμε προς τον προορισμό μας.
Όταν όμως βρεθήκαμε στο ίδιο ύψος περίπου και στα δέκα χιλιάδες πόδια δηλαδή, άνοιξε και πάλι κατά την συνήθειά του τα μεγάφωνα ο πιλότος μας κι όπως έκανε πριν, μας έλεγε τα ίδια περίπου με τα προηγούμενα.
– Πετάμε στα δέκα χιλιάδες πόδια. Ο καιρός είναι καλός και η ορατότητα είναι αναλόγως επαρκής και τα λοιπά και τα λοιπά.
Στο άκουσμα των νέων ανακοινώσεων του πιλότου, σηκώθηκαν όρθιοι οι επιβάτες, θέλοντας να ακούσουν έτοιμοι το που θα το πήγαινε ο πιλότος μετά από αυτά που μας έλεγε, ο οποίος βέβαια συνέχισε να μας δίνει ανενόχλητος της πληροφορίες που ήθελε να ακούσουμε.
– Δεξιά και μπροστά μας, μπορούμε να διακρίνουμε το Σαράγιεβο και μπροστά και στα αριστερά μας, μπορείτε να δείτε κι εσείς τώρα την πόλη του Σπλίτ, στην οποία και πάλι πρέπει να κατέβουμε, γιατί μας τελείωσαν τα καύσιμα.
Αυτά μας είπε πάλι κι έκλεισε ξανά τα μεγάφωνα. Το τι έγινε μετά από λίγο μέσα στο αεροπλάνο, δεν λέγεται. Εξαγριωμένοι πια οι άνθρωποι, δεν ήξεραν με ποιά βρισιά να εκτονώσουν την αγανάκτησή τους προς τον πιλότο.
Μάταια βέβαια έλεγαν όσα του ξεστόμιζαν, αφού δεν τα άκουγε, αλλά και πάλι χτυπούσαν την κλειδωμένη από μέσα όπως και πριν πόρτα του πιλοτηρίου του. Ο ατυχείς κατά τα άλλα πιλότος, δεν είχε να κάνει τίποτε διαφορετικό εκεί, αφού και πάλι τον άφησαν εκτεθειμένο, γι’ αυτό και προσγείωσε το αεροπλάνο του όπως ήταν υποχρεωμένος στο αεροδρόμιο του Σπλίτ και δεν έβγαινε έξω από το πιλοτήριό του, πριν ή βγουν όλοι οι επιβάτες του έξω από αυτό.
Μας κατέβασαν ξανά λοιπόν από το αεροπλάνο και μας έβαλαν πάλι στον θάλαμο αναμονής του αεροδρομίου, αλλά του Σπλίτ εκείνη την φορά κι αφού μείναμε εκεί μέσα καμιά ώρα περίπου όπως μας το υποσχέθηκαν, περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή ύστερα και να μας καλέσουν προς επιβίβαση.
Αντί αυτού όμως, ακούσαμε από τα μεγάφωνα να μας ανακοινώνεται κάτι που με εφιαλτικό έμοιαζε πια. Ότι το βυτίο που μετέφερε την βενζίνη για το αεροπλάνο μας δηλαδή, θα έφτανε βέβαια στο αεροδρόμιο από το Ζάγκρεμπ, αλλά μετά από έξι ώρες.
Διαμαρτύρονταν όπως καταλαβαίνεται οι επιβάτες για όσα ανάποδα μας συνέβαιναν εκεί, αλλά δυστυχώς για όλους μας, δεν υπήρχε άλλη λύση κι αφού την υπάρχουσα έπρεπε να υπομείνουμε, περιμέναμε στο αεροδρόμιο να δούμε, πότε θα έρθει εκείνο το βυτίο από το Ζάγκρεμπ με την βενζίνη που χρειαζόμασταν, προκειμένου να πάμε αεροπορικώς εκεί, από όπου θα ερχόταν η βενζίνη του οδικώς.
Αν ξεκινούσαμε από τα Σκόπια, να πάμε με το αυτοκίνητο στο Ζάγκρεμπ, θα ήμασταν εκεί νωρίτερα από τις δύο τα ξημερώματα. Αλλά και με τον τρόπο που μας μετέφεραν εκεί οι Σερβικές αερογραμμές, φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Ζάγκρεμπ, μετά τις δύο τα ξημερώματα.
Ωστόσο όμως, πράγματι μας περίμεναν, αλλά στο αεροδρόμιο πλέον οι άνθρωποι του εργοστασίου κι αφού βγήκαμε κατάκοποι εμείς από το αεροπλάνο, μας πήγαν αμέσως στο ξενοδοχείο μας, όπου και μας άφησαν μόνους για ένα τέταρτο μόνον, μέχρι που να ταχτοποιηθούμε στα δωμάτιά μας δηλαδή.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πεντέμισι το πρωί έγινε όταν μπήκαμε στο εστιατόριο του πολυτελούς ξενοδοχείου που μας κράτησαν δωμάτια, όπου το άψογο προσωπικό του ήταν εκεί επί ποδός και μας περιποιήθηκε δεόντως θα έλεγα εκείνη την ώρα, κατόπιν εντολής αυτών που μας υποδέχτηκαν βέβαια, αλλά κι αυτό το έκαναν σαν να ήταν μέρα μεσημέρι.
Αφού φάγαμε καλά εκεί και δοκιμάσαμε τα πολύ καλά κρασιά τους, αποσυρθήκαμε στην συνέχεια για τρεις ώρες περίπου ξεκούρασης στα δωμάτιά μας, από όπου ήρθαν και μας πήραν οι διευθυντές του εργοστασίου, προκειμένου να μας οδηγήσουν στο εργοστάσιό τους.
Όταν φτάσαμε εκεί όμως, βλέπαμε έκπληκτοι μπροστά μας ένα τεράστιο εργοστασιακό όγκο, ο οποίος ξεπερνούσε υπερβολικά σε μέγεθος, κάθε εικόνα από αυτές που εγώ τουλάχιστον είχα υπόψιν μου για μεγάλες εργοστασιακές εγκαταστάσεις.
Έξω από την είσοδό του δε, έβλεπα δύο μεγάλους σωλήνες διαστάσεων τριών μέτρων περίπου αν θυμάμαι καλά, οι οποίες έβγαιναν μέσα από το εργοστάσιο και χανόταν στο υπέδαφος, ο ένας από τα δεξιά κι ο άλλος από τα αριστερά της εισόδου τους.
Δεν μπορούσα να τους προσπεράσω χωρίς να μάθω πρώτα τον λόγο της ύπαρξής τους, γι’ αυτό και με μεγάλο ενδιαφέρον περίμενα από τον Σκοπιανό να με πληροφορήσει σχετικά, ο οποίος κι ευχαρίστως μου έλεγε αλλά με αρκετή υπερηφάνεια.
– Μηχανικός είμαι εγώ όπως ξέρεις και δική μου είναι η ιδέα αυτής της πατέντας, όπως κι ο σχεδιασμός άλλωστε, αυτού του έργου που βλέπεις μπροστά σου και καλά κάνεις και θέλεις να μάθεις τον λόγο της ύπαρξής του.
Ένα σωρό εργοστάσια έχετε στην Ελλάδα. Θα μπορούσατε να κάνετε κι εσείς το ίδιο. Αν ποτέ το χρειαστείς όμως, ευχαρίστως να σας δώσω και τα σχέδια, αλλά και τις τεχνικές προδιαγραφές που χρειάζονται, προκειμένου να τα εφαρμόσετε και για την δική σας πολυπόθητη εξοικονόμηση ενέργειας.
Μέσα σ’ αυτές τις εγκαταστάσεις που βλέπεις μπροστά σου, εργάζονται ασταμάτητα πολλά μηχανήματα μέρα και νύχτα. Αυτό σημαίνει, ότι έχουμε στην διάθεση μας μια τεράστια πηγή ανεκμετάλλευτης ενέργειας.
Σαν Έλληνας κι εγώ, αυτήν σκέφτηκα να εκμεταλλευτώ, γι’ αυτό και με την βοήθειά της, καταφέραμε ώστε να ζεσταίνουμε σήμερα και δωρεάν μάλιστα, ολόκληρη την πόλη του Ζάγκρεμπ. Μεταφέρουμε δηλαδή με τον ένα σωλήνα το ζεστό νερό στα σπίτια της πόλης και με τον άλλον το επιστρέφουμε στο εργοστάσιο προκειμένου να το ξαναζεστάνουμε.
Πράγματι έμεινα άφωνος εγώ με όσα άκουσα κι αμέσως άρχισα να ψάχνω με το μυαλό μου, πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε κι εμείς το ίδιο, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι βέβαια, πόσα εργοστάσια έχουμε περιμετρικά της δικής μας πόλης και καθόλου δεν δίστασα να του μεταφέρω το σκεπτικό μου, στο οποίο με ένθερμη συγκατάβαση απάντησε αυτός.
– Κι εγώ γνωρίζω ότι έχετε πολλά εργοστάσια περιμετρικά της Θεσσαλονίκης. Αυτό, θα ήταν πολύ μεγάλο πλεονέκτημα, αν ποτέ επιχειρούσατε να ζεστάνετε δωρεάν την πόλη σας. Κι όπως σου είπα, ευχαρίστως να σας δώσω και τα σχέδια και την μελέτη αν το αποφασίσετε.
Φτάσαμε στα γραφεία τους όμως κι έτσι κόψαμε την κουβέντα μας, προκειμένου να γνωριστούμε εκεί με τους ανθρώπους που μας περίμεναν. Κι ενώ χαιρόμασταν για την γνωριμία μας, εγώ ακόμη σκεπτόμουν τα προηγούμενα.
Κι αυτό που γύριζε μέσα στο μυαλό μου, δεν ήταν τίποτε άλλο, εκτός από το πώς θα μπορούσα εγώ να δρομολογήσω κάτι παρόμοιο, αφού ούτε μηχανικός ήμουν, ούτε δήμαρχος ήμουν, ούτε υπουργός ενέργειας ήμουν, αλλά ούτε και πρωθυπουργός ήμουν προκειμένου να διατάξω κάτι τέτοιο.
Κανείς όμως από όλους αυτούς δεν πέρασε ποτέ, έστω και τυχαία από το Ζάγκρεμπ, ώστε να δει σαν κι εμένα αυτούς τους τεράστιους σωλήνες και να αναρωτηθεί, για την ύπαρξή τους;
Έκοψαν το σκεπτικό μου όμως οι διευθυντές του εργοστασίου, οι οποίοι μας πήραν και μας γύρισαν πεζοί παντού μέσα σ’ εκείνον τον τεράστιο εργοστασιακό χώρο κι όταν πια ήρθε η ώρα, μας παρουσίασαν μια, μια, εκεί κι όλες τις γραμμές παραγωγής των ηλεκτρικών συσκευών που κατασκευαζόταν. Όπως και το βλέπαμε αυτό να γίνεται λοιπόν, όλες οι επώνυμες Ευρωπαϊκές ηλεκτρικές συσκευές, εκεί και στο συγκεκριμένο εργοστάσιο κατασκευαζόταν.
Ανάμεσα σ’ αυτές, βλέπαμε και την γραμμή παραγωγής της συσκευής που οι διευθυντές του εργοστασίου πρότειναν στον πελάτη μου να εισάγει στην χώρα μας κι αυτή ήταν ίδια κι απαράλαχτη με αυτήν, που οι Γερμανοί ήθελαν να του δώσουν προ καιρού στην Θεσσαλονίκη, την οποία βέβαια κι απέρριψε αυτός, ως ακριβότερη από την Ισπανική που επέλεξε. Η Γερμανική συσκευή λοιπόν, κατασκευαζόταν στη διπλανή γραμμή παραγωγής με αυτήν της Σερβικής και στο μόνο που διέφερε οπτικά από αυτήν, ήταν το Γερμανικό της όνομα.
Μόλις σταθήκαμε όμως εκεί, προκειμένου να δούμε διεξοδικά την παραγωγή της συγκεκριμένης συσκευής, έλεγε χαμηλόφωνα σ’ εμένα ο πελάτης μου.
– Είδες τι γίνεται; Είναι ίδιες κι όμως διαφέρουν. Η Γερμανική συσκευή είναι ποιοτικά καλύτερη από αυτήν που θέλουν να μας δώσουν οι Σέρβοι. Κι όμως, οι Γερμανοί μου την προσφέρουν κατά πολύ φτηνότερη, απ’ ότι αυτοί εδώ θέλουν να μας δώσουν την δική τους. Δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται. Ή νομίζουν αυτοί ότι ήμαστε χαζοί, ή δεν ξέρουν τι τους γίνεται.
Σε κάθε περίπτωση πάντως κι αν κάνω πως συμφωνώ εγώ με τους Σέρβους, μ’ αυτήν την τιμή που μου την προσφέρουν, δεν θα μπορέσω να την διαθέσω στην δική μας αγορά όσο κι αν το προσπαθήσω. Αυτοί όμως, δεν θέλουν να το καταλάβουν αυτό. Ας κάνουμε λοιπόν τώρα ότι το σκεφτόμαστε, μήπως και καταλάβουμε αργότερα το σκεπτικό τους.
Αυτά μου έλεγε εμπιστευτικά κι όπως ήμασταν υποχρεωμένοι πια εμείς να κάνουμε, ακολουθούσαμε τους διευθυντές στην ξενάγηση που μας οδηγούσαν, μέχρι που να ολοκληρωθεί και το υπόλοιπο του προγράμματός τους.
Στο τραπέζι που μας επιφύλαξαν όμως αργότερα και στο εστιατόριο του εργοστασίου που συγκεντρωθήκαμε, βρήκε τον χρόνο ο πελάτης μου και τους εξήγησε πολλές φορές ομολογώ, τον λόγο που η συσκευή τους δεν θα μπορούσε να γίνει ανταγωνιστική στην δική μας αγορά, αλλά αυτοί τίποτε από όσα τους έλεγε δεν άκουγαν. Αντιθέτως μάλιστα, επέμεναν να του εξηγούν αυτοί, τους δικούς τους λόγους για τους οποίους παρουσιαζόταν η συσκευή τους ακριβότερη.
Αφού δεν κατέστη δυνατόν να συνεννοηθούμε μαζί τους, φύγαμε τελικά από το εργοστάσιό τους, μετά από πολύ καλό γεύμα που μας παρέθεσαν βέβαια και φύγαμε κάπως προβληματισμένοι θα έλεγα κι αφού δεν είχαμε άλλους λόγους να μένουμε στο Ζάγκρεμπ, πήραμε πάλι το αεροπλάνο που έβαλε επιτέλους την ανάλογη βενζίνη και επιστρέψαμε στα Σκόπια, από όπου ακολουθώντας το πολύ παλιό και σε κακό χάλι οδικό τους δίκτυο, καταλήξαμε στα σύνορα μας.
Μετά από μια ώρα περίπου διαδρομής, βρισκόμουν πάλι στο σπίτι μου συντροφεύοντας τους οικείους μου, όπου και μάθαινα από τηλεφώνου τα νεότερα περί της υγείας του πατέρα μου. Τον είχα μονίμως στο μυαλό μου αυτόν όπως καταλαβαίνετε, δεδομένου ότι βρισκόταν στο στάδιο των χημειοθεραπειών εκείνο το διάστημα καθώς σας το ανέφερα και σ’ αυτήν την φάση ευρισκόμενος ήταν κάπως ανήσυχος και με το δίκαιο του άλλωστε.
Τίποτε βέβαια δεν μπορούσα να του κάνω εγώ τότε, εκτός από το να του δείχνω το ενδιαφέρον μου κι αυτό μόνον έκανα κατά την επιστροφή μου. Καλά πάμε μου έλεγε και η μητέρα μου, όταν της ζήτησα να μου πει περισσότερα, η οποία όμως, άρχισε να ανησυχεί πολύ, για κάποιον πόνο που παρουσιάστηκε στο δεξί πόδι του πατέρα μου, ο οποίος μάλιστα καθόλου σχεδόν δεν ησύχαζε.
Μιχάλης Αλταλίκης