Τα Έπιπλα Μας Κολυμπούσαν Στα Νερά

  Εμάς βέβαια, ποτέ δεν μας έλειπαν τα προβλήματα και ποτέ δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε μόνο ένα από αυτά στο ίδιο χρονικό διάστημα, οπότε, καθόλου δεν πανικοβλήθηκα, όταν άκουσα τον συνεταίρο του πεθερού μου να μου λέει από τηλεφώνου ένα πρωινό.

– Έλα γρήγορα στο μηχανουργείο. Τα έπιπλά σας, κολυμπούν μέσα στα νερά.

Παραξενεύτηκα είναι αλήθεια με όσα άκουσα, γι’ αυτό κι απορώντας του απαντούσα.

– Μα πού βρέθηκαν τόσα νερά στον πρώτο όροφο, ώστε να κολυμπούν σ’ αυτά τα έπιπλά μας;

Έλα και θα δεις μου είπε αυτός μονολεκτικά κι όπως ήταν λογικό, πήγα αμέσως στην άλλη άκρη της πόλης μας, προκειμένου να δω από κοντά, πως μπόρεσαν να μπουν τόσα πολλά νερά στον πρώτο όροφο και μάλιστα πάνω από το μηχανουργείο του πεθερού μου, χωρείς να τα δει κανείς. Τον περασμένο Οκτώβριο βέβαια άφησα τα έπιπλα μας εκεί, όταν μας έβγαλε με το ζόρι από το σπίτι που νοικιάζαμε ο σπιτονοικοκύρης μας, αυτός δηλαδή που επέστρεψε ξαφνικά από την Γερμανία όπως σας το ανέφερα στα προηγούμενα.

Τα είχα τοποθετήσει εκεί, γιατί ποιο ασφαλές μέρος για τα έπιπλά μας δεν θα μπορούσα να βρω πουθενά αλλού. Πως όμως βρέθηκαν σε τέτοιο κίνδυνο, είναι αλήθεια ότι δεν μπορούσα να το καταλάβω. Μέχρι να φτάσω στο μηχανουργείο τους λοιπόν, αυτό έψαχνα να βρω σκεπτόμενος αν και χωρείς αποτέλεσμα βέβαια, δεδομένου ότι στον συγκεκριμένο χώρο δεν υπήρχε κανένας σωλήνας που να μεταφέρει νερό, αφού αυτός ήταν κι ο λόγος που τα αποθηκεύσαμε εκεί.

Και για να γεμίσει αυτός ο χώρος με τόσα πολλά νερά, ώστε να κολυμπούν τα έπιπλά μας στα εκατό τετραγωνικά του μέτρα, έπρεπε να τρέχει μια βρύση για μια εβδομάδα τουλάχιστο μέρα και νύχτα συνεχώς. Ναι. Αλλά εκεί μέσα, δεν υπήρχε καμιά βρύση. Και στο ταβάνι του μηχανουργείου που κοιτούσα, όταν έφτασα πλέον εκεί, πουθενά δεν είδα να υπάρχουν σημάδια που να δηλώνουν, ότι στον επάνω όροφο υπήρχαν συσσωρευμένα τόσα πολλά νερά και για μέρες μάλιστα. Μεταφέροντας και στον συνεταίρο του πεθερού μου το σκεπτικό μου, τον άκουγα να μου δικαιολογεί την συμπεριφορά των υδάτων, ενώ μου έδειχνε την σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο.

– Κατρακυλούν από τα σκαλοπάτια τα νερά όπως βλέπεις και βγαίνουν από την πίσω πόρτα μας στον υπαίθριο κι αχρησιμοποίητο κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής μας, γι’ αυτό και δεν αντιληφθήκαμε την παρουσία τους. Από τους γείτονες πληροφορηθήκαμε την ύπαρξή τους κι όταν ανεβήκανε την σκάλα, προκειμένου να βρούμε την αφετηρία τους, διαπιστώσαμε ότι έσπασε το σωληνάκι που γεμίζει με νερό το καζανάκι της αχρησιμοποίητης από εμάς τουαλέτας, αυτής δηλαδή που ξέρεις ότι βρίσκεται στον πρώτο όροφο μεν, αλλά και δίπλα ακριβώς από την σκάλα.

Για ένα περίεργο λόγο βέβαια, αντί να κατέβουν τα νερά απευθείας από την τουαλέτα προς τα σκαλοπάτια όπως γίνεται τώρα, αυτά προτίμησαν να διασχίσουν τον διάδρομο και να μπουν στο μεγάλο σαλόνι. Κι αφού το πλημμύρισαν αυτό, τότε στράφηκαν προς τα σκαλοπάτια και τρέχουν ακόμη και τώρα έξω στην πίσω μας αυλή. Έλα τώρα να δεις και πως κολυμπούν τα έπιπλά σας.

Ανεβήκαμε λοιπόν την σκάλα και μαζί μπήκαμε μέσα σ’ εκείνο τον χώρο κι αυτό που έβλεπα εκεί ήταν όντως ακατανόητο. Πράγματι λοιπόν κι επέπλεαν πολλά από τα πράγματα μας, τα οποία βέβαια άρχισα να μαζεύω, αλλά και να τα τοποθετώ πάνω σ’ εκείνα που ήτα ήδη βυθισμένα κατά είκοσι πόντους περίπου στα νερά, αν και αδυνατούσα να καταλάβω πώς μπορούσαν να λιμνάζουν εκεί μέσα τόσα πολλά νερά.

Ότι κι αν έκανα όμως, ένα μέρος της οικοσκευής μας ήταν για πέταμα όπως έβλεπα και για να μην χάσουμε και τα υπόλοιπα από την επίδραση της υγρασίας επάνω τους, αναγκάστηκα να χαλάσω την υπάρχουσα συσκευασία τους, αυτήν δηλαδή που πριν από ένα χρόνο περίπου τους έκανα, προκειμένου να προφυλάξω την αξία τους.

Για να αερίζονται το έκανα αυτό και για να δώσω ένα τέλος στο μαρτύριο της υγρασίας που ήταν εκτεθειμένα, άρχισα να βγάζω όλα τα νερά έξω και να τα οδηγώ προς την σκάλα. Αφού καθάρισα όλο εκείνο τον χώρο από τα λιμνάζοντα νερά κι αφού βεβαιώθηκα ότι το καζανάκι της τουαλέτες είχε καταργηθεί πια, άρχισα να σκέφτομαι, πού αλλού θα μπορούσα να μετακομίσω τα έπιπλά μας.

Τα μετέφερα τελικά στην διπλανή αίθουσα, αλλά εκείνο το ατύχημα ανάγκασε κατά κάποιο τρόπο τον συνεταίρο του πεθερού μου, να επισπεύσει την αποπεράτωση της οικοδομής που ανέλαβε να μας παραδώσει. Κι αφού μπήκε σε εφαρμογή αυτή η ρύθμιση, μπήκα κι εγώ στο ίδιο πρόγραμμα, οπότε διέθετα τα απογεύματα μου, συσκευάζοντας ξανά τα έπιπλά μας προκειμένου να τα μετακομίσω στο σπίτι μας πλέον, το οποίο θα ήταν έτοιμο στα μέσα Οκτωβρίου όπως έδειχναν τα πράγματα.

Την συσκευασία της οικοσκευής μας πάλι, την έκανε έτσι κι όπως πρώτα, ώστε να μπορώ να κάνω κι από μόνος μου την μετακόμισή τους όταν ερχόταν η ώρα, αφού όταν χρειαζόμουν εγώ βοήθεια, όλοι οι γνωστοί και φίλοι είχαν προβλήματα από μια περίεργη σύμπτωση. Αφού έβαλα και πολλά χέρια βοηθείας στους μαστόρους που δούλευαν πυρετωδώς στην οικοδομή μας, βέβαιο πια ήταν, ότι το δικό μας διαμέρισμα τουλάχιστον, θα ήταν από τα πρώτα έτοιμο να κατοικηθεί.

Μαζί με όλα αυτά όμως, είχαμε να αντιμετωπίσουμε εκείνο το διάστημα και την βάφτιση του τρίτου μας παιδιού, δεδομένου ότι από την ημέρα της γέννησής του την είχαμε προγραμματίσει για το φθινόπωρο που διανύαμε. Κι αφού από πλευράς ονομάτων, δεν είχαμε να ικανοποιήσουμε καμιά υποχρέωση προς τους γονείς μας, λόγω του ότι και οι δύο πατεράδες μας είχαν καλυφθεί με το όνομα του πρώτου μας παιδιού, του Κωνσταντίνου δηλαδή, τον τρίτο, όπως και τον δεύτερο, αποφασίσαμε να τους δώσουμε ονόματα που αρέσουν σε μας.

Επειδή εκ των διακοπών μας κι εκ των περιπετειών μου στην θάλασσα ήμασταν θαλασσινοί, στο τρίτο μας παιδί τάξαμε να δώσουμε το όνομα του Αγίου Νικολάου, γι’ αυτό κι όταν πια ήρθε η ώρα να τον βαπτίσουμε, ζητήσαμε από την νονά του να τον ονομάσει Νικόλαο. Μπήκαμε στην εκκλησία λοιπόν όταν ήρθε η ώρα κι άρχισε κανονικά το μυστήριο, αλλά ο φωτογράφος φίλος μου, δεν μπόρεσε να έρθει όπως μας το υποσχέθηκε.

Η άφιξη του τότε προέδρου της δημοκρατίας στην πόλη μας, έγινε αιτία όπως γίνετε πάντα με τέτοιες αφίξεις, ώστε να κλείσουν οι κεντρικοί δρόμοι της πόλης μας και έτσι, εγκλωβίστηκε αυτός μέσα σε ένα λεωφορείο. Όταν επιτέλους εμφανίστηκε αυτός στην εκκλησία, ήταν πολύ αργά πια, δεδομένου ότι είχαμε φύγει εμείς από εκεί και πήγαμε στο σπίτι του πεθερού μου αφού στην δική τους εκκλησία έγινε η βάφτιση. Εξαιτίας την δικής του καθυστέρησης λοιπόν, δεν έχουμε ούτε μια επαγγελματική φωτογραφία που να μας θυμίζει την βάφτιση του μικρού μας Νικόλαου.

Ωστόσο. Κάναμε εκεί μια μικρή γιορτούλα για να τιμήσουμε την βάπτισή του και νωρίς, νωρίς, διαλύσαμε την σύναξή μας, αφού όπως σας είπα,  δεν μπορούσε λόγω υγείας να αντέξει πολύ φασαρία ο πεθερός μου. Εκεί λοιπόν και στο σπίτι του μέναμε ακόμη, αλλά μετά κι από την βάφτιση του Νικολάου, πλησιάζαμε πια προς το να μετακομίσουμε στο δικό μας σπίτι πλέον.

Για να είμαι έτοιμος όμως εγώ, αμπαλάρισα ξανά όλα μας τα πράγματα κι όταν όλα πια ετοιμάστηκαν στην οικοδομή μας, άρχισα να τα μεταφέρω λίγα, λίγα με το φορτηγάκι του πεθερού μου και τα τοποθέτησα στο διαμέρισμα μας, αν και η οικοδομή δεν ήταν ακόμη έτοιμη να κατοικηθεί. Ήταν ιδιόκτητης κατασκευή αυτή όπως σας ανέφερα κι επειδή μας πίεζαν πολλά εκείνο το διάστημα, αναγκάστηκαν στο τέλος οι δυό συνεταίροι να πουλήσουν από ένα διαμέρισμα από αυτά που τους αναλογούσαν, ώστε να ανταπεξέλθουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, αυτές δηλαδή που τους επέβαλε η άμεση αποπεράτωση της οικοδομής τους να υποστούν.

Με αυτήν την εξέλιξη στην διάταξη της οικοδομής μας όμως, κάναμε εμείς τους πρώτους δύο και πολύ καλούς μας γείτονες. Ο ένας, ήταν από παλιά φίλος του πεθερού μου, ενώ ο άλλος, ήταν χειρούργος νοσοκομειακός γιατρός. Τα δικά τους διαμερίσματα βέβαια, όπως και τα υπόλοιπα της οικοδομής μας, δεν ήταν ακόμη έτοιμα να κατοικηθούν, αλλά αυτοί δεν είχαν κανένα λόγο που να τους αναγκάζει να τα κατοικίσουν σύντομα.

Εμείς όμως, ήμασταν προσκολλιόμενοι στο μικρό σπίτι του πεθερού μου, ο οποίος χρειαζόταν ησυχία, γι’ αυτό κι έπρεπε να φύγουμε πια από εκεί και να πάμε στο σπίτι μας, έστω κι αν μέναμε μόνοι μας σ’ εκείνη την ακατοίκητοι ακόμη υπόλοιπη οικοδομή. Κι αφού αυτό έπρεπε να κάνουμε έφερα ολόκληρη την οικοσκευή μας στο δικό μας σπίτι πλέον και μόνος μου τοποθέτησα τα πάντα στην θέση τους, ώστε να μην χρειαστεί να κάνει τίποτε η γυναίκα μου, όταν θα την έφερνα εκεί μαζί με τα τρία μας παιδιά.

Όταν τελικά κατοικήσαμε σ’ αυτό, διαπιστώσαμε, ότι είχαμε μεν ρεύμα για όλες μας τις ανάγκες, αλλά όχι για τους θερμοσυσσωρευτές που διέθετε η οικοδομή για την θέρμανση της, δεδομένου ότι αυτή η παροχή, απαιτούσε τριφασικό ρεύμα κι αυτό θα ερχόταν τον Μάρτιο όπως μας ενημέρωσαν από την ΔΕΗ.

Αυτή η έλλειψη, ήταν όντως πολύ σοβαρό πρόβλημα, αφού χωρείς την αναγκαία θέρμανση, θα ήταν πολύ δύσκολο για μας να αντιμετωπίσουμε τον χειμώνα που μας πλησίαζε, όταν μάλιστα, τα υπόλοιπα επτά διαμερίσματα της οικοδομή μας, θα ήταν ακατοίκητα ολόκληρο εκείνον τον χειμώνα.

Λόγω του ότι, προβλέψαμε την ύπαρξη υποδοχής τζακιού στο διαμέρισμα μας όμως, αφού αυτό ήταν στον τρίτο και τελευταίο όροφο της οικοδομής, σκεφτήκαμε να το κάνουμε κτιστό, μήπως κι αντιμετωπίζαμε μαζί του τελικά τον χειμώνα. Μια και το αποφασίσαμε λοιπόν, καλέσαμε τον Αυστραλό συγγενής μας από το Βελβεντό να μας συμπαρασταθεί, ο οποίος κι ευχαρίστως ανταποκρίθηκε βέβαια, γι’ αυτό και οι δυό μας το καταφέραμε και μάλιστα σε ένα Σαββατοκύριακο.

Και το κάναμε έτσι το τζάκι μας, που να είναι μεγάλο και παραδοσιακό, όπως ακριβώς μας το σχεδίασε ο αδελφός του, δεδομένου ότι αυτός ήταν μηχανικός. Αφού το τελειώσαμε και μετά, με λίγο φόβο βέβαια στην αρχή, αλλά όντως κι αρχίσαμε να αντιμετωπίσουμε μαζί του τον χειμώνα. Κι αφού σιγουρευτήκαμε ότι το τζάκι μας λειτουργούσε άψογά, καλέσαμε τους φίλους και συγγενείς μας να γιορτάσαμε μαζί μας την εγκατάσταση μας και την γιορτή μου στις οκτώ Νοεμβρίου.

Όντως το γιορτάσαμε λοιπόν εκείνη την ημέρα, αλλά και για να μπορέσει το τζάκι μας να ανταποκριθεί των υποχρεώσεων του, αναγκαζόταν να καίει μέρα και νύχτα συνεχώς. Έκαιγε δε αυτό, ότι κι αν του ρίχναμε να κάψει και δεν ήταν λίγα αυτά που χρειαζόμασταν για την θέρμανσή μας.

Έμαθαν βέβαια οι νέοι μας γείτονες το πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε και δεν δίστασαν να μας συμπαρασταθούν. Μας έδιναν αυτοί όσα ξύλα χρειαζόμασταν για το τζάκι μας, αλλά κι όσα από τα κομμένα δένδρα βρισκόταν στις αυλές τους κι έτσι μπορούσαμε πλέον να βγάλουμε αξιοπρεπώς τον χειμώνα που μας πλησίασε δριμύτερος.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *