Αφού λοιπόν δεν έβρισκα λύση, για το πως θα μπορούσα να αυξήσω τα έσοδά μου μέσα από την δουλειά μου, άρχισα να κάνω κι εγώ αυτό, που πολλοί από τους συναδέλφους μου ήδη το έκαναν. Εργαζόμουν μεν εκεί με όλες μου τις δυνάμεις, αλλά κι έβλεπα από το παράθυρο, πως και που και σε ποιά άλλη δουλειά θα έβρισκα υγιή χώρο εργασίας κι αφεντικό που να μην θέλει να είναι εκ πεποιθήσεως, αλλά κι από ανοησία άδικος.
Έκανα ότι έκανα λοιπόν για το θέμα που με απασχολούσε, αλλά είχα και το μυαλό μου στραμμένο προς τον πατέρα μου, ο οποίος περνούσε άσχημα όπως σας το ανάφερα και η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε από μέρα σε μέρα όλο και περισσότερο.
Ο προσωπικός του καρκίνος, του έτρωγε τα κόκκαλα και οι πόνοι που τον συνόδευαν, είχαν γίνει πια αφόρητοι. Ήταν δε τόσο δυνατοί αυτοί, που ούτε και οι μορφίνες μπορούσαν πια να τους καλμάρουν. Φώναζε δηλαδή εξαιτίας τους και φώναζε τόσο δυνατά μέρα και νύχτα, που ούτε και οι συγκάτοικοί του μπορούσαν να ησυχάσουν από τις φωνές του, ώσο κι αν καλοπροαίρετα αυτοί τις δικαιολογούσαν.
Βλέποντάς τον λοιπόν, να αντιμετωπίζει μόνος κι αβοήθητος από ιατρικής πλευράς τον καρκίνο του, παρακαλούσα τους γιατρούς μια μέρα, ώστε να τον δεχθούν στο νοσοκομείο τους, αλλά αυτοί δεν έλεγαν να το κάνουν. Ο λόγος της άρνησής τους, ήταν δικαιολογημένος όπως μου το τόνιζαν, αφού τίποτε πλέον δεν μπορούσαν να του κάνουν εκεί, προκειμένου να ανατρέψουν την κατάσταση της υγείας του.
Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο λοιπόν ευρισκόμενος, έβαλα κι εγώ σε εφαρμογή το σχέδιο που ήδη προετοίμασα και το έκανα γνωστό στον πατέρα μου, υποσχόμενος να του φέρω δηλαδή κάτι δυνατά χάπια από την Βουλγαρία, τα οποία βέβαια δεν ήταν άλλα, από αυτά που σε όλους μας είναι γνωστά ως απλά αναλγητικά και τα χρησιμοποιούμε σε κάθε μικρή ενοχλητική περίπτωση, με την μόνη διαφορά, ότι δεν αναφέρουν όνομα στο στέλεχός τους.
Ήξερα από τα προηγούμενα που μεσολάβησαν, πόσο εμπιστευόταν κι ο πατέρας μου τα Βουλγαρικά ιατρικά δεδομένα και σ’ αυτά στηριζόμενος επιχειρούσα να κάνω αυτή την ψυχολογικής μορφής παρέμβαση στο δικό του πρόβλημα.
Ευελπιστούσα δηλαδή, ότι θα έπειθε τελικά ο πατέρας μου τον εαυτό του, για την υπερβολική εμπεριέχουσα δύναμη των αναλγητικών και με αυτήν την ψευδαίσθηση στο μυαλό του, θα μαλάκωνε από μόνος τους πόνους του, έστω κι αν αυτό το έκανε για λίγο καιρό μόνον.
Έβαλα λοιπόν μια μέρα, δέκα από αυτά τα χαπάκια σε ένα χαρτί και πήγα να του τα δώσω με όση επισημότητα μπορούσα να διαθέτω. Και για να του γίνω πιο πειστικός, αυτά του έλεγα με στόμφο.
– Όπως σου το υποσχέθηκα, σου έφερα επιτέλους τα δυνατά χάπια από την Βουλγαρία. Δεν είναι πολλά όπως βλέπεις κι επειδή είναι δύσκολο να τα βγάζουν κρυφά από τα σύνορα, να παίρνεις μόνον ένα χαπάκι την ημέρα κι όπως μου το είπε ο φίλος που μου τα έφεραν, θα σου φύγουν αμέσως οι πόνοι. Την μεθεπόμενη εβδομάδα, θα μου φέρουν άλλα δέκα και με αυτόν τον ρυθμό, πιστεύω να τα βγάλουμε πέρα. Τι λες; Θα τα πάρεις;
Ενθουσιασμένος αυτός, από το ενδεχόμενο να του φύγουν οι πόνοι, έλεγε ικανοποιημένος.
– Θα παίρνω μισό χάπι την ημέρα αφού είναι τόσο δυνατά, γιατί θέλω να μου φτάσουν έως ότου μας φέρουν και τα υπόλοιπα.
Αυτά έλεγε το απόγευμα εκείνης της μέρας κι όπως μου το είπε την επομένη, πράγματι πήρε το πρώτο μισό χάπι από αυτά που του έδωσα. Για την ιστορία πάντως σας το λέω κι αυτό, ότι μόλις άρχιζε να βραδιάζει και λίγο μετά τις οκτώ κάθε νύχτα, είχε ραντεβού θαρρείς μ’ εκείνους τους δυνατούς νυχτερινούς πόνους.
Αυτούς δηλαδή που ποτέ δεν τον ξεχνούσαν και μονίμως τον υποχρέωναν να βγάζει τις νύχτες του βογκώντας και φωνάζοντας μέχρι που να φέξει η νέα μέρα. Δεν ξέρω για ποιο λόγο όμως, αλλά οι ημερήσιοι πόνοι του ήταν πιο μαλακοί κι ως εκ τούτου αντιμετωπίσιμοι κι αυτός ήταν ο λόγος που πήρε το πρώτο μισό χάπι στις οκτώ το βράδυ, ελπίζοντας να βγάλει την νύχτα του ήσυχος όπως το υπολόγιζε.
Αν και φαίνεται απίστευτο αυτό, αλλά όντως και κοιμήθηκε επιτέλους ο πατέρας μου ήσυχος εκείνο το βράδυ και για πρώτη του φορά μετά από πολύ καιρό και μάλιστα ολόκληρη την νύχτα χωρίς την ενόχληση του παραμικρού πόνου.
Όταν επιτέλους ξύπνησε το πρωί και διαπίστωσε ότι κοιμήθηκε όλη την νύχτα ανενόχλητος από τους πόνους, έλεγε ευχαριστημένος στην μητέρα μου, για τις δυνατότητες που είχε εκείνο το μισό χάπι που πήρε.
– Δεν σου έλεγα εγώ, ότι μόνον αυτοί είναι καλοί γιατροί; Δες τώρα τι γίνεται. Μισό χάπι πήρα και καθόλου δεν πόνεσα όλη την νύχτα. Αυτά που μου δίνουν όμως οι δικοί μας γιατροί, δεν μου κάνουν τίποτε και απορώ γιατί δεν μας δίνουν από αυτά, τα καλά.
Ξεγελάσαμε τον πατέρα μου μ’ εκείνα τα χάπια, αφού και η μητέρα μου ήξερε τις ενέργειές μου, αλλά κι αυτός ξεγέλασε τον εαυτό του, βλέποντας να σταματούν επιτέλους οι πόνοι του. Αυτό που σπουδάσαμε όμως εμείς, ήταν ότι όσα δεν μπορούσαν να κάνουν οι μορφίνες, τα έκαναν η φαντασία του πατέρα μου και η ανώνυμη εμφάνιση του απλού αναλγητικού.
Αφού βρήκαμε όμως, έστω και φανταστική λύση στο πρόβλημά του, περνούσαν οι μέρες του ανώδυνες γι’ αυτόν και οι νύχτες του ήταν τόσο ελαφρές, που τις υπέμενε με καρτερία στην συνέχεια και το μόνον που τον ανησυχούσε πλέον, ήταν τι θα γίνει, αν δεν μπορούσα να του φέρω άλλα από εκείνα τα καλά χάπια.
Πήγα ωστόσο στο νοσοκομείο κι ενημέρωσα τους γιατρούς για όσα μας συνέβαιναν κι όπως ήταν αναγκαίο κι αυτό, τους ζήτησα να μου πουν αν έκανα καλά ή όχι, κοροϊδεύοντας τον ασθενή πατέρα μου.
– Δεν του κάνεις κακό. Έλεγαν αυτοί. Κι εφόσον έτσι βρίσκει αυτός ανακούφιση στους πόνους του, συνέχισε να του τα δίνεις, αλλά να ξέρεις ότι δεν θα μπορείς να τον ξεγελάς για πολύ καιρό ακόμη. Οι πόνοι του προέρχονται από τον καρκίνο που του τρώει τα κόκκαλα όπως ξέρεις. Αυτοί λοιπόν οι πόνοι, πρέπει κι εσύ να το συνειδητοποιήσεις αυτό, είναι όντως φρικτοί και δεν περνούν με τα ψέματα. Κάνε όμως ότι κάνεις, αλλά μην ελπίζεις ότι θα καταφέρεις και πολλά πράγματα. Το ότι τον ανακουφίζει η φαντασία του, αυτό βέβαια, κανένα κακό δεν είναι.
Αυτά απάντησαν οι γιατροί για τις δικές μου ενέργειες κι εφόσον ο πατέρας μου δεν το ήξερε αυτό, εγώ συνέχισα να του δίνω τα απλά αναλγητικά κι αυτός περίμενε με αγωνία να έρθουν τα νέα χάπια, όταν του τελείωναν τα παλιά.
Έτσι περνούσε ο καιρός του λοιπόν και μαζί με τον καιρό του, περνούσε σιγά, σιγά και η φανταστική ευεργετική επίδραση που είχαν τα καλά χάπια στους πόνους του. Όταν εξανεμίστηκε πια και η παραμικρή τους δύναμη, του επιστράφηκαν θαρρείς και με τόκο μάλιστα εκείνοι οι μη αντιμετωπίσιμοι πόνοι, αλλά και συμπυκνωμένοι ήταν όταν επέστρεψαν.
Ήταν δε τόσο αδυσώπητοι αυτοί, που πράγματι έκαναν τον πατέρα μου να σφαδάζει κι εγώ που δεν άντεχα το βασανιστήριο του, όντως και παρακαλούσα τον Θεό να τον πάρει γρήγορα προκειμένου να γλυτώσει.
Αυτό πάλι δεν γίνεται, ούτε όταν το θέλουμε εμείς, ούτε για τον λόγο που εμείς το ζητούμε, γι’ αυτό και το μαρτύριό του κράτησε μέχρι και τον Μάιο μήνα. Έξη ολόκληρους μήνες δηλαδή τους υπέφερε.
Πήγα και πάλι στο νοσοκομείο τότε και πάλι παρακάλεσα τους γιατρούς να τον δεχτούν έστω κι αν δεν είχαν να του κάνουν τίποτε, αφού όπως τους εξηγούσα, από καιρό μου το ζητούσε ο πατέρας μου κλαίγοντας πια.
– Πήγαινε με επιτέλους κάπου, που να με ανακουφίσουν από τους πόνους. Έστω και με πολλές αντιρρήσεις βέβαια, αλλά μας δέχτηκαν τελικά οι γιατροί κι όπως ήταν λογικό, τον έβαλαν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλους δύο ομοιοπαθείς, οι οποίοι στα τελευταία τους βρισκόταν κι αυτοί και το πάλευαν όπως μπορούσαν.
Μόνον λίγες μέρες μείναμε εκεί όμως κι αυτές πάλι ήταν τόσες, που μου επέτρεψαν την δυνατότητα να ετοιμάσω με την ησυχία μου θα έλεγα, τα σχετικά για τα μετά τον θάνατό του. Όταν είχα τελειώσει κι από αυτά, ενημέρωσα την μητέρα μου, αλλά και της ζήτησα να ετοιμάσει τον εαυτό της έτσι, ώστε να δεχθεί ομαλά το μοιραίο, έστω κι αν αυτό δεν θα μας άρεσε καθόλου σαν αποτέλεσμα.
Δεν άργησε να έρθει η μέρα του αποχωρισμού του απ’ αυτήν την επίγεια ζωή κι έτσι, έπεσε σε κόμμα ένα πρωινό. Ανασηκωνόταν όμως κάθε τόσο από εκεί που ήταν ξαπλωμένος και έπαιζε φανταστικό τάβλι με κάποιον, αφού αυτό ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι και μάλωνε μάλιστα τον συμπαίκτη του, λέγοντας του να μη τσιμπάει τα ζάρια. Εκτός από αυτό, έλεγε που και που προς τον ομοιοπαθή διπλανό του.
– Κράτα Σπύρο. Μη φοβάσαι και μαζί θα πάμε.
Εκείνος βέβαια δεν ήταν σε θέση να του απαντήσει, αν κι έφυγε λίγο μετά από τον πατέρα μου. Εκεί λοιπόν που περιμέναμε εμείς να εκπνεύσει ο χρόνος του πατέρα μου, ανασηκώθηκε αυτός κι αφού στήριξε τα χέρια του στο στρώμα και πίσω από την πλάτη του, μου έλεγε εμπιστευτικά.
– Φέρε να σε υπογράψω μια εξουσιοδότηση και πήγαινε με αυτήν να πάρεις την σύνταξή μου. Αν εγώ πεθάνω, δεν θα μπορέσεις να την πάρεις από την τράπεζα εύκολα και πού θα βρεις ύστερα χρήματα για τα σχετικά έξοδα.
– Μα είναι ώρα τώρα αυτή βρε πατέρα, να έχεις εσύ στο νου σου σε τέτοια πράγματα; Άλλωστε, καμιά τέτοια εντολή δεν ήρθε ακόμη από το ΤΕΒΕ, που να προσδιορίζει οικονομικά την σύνταξη σου.
– Κάνε αυτό που σου λέω. Μου έλεγε αυτός.
Κι αφού επέμενε, πήγα κι εγώ στο γραφείο των γιατρών προκειμένου να τους αναφέρω την επιθυμία του. Την δέχτηκαν αυτοί κι όπως ήταν στην υποχρέωσή τους, πήρε ο γιατρός του θαλάμου του μια εξουσιοδότηση στα χέρια του και συνοδεύοντάς τον, πήγαμε μαζί στον πατέρα μου.
Αφού συμπλήρωσε την εξουσιοδότηση του ο γιατρός και βεβαίωσε με την υπογραφή του, ότι είχε σώας τας φρένας ο πατέρας μου, του την έδωσε ώστε να την υπογράψει κι αυτός. Μετά κι από την δική του υπογραφή, πήρα εγώ την εξουσιοδότηση στα χέρια μου κι όπως ήταν λογικό κι αυτό την έβαλα στην τσέπη μου, προκειμένου να την χρησιμοποιήσω τότε κι όταν θα μας ερχόταν η πρώτη εντολή από το ΤΕΒΕ.
Μετά από λίγο όμως, επέστρεψε και η μητέρα μου στο νοσοκομείο, από όπου είχε φύγει νωρίτερα, προκειμένου να ετοιμάσει το σπίτι της για την υποδοχή του νεκρού συζύγου της. Κι από μια περίεργη σύμπτωση, έφερε μαζί της την πρώτη εντολή του ΤΕΒΕ, η οποία κι έδινε το δικαίωμα στον πατέρα μου να εισπράξει για πρώτη του φορά και αναδρομικά μάλιστα, τα χρήματα της αργοπορημένης σύνταξής του.
Μόλις πήρε την εντολή στα χέρια του ο πατέρας μου, μου την έδωσε, αλλά και μου έλεγε κάτι σαν διαταγή.
– Τώρα πήγαινε να πάρεις τα χρήματα.
Δίσταζα να φύγω και δεν ήθελα να το κάνω, μη τυχόν κι έφευγε αυτός από την ζωή, την ώρα που εγώ θα έτρεχα να μαζεύω χρήματα. Πρόσεξε όμως την διστακτικότητά μου ο πατέρας μου κι αυτά μου έλεγε χαμηλόφωνα.
– Θα σε περιμένω να έρθεις και μετά θα πεθάνω.
Πήγα λοιπόν εγώ προκειμένου να του κάνω το χατήρι και πράγματι πήρα από την κοντινή τράπεζα τα αναδρομικά της σύνταξής του. Αλλά και τρέχοντας επέστρεψα. Λαχανιασμένος για την ακρίβεια έφτασα στον θάλαμό του και λαχανιασμένος του έλεγα ότι πήρα τα χρήματά του, αφού τον βρήκα να με περιμένει κι αυτά μου έλεγε.
– Γιατί έτρεχες; Δεν σου είπα, ότι θα σε περιμένω;
Χάρηκε είναι αλήθεια ο πατέρας μου για το ότι πρόλαβα να πάρω τα χρήματα της σύνταξής του, αλλά κι έφυγε μετά από λίγο με μια βαθιά ανάσα από το σώμα του, από εκείνο το σώμα που τόσο πολύ τον ταλαιπώρησε και ήταν γεμάτο πια από πολλές και ρέουσες πληγές.
Πολύ στεναχωρήθηκα εγώ, αλλά και ψύχραιμα έκανα τα απαραίτητα, ώστε να τον τακτοποιήσω στην τελευταία του κατοικία. Άφησα όμως και την μητέρα μου πολύ στεναχωρημένη και μόνη στο σπίτι της, να σκέφτεται όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πως θα αντιμετώπιζε το υπόλοιπο της ζωή της, αν και δεν ήταν τότε παραπάνω από πενήντα πέντε ετών.
Κι ο πατέρας μου βέβαια νέος ήταν σχετικά, αφού ίσα που ακουμπούσε τα εξήντα ένα του χρόνια, αλλά ποιός και με ποιο τρόπο μπορεί να ορίσει κανείς την ημερομηνία του θανάτου του;
Μιχάλης Αλταλίκης