Απασχολημένοι κι εμείς από την εμφάνιση της Αθηναίας μάνας στον ίδιο χώρο, μάλλον ξεχάσαμε τα δικά μας προβλήματα, γι’ αυτό και τρομάξαμε περισσότερο από τις άλλες φορές, όταν για τρίτη φορά είδαμε τους γιατρούς να πετάγονται έξω από την εντατική με τον ίδιο θορυβώδη και εντυπωσιακό τρόπο, αναζητώντας να βρουν εμένα και πάλι ανάμεσα στους παρευρισκόμενους συνοδούς ασθενών.
Βλέποντάς με όμως καθισμένο στις καρέκλες, έλεγαν χαρούμενοι.
-Τρέχα να δεις! Η γυναίκα σου τρώει!
Κι ενώ μου έλεγαν αυτά, με τραβούσαν από το χέρι, προκειμένου να τους ακολουθήσω. Τα έχασα όπως καταλαβαίνετε κι από άγνοια για το θέμα όπως σας είπα, τρέχοντας πήγαινα πίσω τους, ενώ τους ρωτούσα να μου πουν.
-Μα, αφού μιλάει και κουνιέται φανερά πλέων βρε παιδιά, γιατί είναι τόσο σπουδαίο, το ότι τρώει;
Απαντώντας αυτοί, έλεγαν χαρούμενοι αλλά και προβληματισμένοι.
-Δεν ξέρουμε ακόμη τι δουλειά έκανε το αγγείο που της έσπασε κι αυτό είναι που μας κάνει να ανησυχούμε αρκετά ακόμη για την πορεία της γυναίκας σου. Φοβόμασταν όπως καταλαβαίνεις, μήπως και δεν θα μπορούσε να φάει δηλαδή εξ αιτίας αυτού, όπως και να μην λειτουργεί αυτή η τόσο απλή, αλλά και τόσο απαραίτητη διαδικασία.
-Αν δεν μπορούσε δηλαδή να φάει, τι κι αν κουνιέται, ή αν μιλάει, αφού δεν θα μπορούσε να ζήσει άσιτη; Καταλαβαίνεις τώρα γιατί χαιρόμαστε; Έλα να την ταΐσεις εσύ τώρα, για να πάρεις κι εσύ την ανάλογη με μας χαρά.
Κι ενώ μου έλεγαν αυτά, μου έδωσαν στα χέρια μια μεγάλη σύριγγα γεμάτη με γάλα.
Βλέποντάς την, με το δίκαιό μου τους ρωτούσα και πάλι να μου πουν.
-Τί είδους φαγητό είναι αυτό που έπρεπε να της δώσω, βρε παιδιά;
Γελώντας οι γιατροί με την αντίδρασή μου, απαντούσαν στο ερώτημά μου.
-Γάλα είναι. Τί περίμενες να την δώσουμε να φάει, μπριζόλες;
Αφού μου έδειξαν ωστόσο, πως και τι να κάνω προκειμένου να ταΐσω την γυναίκα μου όπως μου είπαν, έφυγαν αυτοί και μας άφησαν μόνους.
-Με ταΐζεις σαν να είμαι μικρό παιδί, έλεγε η γυναίκα μου με παράπονο, λες κι ότι μπορούσε να το κάνει αυτό από μόνη της.
-Αν μπορείς της έλεγα, σήκω πάνω να το φας μόνη σου. Μπορείς να το κάνεις;
Επίτηδες της το έλεγα αυτό, προκειμένου να δω τι θα μπορούσε να κάνει, αλλά παρά τις προσπάθειές της, δεν μπορούσε να κρατήσει την σύριγγα, αν και σήκωνε αρκετά ψηλά τα χέρια της.
-Όσο θα είσαι εδώ, της έλεγα και πάλι, θα σε ταΐζω εγώ. Όταν όμως βγεις από δω, τότε θα τρως μόνη σου. Μη στεναχωριέσαι λοιπόν.
Την βοήθησα να γευματίσει βέβαια, αλλά και η διαδικασία του γεύματός της δεν ήταν δύσκολη, αφού απλώς άδειασα σιγά, σιγά το περιεχόμενο της σύριγγας στο λάστιχο που της είχαν περασμένο στο στομάχι από το στόμα.
Μετά από λίγο, είπαμε μερικά εκεί με την γυναίκα μου, αλλά κι όπως όφειλα, βγήκα έξω από τον χώρο της νοσηλείας της, προκειμένου να συναντήσω τον χειρούργο. όπως μου σύστησε ο προϊστάμενος της εντατικής να κάνω.
Βλέποντας με αυτός, χαρούμενος και πάλι έλεγε κουνώντας συγχρόνως και τα χέρια του. -Τρώει το κορίτσι μας; Αφού και τρώει αυτή, να είσαι κι συ χαρούμενος τώρα, παρά για το ότι μίλησε, ή ότι κούνησε τα χέρια και τα πόδια της.
-Χαίρομε γιατρέ, του έλεγα, αλλά όπως παρατήρησα την ώρα που της έδινα το γάλα με την σύριγγα, η αριστερή της πλευρά, δεν έχει την ίδια ευχέρεια κίνησης με την δεξιά της. Είναι δηλαδή λίγο ποιο αργή, όπως και λίγο ποιο δυσκίνητη σε σχέση με την δεξιά της πλευρά.
-Να μη σ’ απασχολεί καθόλου αυτό, απαντούσε ο γιατρός, γιατί θα ανακτήσει σε λίγες μέρες και τον έλεγχο της αριστερής της πλευράς. Όπως το είδες κι εσύ όμως, περάσαμε τρεις μεγάλους, όσο κι απαραίτητους σκοπέλους μέχρι στιγμής, γι’ αυτό και ήμαστε όλοι χαρούμενοι από το μέχρι τώρα αποτέλεσμα της αναμονής μας.
Μιχάλης Αλταλίκης