Από μικρός λοιπόν άκουγα να λένε οι μεγαλύτεροι κι από τον πατέρα μου ακόμη στην ηλικία, ότι οι κουκουβάγιες είναι σοφές. Όταν μάλιστα έφτασα να φοιτώ στην πρώτη τάξη του γυμνασίου και υποχρεώθηκα να φορώ το σχετικό πηλήκιο, αυτό δηλαδή που δήλωνε προς όλους ότι ήμουν μαθητής γυμνασίου, τότε μόνον πρόσεξα ότι μια κουκουβάγια το κοσμούσε, η οποία ήταν τοποθετημένη πάνω από το γείσο και στο σημείο που έχουν το εθνόσημο, τα πηλήκια των αξιωματικών για παράδειγμα.
Το φορούσαμε υποχρεωτικά βέβαια τότε, τόσο στο σχολείο, όσο και στο δρόμο και καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας μάλιστα, ώστε όλοι να ξέρουν βλέποντάς το, τί ήταν αυτός που το φορούσε.
Η κουκουβάγια πάντως πάνω από το γείσο, από μακριά δήλωνε με την παρουσία της, ότι αυτός που φοράει το πηλήκιο, έχει σκοπό και στόχο στην ζωή του να μιμηθεί την σοφία της.
Δεν ξέρω να σας πω τώρα τον λόγο που έγινε αυτό, αλλά μέχρι να βγάλω το γυμνάσιο, είχε εντελώς καταργηθεί το πηλήκιο, όπως καταργήθηκε αργότερα και η περίφημή ποδιά που φορούσαν τα κορίτσια, στα γυμνάσια θηλαίων που φοιτούσαν τότε.
Κι όλα αυτά που σας αναφέρω τώρα, μια κουκουβάγια μου τα θύμισε προ ημερών. Και μου τα θύμισε θα πω, γιατί κάθε βράδι την άκουγα να βγάζει τις γνωστές κραυγές της χωρίς να ξέρω τον λόγο, αλλά και πουθενά δεν μπορούσα να την εντοπίσω.
Όσο κι αν έστηνα το αυτί μου δηλαδή προς το μέρος που υπολόγιζα να βρίσκεται, τίποτε δεν κατάφερνα. Κρύβετε μάλλον έλεγα στον εαυτό μου, ώστε κανείς να μη ξέρει που βρίσκετε.
Σοφή άραγε είναι, όπως άκουγα να λένε οι παππούδες, ή εγώ δεν έχω καλά αντανακλαστικά; Αυτήν την απορία έχοντας λοιπόν, όντως έψαχνα να την δω κάποια στιγμή. Την εντόπισα τελικά ένα βράδι και τυχαία πρέπει να πω ότι το έκανα, γιατί την είδα να περνά πετώντας πάνω από την βεράντα του σπιτιού μου.
Από τότε και μετά όμως, συχνά την έβλεπα να περιφέρετε στην γειτονιά μας πετώντας από σπίτι σε σπίτι και καθόλου δεν κρυβόταν πια όπως έβλεπα, αφού άρχισε να κάνει πρωινές όπως και απογευματινές εμφανίσεις, αναζητώντας σύντροφο μάλλον, ή την τροφή της όπως εγώ τουλάχιστον μπορούσα να υποθέτω.
Ότι κι αν έκανε εκεί η κουκουβάγια πάντως, μόνον αυτή ήξερε τον λόγο που το έκανε κι αφού για σπουδαστικούς και μόνον λόγους παρατηρούσα εγώ τις κινήσεις της, περίμενα να δω τί είχε στο μυαλό της να κάνει κι αν μπορούσα να μελετήσω κάτι από αυτό που θα επιχειρούσε.
Αυτό περιμένοντας να αποκομίσω λοιπόν, μου έδωσε τελικά την ευκαιρία ένα πρωινό, ώστε και την σοφία της να θαυμάσω καθώς ήλπιζα, αλλά και την επιδέξια τεχνική της να θαυμάσω.
Για την ακρίβεια του λόγου λοιπόν, πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού του γείτονά μου την εντόπισα να στέκεται ακίνητη το συγκεκριμένο πρωινό, όπου κι έστριβε το κεφάλι της πότε δεξιά και πότε αριστερά κάθε τόσο και τα πάντα περιεργαζόταν από εκεί πάνω με τα μεγάλα μάτια της χωρίς να δηλώνει τις προθέσεις της.
Κι επειδή άκουσα τους γείτονές μου να εκθειάζουν τις δυνατότητες της κουκουβάγιας όταν είδαν με τι ενδιαφέρον παρακολουθούσα τις κινήσεις της, όντως τις παρατηρούσα με κάθε προσοχή, για να μην μου διαφύγει τίποτε.
Όσο κι αν περίμενα όμως, τίποτε δεν έβλεπα να γίνετε, αλλά και την συμπεριφορά της κρίνοντας, μάλλον δέχτηκα ότι δεν είχε διάθεση για κυνήγι, αφού όπως έβλεπα, επέμενε να στέκετε στα κεραμίδια και να χαζεύει αδιάφορη από εκεί πάνω τον περιβάλλοντα χώρο.
Βλέποντας λοιπόν να περνάει η ώρα χωρίς αποτέλεσμα, υπέθεσα τελικά, ότι μάλλον έκανε νωρίτερα το κυνήγι της κι έτσι έχασα την δυνατότητα να μελετήσω κάτι από τον τρόπο της.
Την στιγμή που έλεγα αυτά όμως στον εαυτό μου, άκουσα την κουκουβάγια να βγάζει ξαφνικά μια διαρκείας αγχωτική και κάπως τσιριχτή κραυγή, που σε πανικό με παρέπεμπε.
Πρώτη μου φορά άκουγα αυτήν την κραυγή, αλλά κι όπως διαπίστωνα αμέσως μετά, όντως προκάλεσε πανικό, αφού όλα τα μικρά πουλιά που ήταν στα γύρο δένδρα κριμένα τον αισθάνθηκαν και σαν ελατήρια πετάχτηκαν στον αέρα μη ξέροντας προς τα που να πετάξουν.
Μετά από αυτό βέβαια, είδα και την κουκουβάγια να ορμά με τις μεγάλες της φτερούγες και σε μηδέν χρόνο να προλαβαίνει στον αέρα τα σπουργίτια. Από την θέση που βρισκόμουν βέβαια δεν μπόρεσα να δω πόσα άρπαξε, αλλά όσα κι αν άρπαξε, μαζί τους επέστρεψε στα κεραμίδια κι όπως έπρεπε για άγριο κυνηγό, με την ησυχία της τα έτρωγε.
Θαύμασα όπως καταλαβαίνετε για όσα μου επέτρεψε να δω, αλλά κι έλεγα στον εαυτό μου, ότι αν δω να επαναλαμβάνει και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο το κυνήγι της, τότε θα παραδεχθώ ότι όντως είναι σοφή, γιατί όπως ενήργησε εκείνη την στιγμή τουλάχιστον, δεν είδα να κάνει χαζές κινήσεις.
Ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Ήξερε δηλαδή την ύπαρξη όπως και την δύναμη του πανικού κι αυτόν χρησιμοποίησε ως εργαλείο προκειμένου να πετύχει σίγουρο αποτέλεσμα από τις ενέργειές της.
Τον πανικό λοιπόν προκάλεσε γύρο της κι όπως πολύ καλά το ήξερε από βεβαιωμένη πείρα μάλλον, αυτόν εφάρμοσε ως όπλο, γνωρίζοντας ασφαλώς, ότι όποιος κυριεύεται από τον πανικό, με τίποτε δεν μπορεί να γλιτώσει, από αυτόν που τον σοφίστηκε ως εργαλείο και τον κινεί εναντίον του.
Άναυδο που λέτε με άφησε η κουκουβάγια με την σοφία της, όπως και με τεχνική της βέβαια. Και δεν σα κρύβω, ότι από τότε και μετά συνεχώς έστρεφα τα μάτια μου προς τα κεραμίδια του γείτονα προκειμένου να δω τι κάνει.
Όπως πολλές φορές όμως το πρόσεξα, πάντα την ίδια κραυγή έβγαζε όταν κυνηγούσε, αν και δεν είχε πάντα την ίδια επιτυχία, όσο κι αν τα πουλιά δεν άλλαζαν τρόπο αντίδρασης μετά από το άκουσμα της κραυγής της.
Τα μεγαλύτερα σε μέγεθος βέβαια, αμέσως απομακρυνόταν στο άκουσμα της γνωστής φωνής και γρήγορα μάλιστα το έκαναν προκειμένου να γλυτώσουν από τα νύχια της. Τα μικρά όμως δεν έκαναν το ίδιο. Προτιμούσαν να άλλαζαν θέσεις μάλλον πετώντας πανικόβλητα από δένδρο σε δένδρο, αδυνατώντας να τιθασεύσουν τον πανικό τους κι όπως ήταν επόμενο, εφάρμοζαν εκείνο το ρητό που λέει, ο σώζων εαυτόν σωθήτο.
Μια μέρα όμως κάτι άλλο μου επέτρεψε να δω έστω και με την ίδια τεχνική στο κυνήγι της κι όπως έτυχε, στην αυλόπορτα του οικοπέδου μου στάθηκα να καταγράψω την συμπεριφορά της.
Για την ακρίβεια, δυο μικρά ποντικάκια έβλεπα στο οικόπεδο του γείτονά μου, από αυτά δηλαδή που στα χωράφια υπάρχουν, τα οποία έβγαιναν για λίγο από την φωλιά τους ψάχνοντας για τροφή μάλλον και πάλι να έμπαιναν μέσα βιαστικά και φοβισμένα.
Η κουκουβάγια έκανε το κορόιδο όπως έβλεπα, αλλά και τους υπολογισμούς της έκανε όπως αποδείχτηκε μετά από λίγο, γιατί είδε τα ποντίκια και σοφά σκεπτόμενη, τα άφησε εν γνώση της να ξεθαρρέψουν κι αφού εκτίμησε ότι θα τα προλάβει αν τα μπλοκάρει με τον πανικό, τότε μόνον έβγαλε εκείνη την ιδική κραυγή.
Ακούγοντάς την τα ποντίκια, έκαναν το ίδιο με τα πουλιά. Και μη μπορώντας να τιθασεύσουν τον πανικό τους, δυο φορές τα είδα να χτυπιούνται μεταξύ τους, στην προσπάθειά τους να θυμηθούν μάλλον, προς τα που ήταν η φωλιά τους.
Αυτό χρειαζόταν και η κουκουβάγια όμως, οπότε, μέχρι να φτάσω στο τέσσερα εγώ μετρώντας και τα δύο άρπαξε και πάλι πήγε μαζί τους στα κεραμίδια να τα γευματίσει. Μάστορας είναι τελικά η κουκουβάγια είπα μέσα μου κι αφού παραδέχτηκα για πολλοστή φορά πια την τεχνική της, σταμάτησα να την μελετώ.
Πανικός λοιπόν. Αυτόν μελετώντας στην συνέχεια, έχω να πω ότι είναι πολύ ποιο επικίνδυνος από τους ανεπεξέργαστους λογισμούς, γιατί δεν σου επιτρέπει ικανό χρόνο να σκεφτείς τί να κάνεις, όταν για κάποιον λόγο σου προκύψει.
Οι λογισμοί είναι μόνον σκέψεις κι ο καθένας μπορεί να τους επεξεργαστεί αν θέλει, η να τους αποβάλει εντελώς από το μυαλό του αν ξέρει τι επιβάλετε να κάνει όταν του προκύψουν.
Ο πανικός όμως είναι μη ελεγχόμενη κατάσταση, κάτω από συνθήκες ενεργούμενη και μάλιστα στο μηδέν του χρόνου κι εχθρός είναι αυτός που τον προκαλεί και φυσικά, δεν φανερώνει τον σκοπό του.
Σκεφτόμαστε εμείς οι άνθρωποι πριν πάρουμε αποφάσεις για όσα θέλουμε να κάνουμε και πάλι σε λάθη πέφτουμε. Αν μας πλακώσει ο πανικός όμως, υπάρχει περίπτωση να κάνουμε κάτι σωστό πανικόβλητοι;
Μακριά από τον πανικό λοιπόν, γιατί αυτοί που τον έχουν μελετήσει σαν την κουκουβάγια και σαν όπλο τεραστίων διαστάσεων και δυνατοτήτων τον έχουν πλάι τους και ανά πάσα στιγμή κοντά τους όπως η κουκουβάγια, ότι θέλουν μπορούν να μας προκαλέσουν.
Πανικός λοιπόν. Υπερόπλο με λίγα λόγια. Είναι σαν να βλέπεις τον χάρο ξαφνικά μπροστά σου δηλαδή, να έχει σηκωμένο το δρεπάνι του και να ετοιμάζεται να σου πάρει το κεφάλι. Πέστε μου κι εσείς λοιπόν, αν έχουμε χρόνο να κάνουμε κάτι εκείνη την στιγμή, που να μας επιτρέπει την σωτηρία, γιατί ούτε το σώζων εαυτό σωθήτο δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε, αφού δεν έχουμε που να κρυφτούμε.
Παρόλα αυτά όμως, κάτι θα προλάβουμε να κάνουμε εμείς οι άνθρωποι, έστω κι αν δεν μπορέσουμε να τιθασεύσουμε τον πανικό μας, γιατί το μηδέν του χρόνου γι’ εμάς ιδικά δεν είναι και τόσο μηδέν.
Και δεν είναι τόσο μηδέν, γιατί Αυτός που από το μηδέν έκανε τα πάντα και μας έχει παιδιά Του κι εμείς Θεό και πατέρα μας, ανά πάσα στιγμή μπορεί να μεγεθύνει το μηδέν του χρόνου τόσο, που να μην έχει τέλος.
Και βεβαίως μπορεί να το κάνει, αφού τα πάντα εξουσιάζει και τα πάντα γνωρίζουν ότι ασφαλώς κι εξαρτώνται από το θέλημά Του. Κι αφού σε όλους είναι γνωστό αυτό, δεν έχουμε να κάνουμε τίποτε άλλο, από το να ζητήσουμε την βοήθειά Του.
Βοήθησον υμάς Του λέμε μόνον δηλαδή και τα πάντα Τον υπακούουν, γιατί κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση στον δημιουργό των πάντων. Αυτήν την δυνατότητα λοιπόν έχουμε εμείς οι άνθρωποι από τον πατέρα μας δοσμένη κι απορίας άξιο είναι θα πω πάλι, γιατί δεν την χρησιμοποιούμε και προπαντός, γιατί αποφεύγουμε να ζητήσουμε την βοήθεια Του πατέρα μας.
Ας το χωνέψουμε λοιπόν για να εδραιωθούμε επιτέλους επί του θέματος. Μόνοι μας και χωρίς τον Θεό μέσα μας, τίποτε δεν είμαστε. Και δεν είμαστε τίποτε, γιατί ποτέ δεν ήμασταν κάτι. Αυτός θέλησε να γεννηθούμε ως άνθρωποι κι αυτό κάναμε κι εμείς υπακούοντας στην εντολή Του.
Αν δεν υπήρχε η σχετική εντολή, κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να γεννηθεί από μόνος του, όσο κι αν μερικοί δήθεν επιστήμονες μας λένε, ότι η διακύμανση του κενού προκάλεσε το σύμπαν κατά την άποψή τους.
Χωρίς την εντολή του Θεού λοιπόν, τίποτε δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Και χωρίς την δική Του συμμετοχή στην ζωή μας, κανένας λογικός λόγος δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ύπαρξη μας ως ανθρώπινα όντα.
Εμείς βέβαια το ξεχνάμε αυτό και ζούμε σαν να μην το ξέρουμε ως προϋπόθεση. Ο πονηρός όμως το ξέρει και με τίποτε δεν το ξεχνά. Κι αυτός είναι ο λόγο που κάνει τα πάντα, προκειμένου να μη το φέρουμε ποτέ εμείς στην μνήμη μας.
Και μήπως δεν έχει τρόπο να το κινεί; Αυτός ιδικά, πολλά υπερόπλα έχει στην διάθεσή του για τον συγκεκριμένο σκοπό και πολύ έντεχνα τα χρησιμοποιεί εναντίον μας. Εμείς όμως, ακόμη επιμένουμε να ζούμε πρόχειρα.
Με βάση τα παραπάνω λοιπόν, πέστε μου με ειλικρίνεια κι εσείς, αν είναι λογικό να τρέμουμε από φόβο μη πεθάνουμε από τα κόλπα που αυτός εφαρμόζει επάνω μας και βασισμένοι μετά σε άλλα κόλπα που αυτός και πάλι μεθοδεύει, να φτάσουμε στο σημείο να ξεχάσουμε την ελπίδα μας προς τον Θεό και πατέρα μας και να ελπίζουμε την σωτηρία της ζωής μας στις δικές του μεθοδεύσεις.
Σ’ αυτές όμως υπακούοντες, είναι σαν να παραδεχόμαστε, ότι δεν γνωρίζουμε την ύπαρξη του Θεού κι ως εκ τούτου, δεν γνωρίζουμε κι αν όντως Είναι πατέρας μας.
Αλλά και πολύ απλά δηλώνουμε ως αχάριστοι, ότι ασφαλώς και γνωρίζουμε, ότι όσο παντοδύναμο δημιουργό κι αν μας Τον παρουσίασαν οι ιερείς και οι αρχιερείς μας, δεν μπορεί να μας προστατέψει από τις μεθοδεύσεις του πονηρού υποτακτικού του.
Μιχάλης Αλταλίκης