Στεναχωρημένος κι εγώ όμως από τον χαμό του νεαρού, πάλι έδωσα κάτι στον Παναγιώτη εκείνη την ημέρα και μετά από αυτό, τον έστειλα στο σπίτι τους να ησυχάσει κάπως, γιατί πολύ εξαντλημένο τον άκουγα να μου μιλά, αλλά κι αυτό που έβλεπα στην εμφάνισή του, καθόλου δεν μου άρεσε.
Την επομένη όμως, στο μοναστήρι μας βρέθηκα καθώς το είχα στο πρόγραμμά μου και στον γέροντά μας κατέφυγα προκειμένου να του αναφέρω την αυτοκτονία του νεαρού, για τον οποίο κι άλλη φορά του είχα μιλήσει, όταν ο νεαρός προκάλεσε εκείνο το περίεργο τροχαίο και λίγο έλειψε να σκοτωθεί.
Μαζί με τα του νεαρού όμως και την παράλογη συμπεριφορά αυτών που από σύμπτωση ήταν συγγενείς του έθιξα στον γέροντα για πολλοστή φορά και πάλι και με κάθε σεβασμό στην κρίση του ζητούσα να με συμβουλέψει, για το πως έπρεπε να ενεργήσω στην συνέχεια.
Για το πως θα μπορούσα να κινηθώ δηλαδή, στην προσπάθειά μου να προστατεύσω την Θοδώρα και τον Παναγιώτη καθώς ήξερε την άρρωστη περίπτωσή τους, από την συνεχιζόμενη προς αυτούς κακία των συγγενών τους.
Ακούγοντας με πολύ προσοχή την αναφορά μου ο γέροντας, έλεγε όπως πάντα με τον δικό του ήπιο τρόπο, ότι τίποτε δεν θα μπορούσα να κάνω όσο η κακία τους ήταν σε εφαρμογή, γιατί και ξένος προς αυτούς ήμουν και δεμένα τα χέρια μου είχα, αφού κανείς δεν μπορούσε να στηρίξει νόμιμα την προσπάθειά μου.
Εκτός αυτού έλεγε, μάλλον κινδυνεύεις να βρεθείς εσύ υπόλογος από υπερασπιστής, γιατί αυτοί νόμιμα θα βρουν τρόπο να καθηλώσουν την δική σου προσπάθεια, αν τα οικονομικά τους συμφέροντα είναι τόσο υψηλά όσα μου αναφέρεις.
Κάνε κάτι άλλο όμως πρόσθεσε. Πήγαινε στην εκκλησία της ενορίας τους κι ανάφερε στον προϊστάμενο ιερέα όσα γνωρίζεις επί του θέματος κι άφησε αυτόν και την εκκλησία να κάνει όσα σίγουρα δεν θα μπορέσεις εσύ.
Αυτά λοιπόν με συμβούλεψε να κάνω ο γέροντας και λεπτό δεν έχασα από την υποχρέωση που είχα να εφαρμόσω την συμβουλή του. Μόλις επέστρεψα από την επίσκεψη που του έκανα δηλαδή, αμέσως πήγα στην εκκλησία της ενορίας που ανήκε η εν λόγω οικογένεια κι αφού βρήκα τον ιερέα, λεπτομερώς του ανάφερα τα πάντα.
Ακούγοντας ο ιερέας αυτά που του ανάφερα για την συμπεριφορά τους, μου είπε ότι γνώριζε την οικογένεια κι ότι ο ίδιος τέλεσε προ ημερών μάλιστα και την νεκρώσιμη ακολουθία του νεαρού εγγονιού τους, για τον οποίο πολύ στεναχωρήθηκε όπως έλεγε, αν και δεν τον γνώριζε προσωπικά.
Κι ενώ μου έλεγε αυτά, συνεχώς με κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω όπως λέμε και με πολύ μεγάλη απορία μάλιστα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Μου εξηγούσε δε στην συνέχεια, ότι η μητέρα της Θοδώρας δεν ήταν απλώς και μόνον μια πολύ καλή κυρία, αλλά κι από μια πολύ καλή οικογένεια προερχόταν, όπως και πρόεδρος της φυλοπτώχου της ενορίας τους ήταν.
Γνωρίζω και την κοπέλα που μου αναφέρεις πρόσθεσε κι όπως φαίνεται, έχει κάποιο διανοητικό πρόβλημα. Ωστόσο όμως, έρχεται στην εκκλησία μας που και που και την βλέπω να κάθετε ήσυχα σε κάποιο από στασίδια, όπου και παρακολουθεί με προσοχή την θεία λειτουργεία.
Όσο γι’ αυτά που μου ανάφερες για τον πατέρα της, την μητέρα της και την αδελφή της, τίποτε δεν γνωρίζω. Άφησε το θέμα σ’ εμένα λοιπόν κι όταν κάνω την προσωπική μου έρευνα για να είμαι σίγουρος, θα έλεγα να επαναλάβεις την επίσκεψή σου, ώστε και πάλι να τα πούμε.
Αν είναι όλα όπως μου τα είπες, σου εγγυώμαι ότι θα κάνω τα πάντα προκειμένου να συνετίσω τους γονείς της. Κι επειδή αυτό δεν βλέπω να γίνεται γρήγορα, θα έλεγα να έρθεις μετά από ένα μήνα εδώ και τότε θα τα πούμε με την ησυχία μας. Σύμφωνοι;
Συμφώνησα μαζί του βέβαια κι αφού με ευχαρίστησε αυτός για όσα του ανάφερα να γίνονται στην ενορία του και δεν τα υπολόγιζε, έφυγα από την εκκλησία του και πράγματι περίμενα ένα μήνα μέχρι να έρθει η ώρα να επαναλάβω την επίσκεψή μου.
Για να του δώσω και αέρα χρόνου μάλιστα όπως λέμε, δέκα μέρες μετά την λήξη του μήνα πήγα να τον συναντήσω. Με δέχτηκε βέβαια και στο γραφείο του με πέρασε όταν συναντηθήκαμε, ώστε να τα πούμε ιδιαιτέρως όπως είπε.
Κι αφού το θέμα μας ήταν γνωστό, αμέσως άρχισε να το αναπτύσσει, αλλά και μου τα μασούσε κάπως όταν έλεγε. Ναι? Όπως μου τα είπες είναι τα πράγματα. Τα διασταύρωσα όλα, από τους πιστούς της ενορίας μας, οι οποίοι γνωρίζουν επίσης πολύ καλά την οικογένεια.
Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα εκεί, έλεγε κάτι που καθόλου δεν ταίριαζε με την υπόσχεση που μου έδωσε στην πρώτη μας συνάντηση. Ναι? Έλεγε στοχαστικά. Συμφωνώ μαζί σου, αλλά και τί μπορούμε να κάνουμε εμείς θέλω να σου πω, αν η οικογένεια συμπεριφέρεται κατά πως νομίζει;
Εσύ πάντως, καλά θα κάνεις να μην επιμένεις περισσότερο, γιατί όπως βλέπω να γίνεται με την εμπλοκή σου στα οικογενειακά τους, τον μπελά σου πας να βρεις. Μαζί με αυτό δε, κινδυνεύεις να βρεθείς και νομικά υπόλογος απέναντι τους, με το να ανακατεύεσαι σε ξένες υποθέσεις.
Πάτερ, τον έκοψα. Αυτός είναι κι ο λόγος που ήρθα σ’ εσένα. Αφού δεν μπορώ εγώ να κάνω κάτι, εσύ να επιληφθείς του θέματος όπως μου το υποσχέθηκες. Ναι βρε παιδί μου έλεγε πάλι αυτός, αλλά πώς μπορώ να ανακατευτώ κι εγώ στα οικογενειακά τους; Και τί θα καταφέρω δηλαδή με την παρέμβασή μου, αν αυτοί επιμένουν να κάνουν ότι θέλουν;
Να τους μαλώσεις πάτερ, του έλεγα με κάποιο θυμό στην φωνή μου. Να τους μαλώσεις και μαζί με αυτό, να τους υποδείξεις τί πρέπει να κάνουν και πως πρέπει να συμπεριφέρονται ως ορθόδοξοι Χριστιανοί, αφού ως τέτοιοι θέλουν να έρχονται στην εκκλησία σου.
Να τους δείξεις εσύ δηλαδή, με ποιον τρόπο οφείλουν να υπάρχουν ως ορθόδοξοι χριστιανοί κι όχι να παριστάνουν τους πιστούς, προσφέροντας μόνον τον παχυλό οβολό τους. Τον οποίο βέβαια, ευχαρίστως δέχεσαι πάτερ και δεν θέλεις να τον χάσει όπως με οδηγείς να υπολογίζω.
Αντιδρώντας αυτός για όσα ευθέως του έλεγα, πάλι επέμενε να τους χαϊδεύει. Μα δεν είναι κακοί άνθρωποι βρε παιδί μου. Αν κάνουν λάθη όμως συμπεριφερόμενοι, πως μπορώ να τους διορθώσω εγώ και με ποιο δικαίωμα θα τους υποδείξω τί να κάνουν;
Πάτερ? Με το δικαίωμα του ιερέα να το κάνεις αφού και νομικά το έχεις. Αν δεν θέλεις να χάσεις τον οβολό τους, ασφαλώς και θα κλείνεις συνεχώς τα μάτια σου. Αν θέλεις όμως να διαμορφώνεις ορθοδόξους εδώ που προΐστασαι, έχεις υποχρέωση να τους πεις, ότι δεν θέλουμε τα χρήματά σας παιδιά μου, την ψυχή σας θέλουμε να σώσουμε.
Γι’ αυτό λοιπόν διαλέξτε. Ή θα βαδίζετε όπως πρέπει, ή θα χάσετε την ψυχή σας με τον τρόπο που διαχωρίζεται τα παιδιά σας. Και για να είστε σίγουροι, ότι ορθά πασχίζεται για την σωτηρία της ψυχής σας, το παιδί σας που έχει πρόβλημα πρέπει να φροντίζεται περισσότερο κι όχι την άλλη που ζει σαν βασίλισσα αδιαφορώντας για την κατάσταση της αδελφής της, γιατί και της βασίλισσας την ψυχή θα χάσετε με τον τρόπο που την προστατεύεται.
Αυτά λοιπόν να τους πεις πάτερ, αν βέβαια κι εσύ θέλεις να κάνεις το λειτούργημά σου σωστά. Διαφορετικά κι εσύ κινδυνεύεις πρέπει να ξέρεις κι ας είσαι παπάς. Αυτά του έλεγα λοιπόν κι αφού αυτός δεν έλεγε να ανατρέψει τους λογισμούς του, ή δεν ήθελε να χάσει τους πλούσιους δήθεν πιστούς του, τίποτε δεν πρόσθεσε κι έτσι, έφυγα άπρακτος από την εκκλησία του.
Το θέμα της Θοδώρας όμως έμενε άλυτο και μη μπορώντας να κάνω κάτι άλλο από εκεί και μετά γι’ αυτήν, στον γέροντά μας πάλι κατέφυγα. Κι αφού του ανάφερα αυτά που μου προέκυψαν από την στιχομυθία που είχα με τον ιερέα, πάλη ζητούσα την συμβουλή του για τα επόμενα βήματά μου.
Ότι κι όσα μπόρεσες έκανες μου είπε. Κάνε πίσω τώρα και περίμενε τον Θεό να δώσει την λύση που Αυτός θέλει, αφού όλα στα δικά Του χέρια είναι κι Αυτός τα κατευθύνει, όσο κι αν νομίζουμε εμείς ότι κάτι κάνουμε με τις δικές μας ανθρώπινες προσπάθειες.
Κι αφού αυτά με συμβούλεψε να κάνω ο γέροντας, υποχρεώθηκα να αποσυρθώ πια από το να προστατεύω εγώ την Θοδώρα όπως νόμιζα κι έτσι, μόνον τον Παναγιώτη πια έβλεπα που και που πια κι αυτό πάλι, όταν αυτός ερχόταν όπως το συνήθιζε να μου ζητήσει χρήματα.
Αυτό βέβαια, το έκανε συχνά και το έκανε για κάμποσα χρόνια πρέπει να πω, αν και ποτέ δεν τα μέτρησα για να είμαι ειλικρινής. Κάθε φορά που ερχόταν να με βρει όμως, όλο και ποιο αδύνατο τον έβλεπα, οπότε, άρχισα να φοβάμαι πια ότι δεν θα πήγαινε πολύ μακριά με τον τρόπο που ζούσε, γιατί η κατάσταση της υγείας του, μάλλον χειροτέρευε.
Σε κάποια από αυτές τις επισκέψεις του όμως, μου ανάφερε κάποια στιγμή, ότι πέθανε ο πεθερός του κι ότι δεν ζούσαν πια με την ίδια ένταση στο σπίτι τους, γιατί και η πεθερά του μετακόμισε στο σπίτι της μικρότερης κόρης της από την ώρα που έμεινε μόνη της.
Μετά κι από την νέα κατάληξη στο οικογενειακό τους περιβάλλον όμως, άρχισε να μου κάνει συχνότερες επισκέψεις, αλλά και χάθηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ούτε μου τηλεφωνούσε δηλαδή, αλλά ούτε κι επισκέψεις μου έκανε πια.
Ήθελα να μάθω νέα τους είναι αλήθεια, αλλά και δίσταζα να τον αναζητήσω στο σπίτι τους, από φόβο μην ανοίξω την ανεπιθύμητη οικονομική πληγή που μου προκάλεσε και δεν έλεγε να κλείσει, για τον λόγο ότι δεν μπορούσα πλέον να σηκώνω τις όλο και ποιο συχνές οικονομικές του ανάγκες.
Αυτό λοιπόν έχοντας στο μυαλό μου, δεν πήγαινα να τον βρω. Δέχτηκα όμως μια κλήση στο τηλέφωνό μου από κάποιον άγνωστο μια μέρα κι όπως έλεγε με γρήγορο τρόπο όταν του απάντησα, ήταν ο μικρός γιός της Θοδώρας.
Με ξάφνιασε είναι αλήθεια, γιατί ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι θα μιλούσα κάποια μέρα μαζί του, γιατί για μικρό τον είχα. Κι αφού μου συστήθηκε, έλεγε πάλι πολύ συνοπτικά ότι πέθανε ο Παναγιώτης πριν από ένα εξάμηνο περίπου.
Έμεινα όπως μπορείτε να καταλάβετέ. Το περίμενα βέβαια αυτό, αλλά απόρησα μαζί τους, γιατί δεν μου είπαν τίποτε και μάλιστα τότε που έπρεπε. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που αντί να του πω ότι χάρηκα που τον άκουσα, του έκανα παρατήρηση.
Γιατί βρε παιδί μου δεν μου είπατε στην ώρα του αυτό που λες σήμερα; Το ξεχάσαμε είπε αυτός κι ενώ εγώ υπολόγιζα ότι κάπου στα δέκα τέσσερα έπρεπε να ήταν σύμφωνα με τα χρόνια που πέρασαν, αυτός μου έλεγε αν και κάπως διστακτικά εκείνη την στιγμή, ότι χρειαζόταν χρήματα κι αν μπορούσα να του τα δώσω.
Δεν τον απάντησα βέβαια, αλλά κι όταν του είπα να πει στην μητέρα του να με καλέσει, αμέσως μου την έδωσε αφού ήταν δίπλα του κι όπως αποδείχτηκε, άκουγε αυτά που μου είπε ο μικρός. Μιχάλη. Έλεγε κι αυτή όταν πήρε το ακουστικό στα χέρια της. Μήπως μπορείς να μας δώσεις τα χρήματα που μας χρειάζονται, γιατί πέθανε ο πατέρας μου και δεν ξέρουμε από ποιόν άλλον να τα ζητήσουμε;
Ξαφνιάστηκα για δεύτερη είναι αλήθεια και μελετώντας την αναφορά της, άρχισα να ψάχνω μέσα μου εκείνη την στιγμή, πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα τον Παναγιώτη, γιατί όπως έδειχναν τα πράγματα, έχασα πολλά επεισόδια από την ταραχώδη ζωή τους. Αλλά και χρόνο δεν είχα πλέων, ώστε να με απασχολούν οι υποθέσεις τους.
Κι αφού στο κινητό μου με κάλεσαν κι εγώ στο μοναστήρι βρισκόμουν εκείνη την ώρα, τους είπα ότι μάλλον έπρεπε να απευθυνθούν προς την μητέρα της για τον συγκεκριμένο λόγο, αφού έλειπα εγώ και πολύ μακριά βρισκόμουν απασχολημένος.
Καλά είπε η Θοδώρα. Αφού δεν είσαι εδώ, θα πάω να βρω στο σπίτι της αδελφής μου την μητέρα μου, αφού εκεί μένει πια μετά από τον θάνατο του πατέρα μου. Αν δεν μου τα δώσει όμως κι εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω.
Αυτά λοιπόν είπαμε με την Θοδώρα εκείνη την ημέρα και ήταν η τελευταία φορά που μιλήσαμε. Από τότε και μετά δηλαδή, δεν είχα άλλη τηλεφωνική επαφή μαζί της, αλλά ούτε και νέα της έχω να σας πω.
Από κάποιον γνωστό τους όμως έμαθα λίγο αργότερα, ότι και η αδελφή της δεν είχε καλή κατάληξη, γιατί χώρισε για οικονομικούς λόγους όπως πάντα, κι έκτοτε, ζούσε αρκετά στεναχωρημένη παρέα μόνον με τις δυο κόρες της.
Όσο για την Θοδώρα, δεν ξέρω να σας πω τίποτε περισσότερο, αφού ούτε κι ο γιός της με κάλεσε ξανά. Αν έλυσαν τα οικονομικά τους προβλήματα ή όχι δηλαδή, ποτέ δεν το έμαθα. Ούτε και το προσπάθησα είναι αλήθεια, γιατί μου φάνηκε ότι ήθελαν να εκμεταλλευτούν την διάθεση που είχα να δίνω κάτι στον Παναγιώτη.
Αυτόν βέβαια τον κάλυπτα έστω κι από λίγα, γιατί από κανέναν δεν είχε να περιμένει την σχετική βοήθεια. Αλλά κι όπως ήξερα, ποτέ δεν ζητούσε χρήματα ιδικά από την Θοδώρα, γιατί η διανοητική κατάσταση, δεν της επέτρεπε θα λέγαμε να δικαιολογεί τέτοιου είδους αιτήματα.
Αυτός ήταν κι ο λόγος δηλαδή, που συστηματικά απέφευγε να της ζητά ο Παναγιώτης χρήματα, για να μην την υποχρεώνει να παλεύει όπως ήξερε, με τους λογισμούς που για μέρες την περιτριγύριζαν μετέπειτα.
Μιχάλης Αλταλίκης