Αρραβωνιάστηκα πριν από λίγο καιρό όπως σας ανέφερα στα προηγούμενα και στον αρραβώνα μας, παρευρέθηκε κι ο γαμπρός της πεθεράς μου από την αδελφή της, αυτός δηλαδή που ήρθε τότε γι’ αυτόν τον σκοπό από την Αυστραλία.
Και δεν ήρθε βέβαια από εκεί μόνον για τον δικό μας αρραβώνα, αλλά με αφορμή αυτής της επίσκεψης του στην πατρίδα, θέλησε να εξετάσει και το ενδεχόμενο να επιστρέψει πια στα πάτρια εδάφη και οικογενειακώς μάλιστα από την Αυστραλία, δεδομένου ότι ήταν εκεί αρκετά χρόνια όλοι τους μετανάστες.
Λόγοι υγείας τον υποχρέωναν να επισπεύσει την επιστροφή τους στην πατρίδα, πράγμα που αμέσως σχεδόν και στις επόμενες μέρες του αρραβώνος μας δρομολόγησε ο Αυστραλός επισκέπτης μας.
Ήταν νέος άνθρωπος κι αυτός κι εγώ τον είδα για πολύ λίγο στις μέρες πριν και μετά του αρραβώνα μας, αλλά αυτό δεν μας εμπόδισε να δεθούμε τόσο πολύ μαζί, που από τότε και μετά γίναμε όντως κολλητοί.
Όπως σας είπα και στα προηγούμενα όμως, τα πεθερικά μου συνήθιζαν να παραθερίζουν τον Ιούλιο μήνα στην θάλασσα και από τον μήνα Αύγουστο και μετά και έως ότου ανοίξουν τα σχολεία, συνέχιζαν την παραθέριση τους στο χωριό της πεθεράς μου, στο Βελβεντό δηλαδή.
Αφότου έγινα γαμπρός τους όμως, βρέθηκα κι εγώ να παραθερίζω μαζί τους κι όπως ήταν επόμενο αυτό, μου ζήτησαν να τους ακολουθήσω και στο υπόλοιπο καλοκαιρινό τους πρόγραμμα, αυτό που είχε ως κατάληξη το Βελβεντό κι επειδή μου το επέτρεπαν οι εργασίες μου, το υποσχέθηκα.
Για Σαββατοκύριακες επισκέψεις άλλωστε μιλούσαν, για τον λόγο ότι τόσο η αρραβωνιαστικιά μου, όσο κι ο πεθερός μου εργαζόταν και οι εργασιακές τους υποχρεώσεις στο μηχανουργείου τους, δεν τους επέτρεπε να κάνουν παρά μόνον τέτοιου είδους διακοπές στο Βελβεντό.
Επειδή κι εγώ είχα παρόμοιους λόγους, αποφασίσαμε τελικά να κάνουμε μεν τις Σαββατοκύριακες μας επισκέψεις εκεί, αλλά την πρώτη μας οικογενειακή επίσκεψη στο Βελβεντό να την κάνουμε τον Δεκαπενταύγουστο, τότε δηλαδή που γιορτάζει η κεντρική τους εκκλησία και έτσι θα κάναμε πανηγυρική την επίσκεψη μας και μάλιστα με όλα όσα συνεπάγονται σε αυτές τις περιπτώσεις.
Μας περίμενε άλλωστε κι ο Αυστραλός εκεί, δεδομένου ότι κι αυτός από τον Βελβεντό καταγόταν. Ετοιμαστήκαμε λοιπόν γι’ αυτήν την επίσκεψη κι αφού η γιορτή της Παναγίας συνέπεσε την Δευτέρα εκείνης της χρονιάς, αποφασίσαμε να φύγουμε από το απόγευμα της Παρασκευής από την Θεσσαλονίκη για την Κοζάνη, στον νομό της οποίας ανήκει και το Βελβεντό, πράγμα που φρόντισε να μου το υπενθυμίσει ο πεθερός μου όταν ξεκινούσαμε.
– Το Βελβεντό είναι στην Κοζάνη. Έχεις πάει ποτέ εκεί;
– Όχι του είπα. Αλλά ούτε και η Κοζάνη ξέρω προς τα πού πέφτει, αφού ποτέ μου δεν την επισκέφτηκα.
– Αφού λοιπόν δεν ξέρεις προς τα πού θα πάμε, πρόσθεσε, πάρε το αυτοκίνητο, την αρραβωνιαστικιά σου και τον μικρό μαζί σου και ακολούθησε μας. Εγώ και η πεθερά σου θα μπούμε στο φορτηγάκι. Έλα πίσω μου λοιπόν και σε δύο ώρες περίπου, θα δεις προς τα που πέφτουν η Κοζάνη και το Βελβεντό.
Αυτά είπαμε εκεί και μπήκαμε στα αυτοκίνητα μας. Ακολουθώντας τον όμως πίσω από το φορτηγάκι που αυτός οδηγούσε, μπήκαμε μετά από μιας ώρας περίπου διαδρομή, στην πόλη της Βέροιας.
Βγήκαμε γρήγορα σχεδόν από την Βέροια κι ακολουθώντας τον δρόμο που μας οδηγούσε προς την Κοζάνη όπως είδα να γράφουν οι ταμπέλες, θαύμαζα σε λίγο την ομορφιά του δάσους, καθώς ανεβαίναμε το βουνό της Καστανιάς.
Ευχαριστήθηκα με λίγα λόγια εκείνη την ορεινή διαδρομή, οδηγώντας πλάι από τις πανύψηλες οξιές και όντως εντυπωσιάστηκα από την μεγαλόπρεπη μονή της Παναγίας Σουμελά, αυτήν πού είδα να δεσπόζει στην δεξιά πλαγιά του βουνού.
Λίγο πιο κάτω σταμάτησε ο πεθερός μου, προκειμένου να πιούμε από το παγωμένο νερό που ασταμάτητα τρέχει από της βρύσες όπως μου εξήγησε, αυτές που είδα να βρίσκονται στην δεξιά πλευρά του δρόμου και έξω από την μικρή εκκλησία, την αφιερωμένη στην Παναγία της Ζωοδόχου Πηγής.
Αφού λοιπόν ήπιαμε αρκετό από εκείνο το κρύο νερό της Παναγίας, μπήκαμε και πάλι στα αυτοκίνητα μας και ακολουθώντας τις υποδείξεις του δρόμου, θέλοντας και μη τον κατηφορίσαμε, αντιμετωπίζοντας την δύσκολη διαδρομή του με τις ατελείωτες κλειστές στροφές.
Ακολουθώντας μια μεγάλη και ευθεία σχετικά διαδρομή μετά από τις στροφές, σε τριάντα λεπτά περίπου, πλησιάσαμε τα όρια της πόλης της Κοζάνης.
Από εκεί και μετά, κάναμε αριστερά. Ακολουθώντας ύστερα τον δρόμο που οδηγεί προς την Λάρισα, φτάσαμε στον Αλιάκμονα ποταμό, αυτόν που διασχίσαμε τότε περνώντας πάνω από μια μικρή γέφυρα.
Δίπλα από αυτήν όμως, είδαμε στημένες τις πανύψηλες κολόνες, αυτές έμελλε να γίνουν μετά από λίγο καιρό στήριγμα, για την νέα γέφυρα των χιλίων τριακοσίων μέτρων που ετοίμαζαν να στήσουν, η οποία μάλιστα δεσπόζει περίτρανη σήμερα πάνω από την λίμνη που έντεχνα προκάλεσαν στην περιοχή του Πολυφύτου, λόγω του φράγματος που έκαναν εκεί, εξαιτίας του οποίου και πήρε το όνομα της η εν λόγω λίμνη.
Την παλιά και μικρή γέφυρα την περάσαμε με πολύ προσοχή, λόγω των έργων που γινόταν στον πυθμένα του, αλλά και αμέσως σχεδόν μπήκαμε στο πολύ μικρό και γραφικό χωριουδάκι, αυτό που ήταν απλωμένο εκεί και δίπλα από τις χαμηλές παρυφές του ποταμού, το οποίο είδα να φέρει το όνομα Νεράιδα.
Ήταν πολύ μικρό, αλλά και πανέμορφο εκείνο το χωριουδάκι κι εγώ πολύ στεναχωρήθηκα που το προσπεράσαμε στα γρήγορα, για τον λόγο ότι δεν μπόρεσα να χαρώ ξανά την ομορφιά του, δεδομένου ότι ήταν στο σχέδιο να θαφτεί δια παντός κάτω από τα παγωμένα νερά της λίμνης, πράγμα βέβαια που όντως κι έγινε στο επόμενο χρονικό διάστημα.
Αμέσως μετά από αυτό το μικρό χωριουδάκι όμως, στρίψαμε αριστερά και βγαίνοντας από τον μεγάλο δρόμο που οδηγεί προς τα Σέρβια και κατ’ επέκτασιν προς την Λάρισα, ακολουθήσαμε έναν άλλον στενό και επαρχιακό δρόμο, ο οποίος μας οδηγούσε προς το Βελβεντό όπως έδειχνε το τόξο της ταμπέλας που είδα να υπάρχει στην δεξιά του πλευρά.
Στα δέκα χιλιόμετρα περίπου από εκείνη την διασταύρωση, συναντήσαμε επιτέλους το περιβόητο Βελβεντό, το οποίο είδα να είναι χτισμένο στους πρόποδες των Πιερίων, αλλά από την πλευρά της Κοζάνης.
Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στην εν λόγο περιοχή όπως σας είπα κι όπως είναι λογικό αυτό, την κατέγραψα όπως την είδα τότε. Μπήκαμε ωστόσο στο χωριό και περνώντας μέσα από τα σοκάκια του, καταλήξαμε αμέσως στο σπίτι που διατηρούσαν εκεί τα πεθερικά μου κι αυτό ήταν στο κέντρο του χωριού.
Δεν πρόλαβα να δω και πολλά πράγματα όμως τότε από το Βελβεντό, αλλά κι από όσα μπόρεσα να παρατηρήσω περνώντας μέσα από τα σοκάκια που διασχίσαμε μέχρι να καταλήξουμε στο σπίτι μας, όντως εντυπωσιάστηκα.
Και με το δίκαιο μου θα έλεγα εντυπωσιάστηκα, όταν βρέθηκα μπροστά σ’ εκείνη την πρωτόγνωρη για μένα αρχοντική αρχιτεκτονική που διέθεταν τα σπίτια του, αυτήν που πουθενά αλλού δεν είχα συναντήσει.
Και δεν ήταν μόνον αυτό που με εντυπωσίασε, γιατί και πεντακάθαρο ήταν το χωριό όπως παρατήρησα. Μπροστά δε από όλες τις αυλές και στα κεκλιμένα προς το κέντρο σοκάκια του, είδα να τρέχουν πολλά νερά.
Αυτά δε; Βοηθούσαν επαρκώς τότε, τόσο στην καθαριότητα του χωριού όπως το πληροφορήθηκα, όσο και στις αγροτικές ανάγκες των κατοίκων του, αφού με αυτά πότιζαν και τα δενδροφύτευτα χωράφια τους.
Και δεν πρόλαβα να δω τότε πολλά πράγματα από το Βελβεντό όπως είπα, γιατί με το που κατεβάσαμε τα πράγματα μας στο σπίτι, αυτό που ήταν κτισμένο πάνω στα θεμέλια του παλιού και καμένου πατρικού της πεθεράς μου, με πήρε μαζί του ο πεθερός μου και με παρουσίαζε στους φίλους και γνωστούς του, αυτούς που έβλεπα να είναι αραχτοί στα καφενεία της κεντρικής τους πλατείας.
Εκεί λοιπόν; Δεν έκανα τίποτε άλλο εγώ, από το να συστήνομαι και να χαίρομαι για την γνωριμία μου με εκείνους τους απλοϊκούς ανθρώπους του Βελβεντού, αυτούς δηλαδή που συναντούσα στην πλαταία τους, όπως άκουσα να την αποκαλούν, αλλά και στα καφενεία της πλαταίας τους.
Όντως όμως χαιρόμουν την παρουσία μου ανάμεσα τους, γιατί μου θύμιζαν αυτοί το δικό μου χωριό, αλλά και τους δικούς μου ανθρώπους. Αυτούς δηλαδή που ξέχασα εγώ ότι υπήρχαν, έτσι όπως ήμουν απασχολημένος με τις υποχρεώσεις της δουλειάς μου και τους θυμήθηκα εκεί, στο Βελβεντό.
Και τα παιδικά μου χρόνια μου θύμισαν εκείνοι οι μπαρμπάδες. Αυτά δηλαδή που έζησα μικρός, όταν συνόδευα τον παππού μου στα καφενεία της δικής μας αγοράς, όπου κι άκουγα με πολύ ενδιαφέρον τις ιστορίες που αυτοί έλεγαν μεταξύ τους, όταν έπιναν τις ρακές τους.
Αυτά λοιπόν θυμήθηκα κατά την πρώτη μου επίσκεψη στον Βελβεντό, γι’ αυτό και τους το είπα κάποια στιγμή, όταν έπινα μαζί τους τις ρακές με τον γλυκάνισο.
– Μου θυμίσατε το δικό μου χωριό και τις επισκέψεις που έκανα μικρός εγώ τότε στα καφενεία μας, συνοδεύοντας τον παππού μου. Λόγο ηλικίας βέβαια δεν έπινα ρακές καλή ώρα, όπως κάνω τώρα εδώ μαζί σας, αλλά έτρωγα από τους μεζέδες τους, αυτούς που ερχόταν στον δίσκο μαζί με τις ρακές.
Μόλις ακουμπούσε ο σερβιτόρος τον δίσκο στο τραπέζι που καθόταν ο παππούς μου με την παρέα του, εγώ ορμούσα στους μεζέδες τους και δεν το έκανα αυτό για άλλο λόγο, παρά μόνον για το ότι μου άρεσε η παρέα τους θα έλεγα, αλλά και η διαδικασία που έβλεπα να γίνεται.
Έπιναν αυτοί μια γουλιά από την ρακή τους και μετά στρέφονταν με τα πιρουνάκια τους προς τους μεζέδες, όσους βέβαια προλάβαιναν να βρουν στα πιατάκια τους, αφού συνεχώς εγώ έκανα επιδρομές σ’ αυτά.
Χαιρόταν είναι αλήθεια μ’ εκείνη την παιδιάστικη συνήθεια μου και καθόλου δεν ανησυχούσαν όταν έβλεπαν να εξαφανίζω τους μεζέδες από τα πιατάκια τους. Και δεν ανησυχούσαν, γιατί αυτοί μπορούσαν να πίνουν αρκετές ρακές σκέτες και χωρίς μεζέ.
Ενθουσιάστηκαν μαζί μου εκείνοι οι απλοϊκοί και ηλικιωμένοι άνθρωποι του Βελβεντού, τόσο με την αναφορά που τους έκανα για τις συνήθειες του παππού μου, όσο και για την δήλωση που τους έκανα, ότι κι εγώ από χωριό ήμουν, γι’ αυτό και αμέσως με ρώτησε κάποιος.
– Πίνουν κι αυτού ρακές;
Παίρνοντας θετική απάντηση στο πρώτο τους ερώτημα, με θάρρος μετά έκαναν και τα υπόλοιπα ερωτήματα τους. Τα πάντα ρωτούσαν και όλοι τους έκαναν ερωτήσεις, στην προσπάθεια τους να μάθουν θαρρείς όσα μπορούσαν περισσότερα για μένα, αλλά και για το δικό μου χωριό.
Ευχαρίστως τους απαντούσα εγώ, αν και έπινα γουλιά, γουλιά και με πολύ προσοχή το τσίπουρο που αυτοί μου έβαζαν στο ποτήρι μου, αφού κάθε τόσο και άλλος από την παρέα τους έδινε παραγγελία στον γηραλέο σερβιτόρο.
– Άντι α Χαρίσ’ . Βάλει μας ακόμη έναν γύρου.
– Βάλε κι συ λίγου νιρό στην ρακή. Έλεγαν σε μένα προστατευτικά. Κι μην την πίν’ς αδ’ έτσ’, γιατί θα συ κάψ’ τουν λιμό.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, έπρεπε να προσέχει κανείς πόσο πίνει λέγοντας και πίνοντας παρέα με εκείνους τους εκπαιδευμένους πότες, γιατί ήταν πολύ εύκολο να βρεθεί σε μηδέν χρόνο μεθυσμένος.
Και δεν μου έφτανε το ότι κάθε τόσο μου γέμιζαν το ποτήρι, αυτοί που αρχικά ήταν στην παρέα του πεθερού μου, γιατί μετά από λίγο κι όπως το είχαν στην συνήθεια τους, όποιος άλλος ερχόταν να την πλαισιώσει, έκανε παραγγελιά ένα νέο γύρο τα τσίπουρα και σε όλους όσους ήταν εκεί.
Μια δραχμή βέβαια χρέωναν τότε τα ατομικά τσίπουρα μαζί με τον μεζέ τους, αλλά και τα τσίπουρα που πίναμε ήταν πάρα πολλά. Ατελείωτα ερχόταν το ένα τσίπουρο πίσω από το άλλο, αφού πολλαπλασιάστηκαν τα μέλη εκείνης της παρέας και δεν σας κρύβω, ότι εγώ έκανα πολύ μεγάλη προσπάθεια να ανταποκριθώ αξιοπρεπώς στις δικές τους συνήθειες, αν και ήμουν όντως απαίδευτος για τέτοιου είδους σπορ.
Βλέποντας λοιπόν και αυτοί την προσπάθεια που έκανα προκειμένου να ενταχθώ με χαρά στην παρέα τους, έλεγαν στον πεθερό μου.
– Α, ρε Κώστα. Αυτός είνει θ’ κός μας. Που τού βρίκεις αυτό του πιδί;
Καμάρωνε ο πεθερός μου ακούγοντας καλά σχόλια για τον γαμπρό του και θέλοντας να με παρουσιάσει και στους υπόλοιπους γνωστούς του, με τράβηξε έξω κάποια στιγμή από το πρώτο καφενείο και με πήγαινε βόλτα στην πλατεία, στην οποία δεν προλαβαίναμε να κάνουμε βήμα ελεύθεροι.
Μόλις μας έβλεπαν οι φίλοι του να περνάμε έξω από τα καφενεία, αμέσως μας φώναζαν μέσα. Υπακούοντας εμείς στα καλέσματα τους, μπαίναμε στην παρέα τους και όπως καταλαβαίνετε, δεν ήταν δυνατόν να ξέρω πια, τι ώρα ήταν όταν έμπαινα στο ένα καφενείο και τι ώρα ήταν όταν ερχόταν η στιγμή να ακούσω την νέα παραγγελιά για τσίπουρα από το επόμενο.
Κι όταν ερχόταν η ώρα να τους πούμε ότι έπρεπε να φύγουμε πια, άκουγα από όλους την ίδια στερεότυπη απάντηση.
– Ένα γύρου ακόμη α κι μιτά θα φεύγουμοι όλνοι.
Αυτά έλεγαν, αλλά κανείς τους δεν κουνιόταν από την θέση του.
– Πάμε έλεγα κι εγώ στον πεθερό μου. φτάνει πια. Θα φυτρώσει το τσίπουρο στο στομάχι μας.
Αντί άλλης απάντησης, το ίδιο έκανε κι ο πεθερός μου, όταν αράξαμε για τα καλά πια στο τελευταίο καφενείο της πλατείας, σ’ εκείνο δηλαδή που συναντήσαμε και το Αυστραλό επισκέπτη μας, αυτόν που ήταν και μπατζανάκης του πεθερού μου.
– Γιατί βιάζεσαι ρε; Δεν περνάμε καλά εδώ; Πού θα βρούμε καλύτερα;
– Ναι ρε. Καλά είμαστε εδώ, έλεγε κι ο Αυστραλός. Γιατί να φύγουμε;
Αυτά συμπλήρωνε, αλλά αυτός έπινε πολύ περισσότερο κι από τον πεθερό μου. Αυτός ειδικά; Ποτέ δεν χόρταινε, από όσο τσίπουρο και αν έπινε.
Εγώ απλώς, προσπαθούσα να τους κάνω παρέα, πίνοντας όσο γινόταν λιγότερο για μένα, χωρίς όμως να τους χαλάω ούτε την διάθεση, αλλά ούτε και την παρέα που τόσο πολύ την ευχαριστιόταν.
Είχα απομακρυνθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια από το χωριό μου και μου έλειπε αυτή η ζεστασιά που μου έδειχναν με την συμπεριφορά τους εκείνοι οι άνθρωποι και επειδή αναπλήρωναν αυτοί το δικό μου κενό, έπαψα κι εγώ να νοιάζομαι για το τι ώρα έμπαινα, ή τι ώρα έβγαινα από τα καφενεία, αφού μου ήταν αρκετό το ότι ήμουν μαζί τους.
Γελούσα όμως και με τις φωνές που έβαζαν στον ηλικιωμένο σερβιτόρο.
– Άιντε α. Πουλί αργείς.
– Θα γένει α. Θα γένει, έλεγε εκείνος. Τώρα ιά έρχουμει.
Αυτά τους έλεγε και πάλι από την αρχή έκανε γύρες τα τσίπουρα στα ποτήρια τους όπως και στο δικό μου.
Τρείς μέρες πέρασαν κι εγώ εκτός από τα καφενεία, τις ρακές και τις παρέες των κατοίκων του Βελβεντού δεν είδα τίποτε άλλο. Την ημέρα της πανήγυρης όμως; Το δώσαμε και κατάλαβε όπως θα έλεγαν κι αυτοί.
Πίνοντας ατελείωτα τσίπουρα, δεν μπορούσαμε να φύγουμε από τα καφενεία πριν ή μας φωνάξουν να πάμε επιτέλους και στο σπίτι. Εγώ δε; Ούτε είδα. Ούτε άκουσα. Αλλά ούτε και κατάλαβα πότε ήταν η πανήγυρη και πως ήταν αυτή, αφού ήμουν συνεχώς κλεισμένος στα καφενεία και δεν είχα άλλη αίσθηση, εκτός από αυτήν του τσίπουρου, που άρχισε πια και μου έκαιγε το στομάχι.
Αφού ήμουν καλεσμένος όμως, ο πεθερός μου έκανε κουμάντο στις κινήσεις μας, γι’ αυτό και τον άκουσα να μου λέει κάποια στιγμή.
– Πρέπει να πάμε και στον χορό. Γι’ αυτό; Ας πάμε στο σπίτι, γιατί θα θέλουν οι γυναίκες να τις βγάλουμε έξω και παραδοσιακά. Θα θέλουν να τις πάμε στον χορό.
Αυτός ο χορός, είναι παραδοσιακή απαίτηση και την τιμούν δεόντως οι κάτοικοι του χωριού, παρουσία βέβαια των ομογενών τους, αυτών που έρχονται από την Αμερική και την Αυστραλία με την ευκαιρία της γιορτής, για να συναντήσουν τους δικούς τους.
Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, το εξοχικό κέντρο όπου γίνεται αυτός χορός, είναι πάντα ασφυκτικά γεμάτο. Η κοινή δε διασκέδαση, κρατάει μέχρι το πρωί, για όσους βέβαια εξ αυτών δεν έχουν δουλειά την επομένη.
– Εμείς όμως έχουμε δουλειά αύριο του είπα. Πως θα πάμε σ’ αυτό τον χορό;
– Εσύ έχεις δουλειά αύριο είπε αυτός, όχι εγώ. Γι’ αυτό λοιπόν, θα μείνω εδώ και την επομένη. Θα επιστρέψω όμως μαζί με την αρραβωνιαστικιά σου αύριο το απόγευμα.
Μην στεναχωριέσαι όμως και θα πάμε στον χορό. Κι αφού θα πάμε, κανόνισα να φύγεις κατ’ ευθείαν από το κέντρο το πρωί, με κάποιον που κι αυτός έχει δουλειά στην Θεσσαλονίκη.
Αυτός λοιπόν θα σε πάρει μαζί του κι όπως είναι στο πρόγραμμα, θα έρθουμε πάλι εδώ το άλλο Σάββατο. Επιστρέφοντας την Κυριακή το βράδυ προς την Θεσσαλονίκη, τότε θα πάρεις το αυτοκίνητο μαζί σου.
Το κανόνισα επίτηδες έτσι το πράγμα, γιατί φοβάμαι να σ’ αφήσω να οδηγείς έτσι όπως είσαι πιωμένος. Αλλά κι όπως από πείρας το ξέρω αυτό, αύριο το πρωί θα είσαι πολύ χειρότερα από τώρα και αυτό δεν θα είναι καλό για έναν οδηγό.
Αφού λοιπόν αυτός είχε το γενικό πρόσταγμα, έκανα υπακοή στο θέλημα του κι όντως πήγαμε όλοι μαζί στον χορό. Κι όπως ήταν φυσικό αυτό, το δώσαμε και κατάλαβε πάλι.
Εκεί που χορεύαμε όμως, άκουσα κάποιον να με καλεί με το επίθετο μου. Ενστικτωδώς γύρισα να δω ποιος ήταν αυτός που με ήξερε τόσο καλά και με έκπληξη μου διαπίστωσα, ότι έβλεπα μπροστά μου τον δόκιμο που είχα στον στρατό, αυτόν που βρέθηκε μεθυσμένος και ανάποδα γυρισμένος μέσα στη σόμπα του Διοικητού μας όπως σας ανάφερα στα του στρατού διαπραχθέντα.
– Γαμπρέ! Γαμπρέ!
Έτσι με αποκαλούσε αυτός με την βαριά προφορά του εκείνη την στιγμή και αυτά μου έλεγε.
– Έμαθα ότι έρθεις γαμπρός στου χουριό μας κι ήρθα να συ δω. Είνει κι η Τάσσους ιδώ.
– Καλά ρε Νίκο; Εσύ δεν έλεγες ότι είσαι απ’ Γκουζάνι; Πως βρέθηκες τώρα από το Βελβεντό;
– Απού ιδώ α είμει. Βλέπ’ ς όμους τι καλά πιρνούμι, ιμείς οι Βιλβινοί;
Χάρηκα εγώ γιατί βρήκα εκεί γνωστούς και μάλιστα τους παλιούς μου συστρατιώτες, τον δόκιμο δηλαδή και τον Τάσσο, αν κι αυτός δήλωνε τότε ότι καταγόταν από την Κοζάνη.
Είπαμε πολλά εκεί και θυμηθήκαμε άλλα τόσα από τα στρατιωτικά μας βιώματα και ούτε λίγο ούτε πολύ, ξημέρωσα μαζί τους πίνοντας, τρώγοντας και χορεύοντας. Όλη την νύχτα κρατούσε το γλέντι κι εγώ συνεχώς χόρευα δίπλα τους στους ρυθμούς της Πατρόνας, τους ρυθμούς δηλαδή που έχει ο τοπικός και παραδοσιακό χορός της περιοχής τους.
Στις πέντε το πρωί όμως, ήρθε και με βρήκε κάποιος που γνώρισα το μεσημέρι εκείνης της ημέρας από τον πεθερό μου, ο οποίος και μου έλεγε κάτω από τους ήχους του κλαρίνου, έτσι όπως το έκανε να κελαηδάει ο Πανάγκος.
– Έλα να φύγουμε. Εγώ θα σε πάρω μαζί μου. Κάνε γρήγορα όμως, γιατί βιάζομαι.
Με κακοφάνηκε είναι αλήθεια εκείνη η πρόσκληση, για τον λόγο ότι χαλούσε την διασκέδαση μου, αλλά αφού έπρεπε να φύγω όπως ήταν προγραμματισμένο, χαιρέτησα τους δικούς μου και μαζί με αυτούς, χαιρέτησα κι όλους εκείνους που μέχρι εκείνη την στιγμή διασκέδαζαν μαζί μου.
Άλλωστε κι αυτοί ετοιμαζόταν να αποχωρίσουν από το κέντρο εκείνη την ώρα κι όπως μου εξηγούσαν δεν θα πήγαιναν στο σπίτι τους, αλλά κατευθείαν στα χωράφια τους.
– Κ’ ιμείς στις δ’ λιές μας θα πηγαίνουμι. Θα πάμι αυτήν την ώρα να μάσουμι τα δρόκινα, γιατί άμα θα βγει ου Ήλιους κι μιτά, δεν θα μπουρούμι να κάνουμι ντίπ τίπουτα. Καλόν δρόμου λοιπόν σι σένα κι σι μας κι καλή αντάμουσ’.
Ιμείς ιδώ έτσ’ του έχουμι συμπλήρωναν. Χουρός, Χουρός κι δλιά, δλιά. Άμα τα θέλουμι όλα, θα πρέπ’ κι να τα κάνουμι όλα στην ώρα τ’ς κι όπους πρέπ’.
Αυτά άκουγα εκείνη την ώρα από τους γλεντζέδες αγρότες του Βελβεντού και μπαίνοντας στο αυτοκίνητο του ανθρώπου που ήρθε να με παραλάβει, απομακρυνόμασταν μετά από λίγο από το κέντρο, αλλά κι από τα όρια του χωριού, κατευθυνόμενοι προς την Κατερίνη.
Όπως μου εξηγούσε αυτός. Θα ανεβαίναμε στα Πιέρια και μέσου του δασικού χωματόδρομο που διαθέτει αυτό το βουνό, θα καταλήγαμε στην Κατερίνη, για τον λόγο ότι εκείνη η διαδρομή ήταν συντομότερη έχοντας για προορισμό μας την Θεσσαλονίκη.
Έως ότου φτάσουμε όμως σ’ αυτόν τον ορεινό δρόμο, έκπληκτος και πάλι έβλεπα εκείνους τους αγρότες που πριν από λίγο χόρευα μαζί τους, να είναι φορτωμένοι στα αγροτικά τους και να μπαίνουν ορεξάτοι στα χωράφια τους.
Και δεν είναι υπερβολή αυτό που θα σας πω, ότι αρκετοί από αυτούς, ήταν ήδη ανεβασμένοι στα δένδρα όπως τους έβλεπα περνώντας πλάι από τα χωράφια τους και όντως μάζευαν ροδάκινα.
Ανεβήκαμε όμως στο βουνό και ακολουθώντας εκείνον τον χωματόδρομο με τις πολλές στροφές ζαλίστηκα όπως φάνηκε και καθώς ήμουν αρκετά πιωμένος και νυσταγμένος, κοιμήθηκα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που δεν είδα πολλά πράγματα από το βουνά, αλλά κι από αυτά που μπόρεσα να δω έστω και ζαλισμένος, μπορώ να σας πω ότι πέρασα μέσα από ένα υπέροχο βουνό με πανύψηλα δένδρα κι επειδή δεν το ευχαριστήθηκα όπως θα ήθελα, πολλές φορές αργότερα έκανα την ίδια διαδρομή θέλοντας να απολαύσω την ομορφιά του.
Δύο ώρες σχεδόν κοιμόμουν μέσα στο αυτοκίνητο του και κατά τις επτάμισι το πρωί, με ξύπνησε ο Τάσσος όπως μου συστήθηκε κατά την διαδρομή, όταν με πήγε μέχρι τον παλιό Σταθμό της πόλης μας, όπου και εργαζόμουν.
Ευχαρίστησα βέβαια τον Τάσσο για τον κόπο που έκανε να με φέρει μέχρι και στον χώρο της εργασίας μου και όπως ήταν αναμενόμενο πια αυτό για μένα, του υποσχέθηκα ότι θα πίναμε αρκετές ρακές μαζί στον Βελβεντό, όταν θα επέστρεφα εκεί το επόμενο Σαββατοκύριακο.
Μιμούμενος όμως κι εγώ εκείνους τους εργατικούς γλεντζέδες αγρότες του Βελβεντού που γνώρισα, πήγα αμέσως στην έδρα μου κι όντως έπιασα με όρεξη δουλειά, αντιμετωπίζοντας μετά από λίγο τις δικές μου υποχρεώσεις, αυτές δηλαδή που από μένα περίμεναν την διευθέτηση τους.
Μιχάλης Αλταλίκης