Το δικό μας σπίτι

mixail-150x1501Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που έκανε ο πατέρας μου τα όνειρά του και άρχισε να κτίζει τον δικό μας επαγγελματικό χώρο, πάνω από τον οποίο όπως το σκέφτηκε, θα στεγαζόταν και το σπίτι μας.

 Με αυτήν τη λύση, θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν πλέον επαρκώς και οι αυξημένες ανάγκες του παντοπωλείου μας, που ο τζίρος του μεγάλωνε μέρα με την μέρα θεαματικά. Όχι μόνον από το δικό μας χωριό, αλλά και από τα γύρω χωριά ερχόταν οι άνθρωποι, προκειμένου να κάνουν τις αγορές τους από το κατάστημά μας.

 Έτρεχαν λοιπόν οι συγγενείς του πατέρα μου, χτίστες, να αποπερατώσουν το χτίσιμο του σπιτιού μας, πριν μας προλάβει ο χειμώνας. Έτρεχε και ο πατέρας μου πίσω από αυτούς, στην προσπάθειά του να τους φέρει έγκαιρα, τα υλικά που χρειάζονταν. Έτρεχε και η μητέρα μου, και αυτή έτρεχε περισσότερο από όλους, πότε προς εξυπηρέτηση των πελατών μας, πότε πίσω από την υπάλληλο μην κάνει κανένα λάθος, πότε πίσω από την γιαγιά που πάντα κάτι ήθελε και προπαντός, έτρεχε πίσω από τις μικρές αδελφές μου, μη τυχών και κάνουν κάποια ζημιά στον εαυτό τους.

 Ήθελαν πολύ προσοχή αυτές, γιατί η μεγαλύτερη από τις δύο και πεντάχρονη αδερφή μου, διψούσε μια μέρα και δεν μπορούσε να περιμένει, το πότε θα της δώσει νερό η μητέρα μου.  Βλέποντας αυτή μια μισογεμάτη κανάτα κάτω από το βαρέλι με το φωτιστικό πετρέλαιο, την σήκωσε και ήπιε το περιεχόμενο της, σαν να ήταν νερό.

 Όλοι έτρεχαν λοιπόν και μαζί με αυτούς, έτρεχα και εγώ. Πότε για να μου φύγει ο πόνος, από τις ξυλιές που έτρωγα στο σχολείο και πότε για να πάω γρήγορα στο μαγαζί, όταν με φώναζε ο πατέρας μου να τους βοηθήσω. Παρατώντας στη μέση και το παιχνίδι που έπαιζα με τα άλλα παιδιά στο προαύλιο της εκκλησίας, έτρεχα και πίσω από τις αδελφές μου, αφού πάντοτε έπρεπε να τις προσέχει κάποιος.

 – Αδελφές σου είναι και οφείλεις να τις προσέχεις έλεγε ο πατέρας μου. Ποιόν περιμένεις να το κάνει αυτό, ο ξένος κόσμος;

 Δεν κουραζόμουν από κείνο το τρέξιμο. Άντεχα γιατί ήμουν παιδί και δεν με έφτανε κανείς στο τρέξιμο και στις γυμναστικές επιδείξεις στο τέλος της σχολικής περιόδου, πάντα πρώτος έβγαινα. Με κούραζαν όμως οι υποχρεώσεις που είχα στο μπακάλικο, γιατί αυτές δεν με άφηναν να παίζω ελεύθερα, όπως όλα τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου.

 Όσο και αν με κούραζαν όμως αυτές, καταλάβαινα ότι σπούδαζα μέσα σε κείνο το μαγαζί πράγματα, που δεν θα μπορούσα να τα σπουδάσω σε κανένα σχολείο.

 – Πρόσεχε καλά έλεγε ο πατέρας μου. Βλέπε τι χρήματα παίρνεις. Βλέπε πόσο κάνει αυτό που σου ζητούν και προπαντός, βλέπε τι ρέστα τους δίνεις. Αν κάνεις κάποιο λάθος, κανείς δεν θα το δεχθεί ως τέτοιο. Θα βάζει με το μυαλό του, ότι το έκανες επίτηδες. Είναι απαραίτητο λοιπόν το να κρατάς τα μάτια σου ανοικτά, αλλά ακόμα πιο απαραίτητο είναι, το να τα κρατάς καθαρά, γιατί μπορεί να έχεις τα μάτια ανοιχτά, αλλά να μη βλέπεις τον λάκκο που σκάβεις στον εαυτό σου. Έρχονται με εμπιστοσύνη σε μας οι άνθρωποι και μας εξομολογούνται τις ανάγκες τους, όπως και τα προβλήματά τους. Ακόμη και τα προσωπικά τους μας εμπιστεύονται, όπως κάνουν αυτοί, όταν πάνε στον παπά. Ό,τι ακούμε όμως μέσα στο μαγαζί, πρέπει να το κρατάμε μέσα μας κρυφό, όπως το κρατάει ο τάφος και δεν το συζητάμε αυτό με κανέναν. Αφού μας εμπιστεύονται όσοι έρχονται στο μαγαζί μας, οφείλουμε κι εμείς να σεβόμαστε την εμπιστοσύνη που μας δείχνουν.

 Με τέτοια και με άλλα πολλά σπούδαζα γενικά και ειδικά μέσα σε κείνο το μπακάλικο από τον πατέρα μου, που και αυτός το πανεπιστήμιο της ζωής έβγαλε, όταν από τα οκτώ του χρόνια και από την δευτέρα τάξη του δημοτικού, ανέλαβε εργαζόμενος να συντηρήσει τον εαυτόν του και τους γέρους και βασανισμένους γονείς του.

 Οι δικοί του γονείς έχασαν από ασθένειες και ατυχήματα τα πρώτα πέντε παιδιά τους και έτσι, ως ο μόνος εναπομείνας, ανέλαβε την συντήρηση των ανήμπορων πλέον γονιών του.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *