Το Κ.Ψ.Μ. Και ο τρελός διοικητής μας

 Συνέχεια από το προηγούμενο.

mixail-150x1501Έκανε πολλά τρελά εκείνος ο διοικητής και πως να τα αναφέρω όλα. Σε μία από τις πυροβολαρχίες μας όμως, έκανε χρέη διοικητού εκείνο το διάστημα ένας υπολοχαγός. Σ’ αυτόν τον υπολοχαγό λοιπόν, ανέθεσε ο τρελός διοικητής μας την υπηρεσία της διαχείρισης του Κ. Ψ. Μ. Και μαζί μ’ αυτήν, του ανέθεσε και την ευθύνη της καθαριότητας του χώρου του.

–          Σε δεκαπέντε μέρες, θα έρθω να επιθεωρήσω τους χώρους σου,

του είπε και ο υπολοχαγός έτρεχε και δεν έφτανε προκειμένου να μην βρεθεί εκτεθειμένος στον τρελό προϊστάμενο του, γι’ αυτό και για δεκαπέντε μέρες, το καθάριζε συνεχώς με την βοήθεια των στρατιωτών του.

 Για να συμπαρασταθούμε εμείς στον υπολοχαγό όμως, όπως και στην αγωνία που τον κατείχε, αγοράζαμε τα πράγματα που θέλαμε από το παράθυρο του Κ. Ψ. Μ. για να μην λερώσουμε τον εσωτερικό του χώρο.

 Δεν ήθελε να έχει μπελάδες με εκείνον τον περίεργο διοικητή ο υπολοχαγός, γι’ αυτό και μας ευχαριστούσε καθημερινά για την συμπαράσταση που του κάναμε.

 Έλα όμως που ο διοικητής μας, δεν έκανε τίποτε άλλο όλη την ημέρα, από το να ψάχνει να βρει τους αξιωματικούς του εκτεθειμένους, γι’ αυτό και έψαχνε αφορμές για τιμωρίες, ακόμη και εκεί που δεν το υπολόγιζε κανείς.

 Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να κάνει την επιθεώρηση του στους χώρους του Κ. Ψ. Μ., στάθηκε έξω από την πόρτα του και περίμενε να του ανοίξει ο υπολοχαγός από μέσα, αφού εκεί ήταν και τον περίμενε.

 Άνοιξε την πόρτα του ο υπολοχαγός και όλος αγωνία, τον υποδεχόταν εκεί που για δεκαπέντε μέρες το καθάριζε και κανείς από μας δεν πάτησε ούτε το πόδι του.

 Μόλις άνοιξε η πόρτα διάπλατα όμως, έκανε φαρδιά πλατιά την εμφάνιση της μια γόπα από τσιγάρο. Ήταν ξεχασμένη αυτή στην γωνία της πόρτας και φρόντισε να κάνει την απρόσμενη εμφάνιση της εκείνη την δεδομένη στιγμή.

 Περιττό είναι να σας πω, ότι δεν μπήκε μέσα ο διοικητής μας να δει, ότι όλος ο υπόλοιπος χώρος άστραφτε από καθαριότητα. Στάθηκε στην πόρτα λοιπόν και έλεγε στον υπολοχαγό.

 – Αρκετά είδα κύριε υπολοχαγέ. Για την ανυπακοή σας στις διαταγές του διοικητού σας, έχετε είκοσι μέρες φυλάκιση.

 Αφού του είπε αυτά μόνον, του γύρισε μετά την πλάτη και έφευγε από εκεί λέγοντας του χωρίς καν να τον κοιτά.

 – Το επόμενο δεκαπενθήμερο, θα επαναλάβω την επιθεώρηση μου.

 Τρελάθηκε από την στάση του προϊσταμένου του ο υπολοχαγός, αλλά και από την ατυχία του, γιατί δεν περίμενε ότι θα τον έκαιγε τόσο πολύ μια γόπα. Αλλά και τι να έκανε, αφού αυτή εμφανίστηκε τότε που δεν έπρεπε;

 Περιμέναμε με αγωνία εμείς να δούμε ανοιχτό το Κ.Ψ.Μ. και αντί αυτού, το είδαμε να κλείνει και πάλι για άλλες δεκαπέντε μέρες. Άνοιξε ξανά το παράθυρο του ο υπολοχαγός, από όπου και εξυπηρετούσε αυτοπροσώπως  τις ανάγκες όλων μας, αφού κανέναν άλλον δεν επέτρεπε να μπει εκεί μέσα.

 Στεναχωρηθήκαμε για την ατυχία που είχε ο συμπαθείς κατά τα άλλα υπολοχαγός, πλην όμως, δεν μπορούσαμε να την αποτρέψουμε. Φυλακή γι’ αυτόν σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να βγει έξω από στρατόπεδο μας για είκοσι μέρες, όπως και ότι γι’ αυτές τις μέρες δεν θα πληρωνόταν, πράγμα πολύ σημαντικό γι’ αυτόν και την οικογένειά του.

 Ήταν νεοφερμένος κι αυτός εκεί, αλλά και νιόπαντρος. Είχε κανονίσει μια εκδρομή με την γυναίκα του για το Σαββατοκύριακο που ακολουθούσε, την οποία ήλπιζε να πραγματοποιήσει μετά από την επιθεώρηση που περίμενε να λήξει ευνοϊκά γι’ αυτόν, αλλά λόγω της φυλακής που του επεβλήθη, δεν ήταν δυνατόν να την κάνει.

 Υπολόγιζε δηλαδή ότι θα έφευγε ελεύθερος το απόγευμα εκείνης της Παρασκευής γι’ αυτό και σε συνεννόηση με την γυναίκα του, τον περίμενε στο Κιλκίς αυτή, από όπου και θα αναχωρούσαν για την εκδρομή τους.

 Στεναχωρήθηκε πολύ ο άνθρωπος όπως ήταν λογικό, αφενός μεν γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τα σχέδια που ετοίμασε με την γυναίκα του, αφετέρου δε, γιατί δεν μπορούσε ο ίδιος προσωπικά να της μεταβιβάσει την άσχημη εξέλιξη που του προέκυψε.

 Σκεφτόταν να ζητήσει την βοήθεια των συναδέλφων του, αλλά και δεν ήθελε να τους δώσει δικαίωμα ώστε να κάνουν εις βάρος του σχόλια. Μόλις όμως είδε να σταθμεύω το λεωφορείο της μοίρας έξω από το διοικητήριο, προκειμένου να μεταφέρω τους αξιωματικούς μας στα σπίτια τους εκείνο το απόγευμα, ήρθε και μου εκμυστηρεύτηκε το πρόβλημά του.

 – Είμαι νεοφερμένος εδώ όπως ξέρεις, γι’ αυτό και δεν θέλω να δώσω δικαίωμα στους συναδέλφους μου, αφού δεν τους ξέρω και τόσο καλά. Γι’ αυτό λοιπόν, κάνε εσύ αυτό που δεν μπορώ να κάνω εγώ. Ενημέρωσε την γυναίκα μου για όσα μου συνέβησαν σήμερα και πες της ακόμη, ότι το συντομότερο δυνατόν θα πάω να την συναντήσω στο σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη. Θέλω να δείξει κατανόηση για την ακύρωση της εκδρομής μας, την οποία υπόσχομαι ότι θα την κάνουμε αμέσως μετά από την επόμενη επιθεώρηση που περιμένω. Το βράδυ πάντως, θα την καλέσω στο τηλέφωνο και από εκεί θα της τα πω όλα λεπτομερώς, ώστε να μην ανησυχεί.

 Αυτά μου είπε ο υπολοχαγός και μου έδωσε το όνομά της γραμμένο σε ένα χαρτί, όπως και το σημείο της συνάντησης τους σε κάποιο από τα ξενοδοχεία της πόλης δηλαδή. Ζήτησε την εχεμύθεια μου για όσα μου εμπιστεύθηκε και όπως ήταν φυσικό για μένα, του την υποσχέθηκα.

 Όταν τελείωσα τις υποχρεώσεις μου στο Κιλκίς, πήγα στο σημείο που είχαν το ραντεβού τους, αλλά δεν την βρήκα. Όταν ρώτησα να μου πουν το που θα μπορούσα να την βρω, μου είπαν ότι έφυγε από πολύ νωρίς το μεσημέρι και ότι δεν ήξεραν που ήταν. Υπέθεταν, ότι μάλλον θα έφυγε από την πόλη τους.

  Δεν του έφτανε ο ένας μπελάς σκέφτηκα, τώρα θα έχει και άλλον. Μπήκα στο αυτοκίνητο μου αφού δεν βρήκα εκεί την γυναίκα του υπολοχαγού και πήρα τον δρόμο της επιστροφής προς το στρατόπεδο.

 Τίποτε δεν με υποχρέωνε να επιστρέψω γρήγορα, γι’ αυτό και έκανα την επιστροφή μου νωχελικά από τον κεντρικό δρόμο της πόλης. Κοιτούσα όμως και στα πεζοδρόμια, μήπως και εντοπίσω εκεί την γυναίκα του υπολοχαγού και ανάμεσα στους ανθρώπους που έκαναν την βόλτα τους εκείνη την ώρα, αν και δεν την γνώριζα ώστε να κάνω εύκολα αυτό που σκεφτόμουν.

 Αντί να δω όμως αυτήν που έψαχνα χωρίς να την ξέρω, με είδε μια πελάτισσα του πατέρα μου από το μαγαζί μας στην Θεσσαλονίκη και αυτή με φώναζε να σταματήσω. Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου λοιπόν και όπως ήταν λογικό, ρωτούσα να μου πει πως βρέθηκε στο Κιλκίς.

 – Τι κάνεις και πως βρέθηκε εδώ; Από εδώ είσαι; Μόνον εσένα δεν περίμενα να βρω εδώ στο Κιλκίς.

 – Άσε! μου είπε. Παντρεύτηκα πρόσφατα και ήρθα να συναντήσω τον άντρα μου εδώ που είναι στρατιωτικός. Έχουμε σκοπό να πάμε κάπου για το σαββατοκύριακο και αυτός αργεί να βγει έξω από την μονάδα που υπηρετεί. Από το μεσημέρι κάνω βόλτες στα πεζοδρόμια περιμένοντας τον όμως και όπως καταλαβαίνεις, με πονούν τα πόδια από την κούραση.

 – Τώρα, τα βρήκαμε της είπα. Πες μου αν τον άντρα σου τον λένε Γιώργο και ότι είναι υπολοχαγός και θα με τρελάνεις.

 – Ναι! μου είπε περιχαρείς αυτή, πως το ξέρεις;

 – Άσε! της είπα κι εγώ με την σειρά μου. Έλα να σε πάω σε αυτόν, γιατί δεν πρόκειται να βγει απόψε έξω, αλλά ούτε και αύριο.

 – Μα τι λες τώρα; Έχουμε ραντεβού, προκειμένου να πάμε εκδρομή.

 Αυτά έλεγε η γυναίκα και της ήταν αδύνατον να κατανοήσει την στρατιωτική δεοντολογία.

 Κατέβηκα λοιπόν από την θέση μου και την έβαλα να ξαπλώσει μέσα στο λεωφορείο και πίσω εκεί που κάθονται οι επιβάτες.

 – Ξάπλωσε στα καθίσματα, της είπα και μη σηκωθείς από εδώ για κανένα λόγο, έως ότου σου το ζητήσω εγώ. Δεν θέλω να σε δει κανείς και να βρω τον μπελά μου.

 Υπάκουσε η γειτόνισσά μου και με σβησμένα τα φώτα του χώρου των επιβατών στο λεωφορείο, την πήγα μέσα στο στρατόπεδο. Στάθηκα έξω από το διοικητήριο και εκεί όπου ο υπολοχαγός θα ήταν κατ’ ανάγκη μόνιμος αξιωματικός υπηρεσίας για όσον καιρό είχε εκείνη την φυλάκιση και πήγα να τον βρω.

  Τον βρήκα στο γραφείο του να κοιτά με αγονία το ρολόι του και σαν με είδε ξέσπασε λέγοντας.

 – Άντε ρε. Με έσκασες. Γιατί άργησες τόσο πολύ; Τι έγινε; Την βρήκες; Τι σου είπε; Πες μου ρε, γιατί δεν μιλάς;

 Αφού μου έκανε και όλες τέτοιες ερωτήσεις, έκανα τον χαζό εγώ και βγαίνοντας έξω από το γραφείο του, του πέταξα μια ρουκέτα στα γρήγορα.

 – Και γιατί δεν ρωτάς, να σου τα πει η ίδια;

 Χειροτέρεψε η κατάσταση του υπολοχαγού, γι’ αυτό και έλεγε τρέχοντας πίσω μου.

 – Έλα εδώ ρε. Τι είναι αυτά που λες; Που θα την βρω να της τα πω ο ίδιος; Τρελός είσαι;

 Αδιαφορώντας για την αντίδραση του, πήγα στο λεωφορείο και αφού σιγουρεύτηκα ότι κανείς δεν μας έβλεπε, άνοιξα την πίσω πόρτα και έκανα νόημα στην γυναίκα του να βγει έξω.

 – Έλα της είπε όταν ήρθε στην πόρτα και άχνα μη βγάλεις, γιατί χαθήκαμε, τόσο εγώ όσο και ο άντρας σου.

 Όταν είδε αυτός την γυναίκα του να κατεβαίνει από το λεωφορείο τα έχασε, γι’ αυτό και έλεγε σε μένα.

 – Γιατί ρε την έφερες μέσα στο στρατόπεδο; Τι θα κάνω αν μας δει κανείς;

 – Μη φοβάσαι του είπα και δεν θα σε δει κανείς. Το πρωί και στις πέντε είπα απευθυνόμενος στην γυναίκα του, να είσαι έτοιμη. Θα έρθω να σε πάρω και θα φύγουμε με τον ίδιο τρόπο και χωρίς άχνα.

 Τους καληνύχτισα στην συνέχεια και αφήνοντας τους μόνους έφυγα. Από τότε και μετά όμως πολλές φορές ακόμη επανέλαβα το ίδιο εγχείρημα και την ίδια διευκόλυνση στον υπολοχαγό, γιατί συνεχώς πλέον ήταν φυλακή.

 Κάθε φορά που του έκανε επιθεώρηση ο τρελός διοικητής στον ίδιο χώρο, έβρισκε και κάτι ξεχασμένο εκεί. Πότε μια γόπα κάτω από τα πόδια των τραπεζιών, πότε κάποιο φύλλο που τυχαία έμπαιναν από το ανοικτό παράθυρο την στιγμή της επιθεώρησης του και πότε κάποιο χαρτάκι που ήταν κολλημένο κάτω από το πόδι μιας καρέκλας και όλα αυτά διάλεγαν να κάνουν την εμφάνιση τους τότε που δεν το περίμενε κανίς.

 Απηύδησε ο φουκαράς από τις φυλακές, γι’ αυτό και έκλεισε το Κ.Ψ.Μ. μια μέρα, προκειμένου να γλιτώσει από τις φυλακές, εξαιτίας των οποίων όχι μόνον δραχμή δεν έπαιρνε στα χέρια του, αλλά και για να δει την γυναίκα του, έπρεπε να του την πηγαίνω εγώ κρυφά στο στρατόπεδο.

 Θα μπορούσαμε να πούμε ότι καλά έκανε εκείνος ο τρελός διοικητής και  τιμωρούσε συνεχώς τον υπολοχαγό του, αφού ήταν απρόσεκτος και άφηνε τις γόπες να κάνουν βόλτες μέσα στον χώρο του Κ. Ψ. Μ.

 Καλά έκανε και τον τιμωρούσε, αφού έδειχνε με την συμπεριφορά του ότι ήταν τσαπατσούλης, ανυπάκουος και πολύ αδιάφορος για τις ευθύνες που τον αναλογούσαν ως αξιωματικό, πράγμα δηλαδή που από μακριά έδειχνε ότι αυτός ο συγκεκριμένος τουλάχιστον, δεν σεβόταν τίποτε.

 Αν για μια γόπα, ή για ένα φύλο, ή για ένα μικρό χαρτάκι όμως που τυχαία έκαναν την εμφάνισή τους εκεί που δεν έπρεπε, υποχρέωναν εκείνον τον πρόχειρο υπολοχαγό να δέχεται τις μακροχρόνιες όσο και δικαιολογημένες τιμωρίες του παριστάμενο του, για τον τρελό, ανεπρόκοπο, καταστροφέα  και επικίνδυνο για όλους και για όλα διοικητή μας, ποια άραγε έπρεπε να ήταν η ενδεδειγμένη τιμωρία;

 Αυτός που ήταν τιμωρός για το μηδαμινό και καλά έκανε, που το έπαιζε πάπας και όλα τα στραβά των άλλων τα έβλεπε και καλά έκανε, πως μπορούσε να βλέπει την δική του συμμετοχή στις ευθύνες όλων μας και να μη ντρέπεται για όσα μεγίστης σημασίας και αξίας πράγματα έκανε;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *