Άρχισαν εν τω μεταξύ τα σχολεία και εγώ ως μαθητής, παρακολουθούσα τα μαθήματα της τετάρτης τάξης γυμνασίου και σε άγνωστο περιβάλλον για μένα. Το γυμνάσιο όπως είπα ήταν ιδιωτικό και οι καθηγητές μας ήταν οι καλύτεροι της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δίδασκαν συγχρόνως με μας και στα δημόσια σχολεία της πόλης μας.
Και οι συμμαθητές που απέκτησα εκεί ήταν πολύ καλοί, μόνον που ο καθένας από αυτούς όπως κι εγώ, φοιτούσε σε κείνο το ιδιωτικό σχολείο για διαφορετικό λόγο από τους άλλους.
Εγώ ήμουν εκεί γιατί είχα σοβαρό πρόβλημα με την ανορθογραφία μου και αυτός ήταν ο λόγος που οι καθηγητές μου, δεν μου επέτρεψαν την είσοδο μου στο δημόσιο γυμνάσιο, όπως πολλές φορές σας το ανέφερα.
Είχαμε όμως ανάμεσα μας και κάποιους συμμαθητές, που τους έδιωξαν από τα άλλα σχολεία για την ανάρμοστη συμπεριφορά τους, ή γιατί δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν και αυτοί σαν και μένα, στις αυστηρές για την εποχή εκείνη μαθητικές τους υποχρεώσεις.
Οι περισσότεροι όμως ήταν πολύ καλοί έως και άριστοι μαθητές και με τις γνώσεις τους, δυσκόλευαν πολύ τους καθηγητές μας την ώρα του μαθήματος. Πολλοί δε από αυτούς, ήταν τόσο διαβασμένοι, που εγώ το χωριατόπαιδο, δεν μπορούσα να σταθώ δίπλα τους, ούτε ως συμμαθητής, αλλά ούτε και ως μέλος της παρέας τους.
Τα κενά που παρουσίαζα ως συμμαθητής τους, αλλά και ως νεαρός μιας πόλης σαν τη Θεσσαλονίκη, υψώνονταν μπροστά μου σαν βουνά και αυτά πολύ με δυσκόλευαν στη μεταξύ μας συναναστροφή. Ωστόσο, εκτιμώντας την προσεγμένη και ελεγχόμενη συμπεριφορά μου, όπως και το καλό του χαρακτήρα μου, τόσο οι καθηγητές, όσο και οι συμμαθητές μου, όχι μόνον με δέχτηκαν, αλλά και με βοήθησαν να σταθώ ανάμεσά τους με αξιοπρέπεια.
Στη προσπάθεια μου να κάνω φίλους, έγιναν κολλητοί μου, ένας από τους πολύ καλούς συμμαθητές μου και μια από τις άριστες συμμαθήτριες μου. Με τους κολλητούς μου δε, ποτέ δεν χώριζα και αυτοί ήταν οι αίτιοι που έμαθα κι εγώ να διαβάζω αργότερα από τα καλά εξωσχολικά βιβλία, προκειμένου να εμπλουτίσω τις γνώσεις που μου έλειπαν και όντως μου ήταν απαραίτητες.
Εξαιτίας αυτής της ανάγκης, απέκτησα κι εγώ μια μικρή βιβλιοθήκη, η οποία δεν είχε βέβαια πολλά βιβλία, αλλά εκείνα που κυριαρχούσαν στα ράφια της πάντως, ήταν μια σειρά από βιβλία των κλασικών συγγραφέων, όπως του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι που μου άρεσε ιδιαίτερα και του Εμίλ Ζολά.
Διαβάζοντας τα έργα εκείνων των κλασικών συγγραφέων, κατάλαβα το λόγο της ευφράδειας που διέθεταν οι συμμαθητές μου σε σχέση με μένα, γι’ αυτό και στρώθηκα στο να διαβάζω από τρεις και τέσσερις φορές το καθένα από εκείνα τα βιβλίο.
Μετά από εκείνη την καινοτομία, όχι μόνον είχα εξωσχολικά βιβλία στο σπίτι μου, αλλά και μπορούσα πλέον να πω κι εγώ κάτι με τρόπο όταν βρισκόμουν ανάμεσα σε συντροφιές και έτσι δεν φαινόταν και πολύ η χωριάτικη καταγωγή μου. Ωστόσο, όσο και αν το προσπαθούσα αυτό, δεν μπορούσα να την κρύψω, αφού με πρόδιδε το αυθόρμητο όπως και το ειλικρινές του χαρακτήρα μου.
Την πείρα που διέθετα όμως ως σπουδαστής αυτής της ζωής, ούτε να την δουν μπορούσαν, ούτε να την εκτιμήσουν μπορούσαν, ούτε και να την αναζητήσουν σε μένα μπορούσαν, αφού λόγω ηλικίας, δεν ήταν σε θέση να ξέρουν αν υπάρχει.
Συνομήλικος τους βέβαια ήμουν κι εγώ, αλλά έτσι όπως ζούσα τα δικά μου δεκαέξι χρόνια και τόσα που αντιμετώπιζα εγώ ζώντας, αυτοί ούτε και να φανταστούν μπορούσαν. Είχαν και αυτοί λοιπόν κενά έστω κι αν δεν το ήξεραν, αφού αυτά θα ήταν φανερά σ’ αυτούς, αν, εφόσον και όταν τους παρουσιαζόταν ποτέ ο λόγος να τα δουν. Εκείνο το διάστημα όμως, μόνον εγώ παρατηρούσα κενά και αυτά έβλεπα να τα έχω ως μέλος της εκάστοτε συντροφιάς που ακολουθούσα.
Ωστόσο, έκανα παρέα τότε με πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους συντροφιές και αυτές πάλι με δέχονταν ανάμεσα τους όχι μόνον ευχαρίστως αλλά και έτσι όπως ήμουν, χωριατόπαιδο. Όταν όμως ήθελα να πάω σε κάποια απ’ αυτές τις παρέες, πήγαινα πάντα μόνος να τους βρω, γιατί δεν ήταν εύκολο σε όλους να συνυπάρχουν σε ανομοιογενείς παρέες.
Ανάμεσα σε μια από εκείνες τις παρέες που δέχονταν άνετα τη δική μου παρουσία στους κόλπους της, ήταν και η συντροφιά ενός ξαδέλφου μου και αυτός ήταν ο λόγος που πήγαινα στις συναντήσεις τους.
Ήταν συμβατικός τύπος αυτός, πολύ καλό παιδί και πουθενά δεν ταίριαζε με τα μέλη της δικής του παρέας. Αν δεν ήταν αυτός ανάμεσα τους, εγώ ποτέ και με τίποτε δεν θα τους πλησίαζα αυτούς και ο λόγος ήταν ότι αυτή η παρέα είχε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και καθόλου δεν ταίριαζε με τα δικά μου δεδομένα. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος, που κάθε τόσο έλεγα του ξαδέλφου μου.
– Μα τι σχέση έχουμε εμείς με όλους αυτούς τους περίεργους;
– Οι περισσότεροι από αυτούς είναι συμμαθητές μου από τα νήπια, έλεγε εκείνος. Δεν μπορώ να τους αποχωριστώ. Είμαστε φίλοι από παιδιά, πως να τους εγκαταλείψω;
– Ναι αλλά ανάμεσα τους είναι και αρκετοί που είναι πολύ μεγαλύτεροι από μας και όντως έχουν αλλόκοτη συμπεριφορά, του έλεγα. Δεν το βλέπεις αυτό;
– Εντάξει απαντούσε εκείνος. Εγώ είμαι δύο χρόνια πιο μεγάλος από σένα και αυτοί που αναφέρεσαι, είναι κατά δύο χρόνια πιο μεγάλοι από μένα. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι και τόσο κακό. Καλά παιδιά είναι πάντως.
Αυτά έλεγε αυτός για τα μέλη της παρέας του, όταν ήρθε μια μέρα στο σπίτι μου ο αρχηγός τους, συνοδευόμενος από τον δικό του κολλητό. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, μου ζήτησαν να τους αφήσω να κάνουν στο σπίτι μας, το πάρτι που οργάνωναν για το Σάββατο που μας ερχόταν. Από τον ξάδελφο μου έμαθαν ότι θα ήμουν μόνος μου στο σπίτι εκείνο το Σαββατοκύριακο, γι’ αυτό και σκέφτηκαν να το εκμεταλλευτούν.
Δεν τους το επέτρεψα βέβαια εγώ, γι’ αυτό και φανερά μου έδειξαν ότι πειράχτηκαν πολύ μαζί μου. Πονηρά σκεπτόμενοι όμως, μετά από λίγες μέρες κάλεσαν κι εμένα σε ένα πάρτι που οργάνωσαν στο σπίτι ενός άλλου από την παρέα τους. Ήθελαν να μου δείξουν ότι δεν είναι και τόσο κακό αυτό, ώστε αν μου το ζητήσουν άλλη φορά, να μη φοβάμαι να τους παραχωρήσω το σπίτι μας.
Είχαν τους λόγους τους αυτοί για όσα μου ζητούσαν και από ένστικτο και μόνο τους το αρνήθηκα εγώ τότε, αλλά και δεν έκρυβα τους φόβους μου από τον ξάδελφο μου, όταν συνεχώς του έλεγα.
– Για να το ξέρεις αυτό σου το λέω. Πολύ φοβάμαι, ότι αυτοί οι καλοί σου φίλοι, κάτι κακό μας κρύβουν. Δεν ξέρω που να το στηρίξω αυτό, αλλά να, ένα απροσδιόριστο κακό βλέπω να γυρίζει ανάμεσα τους, αν και δεν ξέρω να σου πω ποιο και τι ακριβώς είναι.
Εκείνος όμως επέμενε.
– Έλα ρε συ. Ησύχασε και μη κάνεις έτσι. Τα παιδιά είναι λίγο περίεργα. Καπνίζουν, πίνουν, παίζουν κανένα χαρτάκι, αλλά μόνον αυτά. Μη τους φοβάσαι λοιπόν, γιατί και καλά παιδιά είναι και από καλές οικογένειες είναι. Έλα να πάμε απόψε στο πάρτι που μας κάλεσαν έλεγε κι εκεί θα δεις και θα σιγουρευτείς πλέον, ότι κακώς τους φοβάσαι.
Μ’ αυτά τα δεδομένα λοιπόν, πήγαμε σε κείνο το πάρτι θέλοντας να κάνω το χατίρι του ξαδέλφου μου και για σιγουριά, έπιασα μια καρέκλα κοντά στην μπαλκονόπορτα όταν μπήκαμε σ’ εκείνο το σπίτι, έτσι για να είμαι έτοιμος σε περίπτωση που θα μας παρουσιαζόταν το κακό που φοβόμουν ότι σε κάποια στιγμή θα εκδηλωθεί, έστω και αν δεν ήξερα το πότε.
Δεν ήξερα το λόγο που με έκανε να είμαι τόσο επιφυλακτικός μαζί τους, αλλά καλού κακού όπως είπα, έπιασα την μπαλκονόπορτα. Αισθανόμουν πιο ασφαλής εκεί, δεδομένου ότι το σπίτι ήταν στον πρώτο όροφο και από κει εύκολα θα μπορούσα να πηδήξω κάτω αν χρειαζόταν.
Ανεξάρτητα από τους δικούς μου φόβους όμως, ξεκίνησε εκείνο το πάρτι και αυτοί που το διασκέδαζαν στους ροκ ήχους που έβγαιναν πολύ δυνατά από το πικ απ της εποχής μας ήταν τόσοι πολλοί, που μετά βίας χωρούσαν στους μικρούς χώρους εκείνου του σπιτιού.
Όταν πια το πάρτι βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη κι εγώ λόγω των φόβων μου ρούπι δεν το κούνησα από την καρέκλα που καθόμουν, αναγκάστηκα να παραδεχτώ, ότι κανένα κακό δεν παρατήρησα που να δικαιώνει τις ανησυχίες μου.
Μετά από λίγο όμως, με πλησίασε προσεκτικά και με πολύ μεγάλη επιφύλαξη, μια τριαντάχρονη περίπου και παντελώς άγνωστη σε μένα κοπέλα. Στάθηκε μπροστά μου για λίγο και αφού με κοίταξε καλά καλά, μου πρότεινε να πάω μαζί της μέχρι την κουζίνα.
Δεκαέξι χρονών είμαι εγώ σκέφτηκα και εδώ μέσα βρίσκονται ένα σορό παιδιά και μάλιστα αρκετά μεγαλύτερα και από τα είκοσι. Σε μένα ήρθε αυτή να ζητήσει την συντροφιά που της λείπει;
Για να εξακριβώσω λοιπόν τις δικές της προθέσεις, της είπα με στόμφο.
– Δεν πλένω εγώ τα πιάτα. Βρες κανέναν άλλο να κάνει αυτήν την δουλειά.
– Έλα, μου είπε αυτή ήρεμα. Είναι για το καλό σου.
Μου έκανε εντύπωση η σοβαρότητα του παρουσιαστικού της, γι’ αυτό και σηκώθηκα από την καρέκλα που καθόμουν και όπως μου το ζήτησε, την ακολούθησα. Την ακολουθούσα μεν, αλλά και έψαχνα να δω προς τα που βρισκόταν η εξώπορτα, ώστε αν χρειαστεί, να ξέρω από που να φύγω.
Πηγαίνοντας λοιπόν προς το εσωτερικό μέρος του σπιτιού που βρισκόταν η κουζίνα, παρατήρησα ότι η εξώπορτα του σπιτιού που τόσο επίμονα αναζητούσα, ήταν αριστερά βγαίνοντας απ’ αυτήν. Αφότου βρήκα όμως την εξώπορτα, ακολουθούσα ήσυχος πλέον την κοπέλα, που πρώτη μπήκε στη κουζίνα. Μπαίνοντας εκεί μέσα, παρατήρησα ότι ήμασταν μόνοι, ότι πάνω στο μικρό της πάγκο υπήρχαν πολλά και καθαρά ποτήρια, όπως και πολλά γεμάτα από ποτά μπουκάλια πάνω στο επίσης μικρό τραπέζι της.
Μου έκανε εντύπωση το γεγονός, ότι δεν υπήρχαν λερωμένα πιάτα στην κουζίνα και επειδή ήμασταν μόνοι μας εκεί μέσα, δεν σας το κρύβω ότι ανησύχησα λίγο, γιατί πέρασε από το μυαλό μου το ενδεχόμενο να της αρέσουν οι μικροί, γι’ αυτό και την κοιτούσα ερευνητικά.
Καθόλου δεν την απασχολούσαν όμως οι δικές μου σκέψεις, αφού όπως διαπιστώθηκε, μου έβαλε στο χέρι ένα ποτήρι με πορτοκαλάδα και μου είπε χαμηλόφωνα κάτι, σαν να μην ήθελε να μας ακούσουν οι άλλοι. Με την φασαρία που γινόταν εκεί μέσα βέβαια και να φώναζε κανείς, μυστικό θα ήταν, αλλά αυτή επέλεξε να μου το πει χαμηλόφωνα.
– Από όσα ξέρω για σένα, καμιά σχέση δεν έχεις με όλους αυτούς. Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, φύγε από εδώ μέσα τώρα. Βγες έξω από το σπίτι με προσοχή και μη τρέχεις στο δρόμο. Αλλά και μη σταματήσεις να δεις τι γίνεται πίσω σου. Πάρε εφημερίδα όμως αύριο και όταν τη διαβάσεις, θα θυμηθείς αυτά που σου λέω και θα καταλάβεις το λόγο που τώρα σου ζητώ να φύγεις. Έλα πίσω μου λοιπόν και μόλις φτάσουμε στην εξώπορτα, κάνε αυτά που σου είπα.
Δεν ήξερα ποια ήταν εκείνη η κοπέλα και ποτέ μου δεν την συνάντησα σε κάποια από τις πολλές και καθημερινές σχεδόν συναντήσεις που έκαναν τα μέλη εκείνης της παρέας και όπως το ανέφερα, όλους αυτούς τους ήξερα και μάλιστα πολύ καλά.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που δεν μπορούσα να δικαιολογήσω τη δική της παρουσία σε εκείνο το πάρτι. Το ότι με ήξερε όπως έλεγε, μου ήταν τελείως αδιανόητο, γι’ αυτό και σε πολλές σκέψεις με έβαζε η δήλωση της.
Ούτε και τον λόγο που ήθελε να με απομακρύνει από εκείνο το πάρτι μπορούσα να δικαιολογήσω, αφού όπως και το ανέφερα, παρά τους δικούς μου απροσδιόριστους φόβους για τα δεδομένα εκείνης της παρέας, τίποτε το κακό δεν έβλεπα να γίνεται τότε μέσα σε εκείνο το σπίτι.
Δίσταζα να ακολουθήσω λοιπόν τις εντολές της, γι’ αυτό και πάλι την κοιτούσα με απορία. Καταλαβαίνοντας αυτή τους δισταγμούς μου, έλεγε με κατανόηση σε μένα.
– Μην ανησυχείς. Κάνε αυτό που σου λέω και αύριο θα δικαιολογήσεις το γιατί. Έλα τώρα πίσω μου και μην γίνεσαι στόχος.
Αισθανόμουν πολύ περίεργα έτσι όπως βρισκόμουν κοντά της, αλλά και απορούσα για το πως και δεν μας ενόχλησε κανείς όλη εκείνη την ώρα που κουβεντιάζαμε, αφού σε άλλη περίπτωση, έπρεπε να μπαινοβγαίνουν στη κουζίνα όλοι εκείνοι που χόρευαν, προκειμένου να εξυπηρετηθούν από τα ποτά που χρειάζονταν.
Δίσταζα λοιπόν να την ακολουθήσω αλλά και όσο την άκουγα να μου μιλάει έτσι επιτηδευμένα, δεν μπορούσα παρά να την εμπιστευτώ. Το έκανα λοιπόν και ακολουθώντας πίσω της, διασχίσαμε το γεμάτο σαλόνι από νεαρούς που χόρευαν αμέριμνα και πήγαμε προς την εξώπορτα.
Ενώ πλησιάζαμε εκεί, μετάνιωνα μέσα μου για όσα πριν από λίγο σκεπτόμουν για εκείνη την κοπέλα, αφού όπως φαινόταν, με προστάτευε από κάτι με την συμπεριφορά της.
Την ευχαρίστησα λοιπόν όταν φτάσαμε στην εξώπορτα και λίγο πριν την κλείσω πίσω μου, της ζήτησα να μου πει ποια είναι και γιατί με τόση επιφύλαξη, ζητούσε να φύγω από το πάρτι.
– Μην σε απασχολεί αυτό είπε. Αύριο όμως, θα καταλάβεις το γιατί.
Θυμήθηκα τον ξάδελφο μου εκείνη τη στιγμή, γι’ αυτό και της είπα.
– Ο ξάδελφος μου, δεν είναι μαζί τους. Αυτός τους ακολουθεί από μακριά, γιατί όπως μου είπε, είναι συμμαθητής τους από το δημοτικό.
– Το ξέρω είπε αυτή. Φύγε τώρα.
Έφυγα λοιπόν όπως μου είπε και στο δρόμο δεν έτρεχα, αλλά και τίποτε το ανησυχητικό δεν παρατήρησα εκεί έξω. Απορούσα με όσα μου συνέβαιναν και μέχρι να φτάσω στο σπίτι μας, επαναλάμβανα μέσα μου αυτά που έγιναν εκεί, αλλά άκρη δεν έβγαζα.
Την επομένη το πρωί όμως, τρέχοντας σχεδόν πήγα μέχρι το περίπτερο της γειτονιάς μας να πάρω εφημερίδα, θέλοντας να μάθω αν ήταν αλήθεια αυτά που μου έβαλε να σκέπτομαι από βραδύς εκείνη η άγνωστη κοπέλα.
Δεν χρειάστηκε να το κάνω όμως, αφού όλες σχεδόν οι εφημερίδες είχαν φαρδιά πλατιά στο εξώφυλλο τους την ίδια μεγάλη φωτογραφία, μέσα στην οποία φιγουράριζαν όλοι εκείνοι της παρέας του ξαδέλφου μου.
Από όσα αναφερόταν στις εφημερίδες λοιπόν, ήταν όλοι τους μέλη μιας μεγάλης και καλά οργανωμένης συμμορίας με πολλαπλή δράση και από καιρό βρισκόταν στο στόχαστρο της αστυνομίας.
Τους παρακολουθούσε η αστυνομία όπως αποδείχτηκε, γι’ αυτό και τους εγκλώβισε στο σπίτι που ανέφερα. Ευτυχώς για μένα όμως, έλειπα από εκεί όταν τους έκαναν έφοδο, γι’ αυτό και από πολλά γλίτωσα, χάριν του ενδιαφέροντος εκείνης της κοπέλας.
Ο ξάδελφος μου όμως τράβηξε τα πάνδεινα σε ανακρίσεις, μέχρις ότου αποδείξει την αθωότητα του και μέχρι να βρεθούν όλα όσα είχαν υπόψη τους οι αστυνομικοί, για τα πεπραγμένα της εν λόγω συμμορίας.
Αν και δεν βρέθηκε να είναι μπλεγμένος αυτός στις δικές τους ενέργειες, πολλά υπέστη από τις ανακρίσεις και τις απολογίες στα δικαστήρια που έκαναν οι συμμορίτες, προκειμένου να απαλλαγούν από τις βαριές κατηγορίες που τους επιβλήθηκαν.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που αναγκάστηκε να ξενιτευτεί αργότερα και από τότε, ποτέ μου δεν τον ξανά είδα. Οι συμμορίτες όμως βρέθηκαν στη φυλακή και για αρκετά χρόνια κάθειρξης μάλιστα.
Όπως αποδείχτηκε όμως, καθόλου δεν τους βοήθησε το γεγονός, ότι όλοι τους κατάγονταν από πολύ καλές οικογένειες.
Μιχάλης Αλταλίκης