Από την αρχή του φθινοπώρου εκείνης της χρονιάς, αλλά και με κάθε εύλογο τρόπο προσπαθούσαν να μας πείσουν οι κυβερνώντες της πατρίδα μας ακόμη και οι στρατιωτικοί, ότι όλα πήγαιναν καλά σ’ αυτήν και ότι όλα θα πήγαιναν ακόμη καλύτερα στο μέλλον.
Μας το βεβαίωναν αυτό και από τις ειδήσεις της κρατικής κι ελεγχόμενης από αυτούς τηλεόρασης άλλωστε, όταν μας έδειχναν κάθε τόσο τον αρμόδιο υπουργό με το μυστρί στα χέρια να θεμελιώνει συνεχώς δημόσια έργα, αλλά και πολλών ειδών εργοστάσια, μέσω των οποίων και μας υποσχόταν το λαμπρό μέλλον της πατρίδας μας.
Όπως καταλαβαίνετε; Καμάρωναν αυτοί για τις προσπάθειες τους, γι’ αυτό και με μπόλικο θάρρος μας έδειχναν, ακόμη και το ύψος των δανείων που έδιναν απλόχερα στους επιχειρηματίες, προκειμένου να κάνουν αυτοί νέες μονάδες παραγωγής και μέσα από αυτές; Να βρεθούν περισσότερες θέσεις εργασίας για τους ανέργους συμπατριώτες μας.
Καλός ακουγόταν ο σκοπός τους, όπως καλός ήταν κι ο στόχος που έβαλαν μπροστά τους οι στρατιωτικοί, αλλά μάλλον δεν είχαν ιδέα για το πώς να ελέγξουν το αποτέλεσμα των όσων επεδίωκαν, ή δεν είναι καθαρό και το τι πραγματικά μπορεί να επεδίωκαν με τις ενέργειες τους χωρίς να το καταλαβαίνουν.
Το λέω με πίκρα αυτό, γιατί μετά από τέσσερα χρόνια περίπου κι όταν η δική μου δουλειά μου το επέβαλε, βρήκα από σύμπτωση τους σκοπούς τους, τους στόχους τους, όπως και τα ωραία τους όνειρα να κρέμονται πάνω στα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, αυτά δηλαδή που ανεξέλεγκτα παρουσίασαν ως τέτοια οι επιτήδειοι όπως πάντα, προκειμένου να κερδίσουν από όπου μπορούσαν, αφού οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς ελέγχων, τους το επέτρεπαν με το αζημίωτο.
Όπως αντιλαμβάνεστε; Δεν φτάσαμε τυχαία σήμερα, στο να μιλάμε για την σίγουρη χρεοκοπία μας. Από τότε τέθηκαν τα θεμέλια της και από τότε μας περιμένει αυτή στην γωνία έτοιμη να μας καταπιεί. Και για να μας προκύψει αυτή στα σίγουρα; Καθόλου μην αμφιβάλετε. Έβαλαν το χεράκι τους και οι επόμενες πολιτικές έστω κυβερνήσεις. Αυτές δηλαδή που εκ των υστέρων μας προέκυψαν.
Αν κάνετε κι εσείς σαν κι εμένα ένα γύρο σε όλες τις βιομηχανικές περιοχές της χώρας, όπως και στους δρόμους που μας παρέδωσαν αυτοί να κυκλοφορούμε, θα δείτε κι από μόνοι σας αυτό που σας λέω.
Άλλωστε, τα εγκαταλελειμμένα πολυπόθητα εργοστάσια σ’ αυτές τις επιλεγμένες περιοχές, όπως και οι τρύπες που βλέπουμε να υπάρχουν στους καινούριους δρόμους που μας παρέδωσαν, από μακριά φωνάζουν το κακό που μας έγινε.
Αν υπολογίσετε δε, ότι όλοι τους ήξεραν αυτό που μας συνέβαινε, όπως το ήξεραν κι αυτοί, που εκ των πραγμάτων πρέπει και μπορούν αν θέλουν να ελέγχουν που πηγαίνουν τα χρήματα του Ελληνικού λαού; Τότε θα πείτε κι εσείς, ότι το κακό που έντεχνα μας επιβλήθηκε συναινέσει των αρμοδίων αρχών, είναι πάρα πολύ μεγάλο.
Για να πάμε στην στρατιωτική κυβέρνηση όμως και σ’ αυτούς που τότε νόμιζαν ότι μας κυβερνούσαν, καμάρωναν θα έλεγα για όσα μας υποσχόταν χωρίς να μπορούν να μας τα εξασφαλίσουν και βυθισμένοι στα όνειρα τους, έκαναν το ίδιο όταν μας έλεγαν, ότι δεν χρωστούσαμε σε κανέναν πλέον σαν κράτος, αφού φρόντισαν αυτοί για την εξόφληση όλων των προγενέστερων χρεών μας.
Καμάρωναν βέβαια και για την αξία της δραχμή μας τότε και με το δίκαιο τους θα λέγαμε το έκαναν αυτό, αφού με τριάντα δραχμές ισοδυναμούσε το ένα Δολάριο. Η χρυσή λύρα; Μας κόστιζε τριακόσιες δραχμές. Και το μάρκο; Μόλις επτά δραχμές.
Σκεφτείτε τώρα τι ζημιά πάθαμε και πάλι από τους ενδοτικούς πολιτικούς μας, από αυτούς δηλαδή που μας κυβερνούν εδώ και πενήντα χρόνια από τότε, όταν μας υποχρέωσαν να ενταχθούμε στο ευρώ για το καλό μας και εξαιτίας αυτού; Αγοράσαμε το ένα ευρώ αντί του ποσού των τριακοσίων πενήντα δραχμών.
Πως λοιπόν να γλιτώσουμε από την χρεοκοπία; Όταν από παντού και από τότε που μας κυβερνούσε η επάρατη χούντα όπως την ονόμασαν για να ρίξουν τα βάρη επάνω της, προσπαθούν με κάθε τρόπο να μας χρεώσουν όσο μπορούν περισσότερο;
Ακόμη και με φανταστικό χρέος κατάφεραν να μας τυλίξουν σε μια κόλα χαρτί όπως θα έλεγαν οι παππούδες μας, ώστε να μην μπορέσουμε ποτέ να σηκώσουμε κεφάλι ούτε σαν Έλληνες, αλλά ούτε και σαν κράτος;
Ωστόσο, είτε γιατί έτσι ήλπιζαν τότε οι στρατιωτικοί, είτε γιατί έτσι το φανταζόταν, διοικούσαν την πατρίδα μας όπως αυτοί νόμιζαν ότι πρέπει.
Έκαναν δηλαδή και αυτοί, ότι ακριβώς έκαναν και οι προκάτοχοι τους πολιτικοί. Όπως έκαναν δηλαδή και οι πριν από αυτούς και όπως ακριβώς κυβερνούν την πατρίδα μας, όλοι αυτοί οι επίδοξοι κυβερνήτες που μας παρουσιάστηκαν, από τότε που οι ”θυσιασθέντες” γι’ αυτόν τον σκοπό, μας την παρέδωσαν ελεύθερη από τον Τουρκικό ζυγό.
Εκείνοι οι άδολοι εραστές της πατρίδας τους βέβαια, δεν δίστασαν τότε να θυσιάσουν τον εαυτό τους, τα υπάρχοντά τους και την ζωή τους ακόμη, προκειμένου να την δουν ελεύθερη, εκτιμώντας ότι η ελευθερία της ήταν τότε το μόνο ζητούμενο, γι’ αυτό και έκαναν στο ακέραιο το χρέος τους προς αυτήν.
Από την στιγμή όμως που την παρέδωσαν ελεύθερη στα χέρια του πολιτικού συστήματος, ήλπιζαν όπως ήταν φυσικό, ότι και οι πολιτικοί θα ήταν μιμητές αυτής της άδολης αγάπης προς την πατρίδα τους και ότι εξαιτίας αυτής της αγάπης, θα την κυβερνούσαν επάξια κι ανάλογα των προσδοκιών τους, δεδομένου ότι αυτοί όντως ήθελαν να την δουν να στέκει υπερήφανη, ανάμεσα στις άλλες πατρίδες του κόσμου.
Και δεν την ήθελαν απλώς ελεύθερη, αλλά αντάξια της ιστορίας της και του πολιτισμού της. Ολόκληρη και με όλα όσα συνεπάγονται σε αυτήν. Τα εδάφη της, την ιστορία της, την κληρονομιά της, την γλώσσα της, την θρησκεία και προπαντός την πίστη της. Χάριν της οποίας κι έκαναν αυτοί τότε, όσα έπρεπε γι’ αυτήν.
Δυστυχώς για μας όμως, αλλά και για την πατρίδα μας, απογοητεύτηκαν αυτοί όπως κι εμείς, οι πίσω τους ακολουθούντες απόγονοι, αφού ποτέ δεν είδαμε να υπάρχουν ανάμεσα μας πολιτικοί αποφασισμένοι να θυσιαστούν για την πατρίδα τους και τον λαό της, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε ακόμη και σήμερα σκλαβωμένοι, όχι βέβαια στους Τούρκους, αλλά στα πίσω απ’ όλους κι απ’ όλα, καλά κρυμμένα συμφέροντα και όχι κατ’ ανάγκη μόνον οικονομικά.
Αυτά πάλι; Δεν έχουν όνομα. Αλλά ούτε και χρειάζεται να έχουν. Κρυμμένα πίσω και από τους πολιτικούς, κάνουν ανενόχλητα ότι κι όσα θέλουν εις βάρος της πατρίδας μας και του λαού της, όπως άλλωστε κάνουν και εις βάρος όλων των λαών της γης, με την αμέριστη βέβαια συμμετοχή, ολόκληρου του διεθνούς πολιτικού συστήματος.
Αυτό; Επίτηδες είναι έτσι πολλαπλά χρωματισμένο, για να γίνεται το κακό που μας ετοιμάζουν αυτοί που εσκεμμένα εφηύραν τα κόμματα για μας τα πρόβατα τους, ευκολότερα και σίγουρα γι’ αυτά. Κι έτσι; Μας κάνουν ότι θέλουν, αφού για πρόβατα μας υπολογίζουν και καθόλου δεν μας πείθουν όταν μας λένε, ότι μόνοι μας κάνουμε κακό σ’ εμάς και στην πατρίδα μας.
Εκείνος ο πρωτοκλασάτος υπουργός του κόμματος, που επέφερε την μεγαλύτερη οικονομική καταστροφή στην χώρα μας; Απερίφραστα το λέει αυτό όπου κι αν βρεθεί, προκειμένου να απαλλαγεί από τις ευθύνες του.
< Όλοι μαζί τα φάγαμε >. Αυτό μας λέει.
Ήταν κι αυτός όμως υπουργός τότε που ο άλλος πρωτοκλασάτος έκανε αγορές εξοπλισμού με την ανοχή όλων των μελών της κυβέρνησης τους κι όχι μόνον, όταν αγόραζε άχρηστα άρματα από τους Γερμανούς, όπως και υποβρύχια που ακόμη γέρνουν. Τυχαίο; Δεν νομίζω.
Δεν είχε υποχρέωση αυτός να τον ελέγξει; Αν όχι μόνος, τουλάχιστον συλλογικά; Κανείς από τους νόμιμα διορισμένους κρατικούς ελεγκτές δεν μπορούσε να ελέγξει εκείνες τις αγορές; Ένα σορό ειδικοί υπάρχουν, οι οποίοι και ακριβοπληρώνονται μάλιστα από το δημόσιο. Δεν έπρεπε να ελέγχουν κι αυτές τις αγορές;
Τριακόσιοι πολιτικοί ξαπλώνουν πάνω στα έδρανα του κοινοβουλίου μας. Όλοι αδιάφοροι είναι; Ένα σορό τράπεζες και τραπεζικοί βλέπουν τι γίνεται, ακόμη και στις πιο μικρής αξίας εισαγωγές. Είναι δυνατόν να έγινε μια τόσο μεγάλης αξίας εισαγωγή και να μην είδαν την σύμβαση της;
Άλλοι τόσοι Εφοριακοί και Στρατιωτικοί παρακολουθούσαν την εξέλιξη της. Κανείς από όλους αυτούς δεν ήταν σε θέσει να ελέγξει, τι αγόραζε ο ανίδεος υπουργός Εθνικής αμύνης;
Αν ήταν Έλληνες όλοι αυτοί; Τι λέτε; Δεν έπρεπε να υπολογίζουν; Ότι έμμεσα κι αυτοί θα πλήρωναν τις μίζες που επίσημα λέγεται ότι πήρε ο εν λόγω υπουργός κι όχι μόνον; Κανείς λοιπόν δεν έβλεπε τι γινόταν; Ούτε και ο πρωθυπουργός της χώρας;
Αυτός ειδικά ήταν πανέξυπνος. Πως λοιπόν κοιμήθηκε και δεν έβλεπε τι έκανε εις βάρος της πατρίδας του ο υπουργός του; Και η αντιπολίτευση τι έκανε; Και αυτή σύσσωμη κοιμήθηκε; Αυτή ειδικά; Από τότε που την γνωρίσαμε ως τέτοια, για το παραμικρό ξεσηκώνει τον κόσμο.
Για το συγκεκριμένο θέμα; Δεν έπρεπε να αντιδράσει με δύναμη και με την βοήθεια του λαού, να αποτρέψει το σχέδιο που έμπαινε στο τραπέζι από τα συμφέροντα και επεδίωκαν την εδώ και τώρα άμεση υπερχρέωση της πατρίδα τους;
Η τράπεζα Ελλάδος πάλι; Δεν πήρε είδηση ότι με μια τέτοια αγορά θα άδειαζαν τα δημόσια ταμεία; Αλλά είναι όντως τράπεζα της Ελλάδος αυτή; Αν ήταν; Δεν θα έπρεπε να φωνάζει δυνατά κι Ελληνικά προς όλες τις κατευθύνσεις, ότι δεν επιτρέπει την εισαγωγή τέτοιων εξοπλισμών, αφού εύκολο ήταν γι’ αυτήν να ξέρει, με πόσα υπέρογκα ποσά και άχρηστα υλικά, θα χρεωνόταν το κράτος που υποτίθεται ότι υπηρετεί;
Κανείς λοιπόν δεν είδε κάτι το επιλήψιμο στις παραπάνω ενέργειες του υπουργού Εθνικής αμύνης, γι’ αυτό και όλοι τους τον κατηγορούν τώρα, ότι μόνος του τα έκανε και καλά να πάθει τώρα που βρίσκεται για λίγο καιρό στην φυλακή, αφού για λίγο θα μείνει εκεί και τίποτε από τις πολλές του καταθέσεις δεν υπάρχει λόγος να πειραχτεί.
Άλλωστε; Κανείς δεν ξέρει που τα έχει τοποθετήσει, όπως μας λένε. Ούτε κι εγώ είμαι σε θέση να ξέρω που βρίσκονται τα χρήματα που πήρε αυτός ξεπουλώντας την πατρίδα του και τον λαό της. Η τράπεζα της Ελλάδος όμως;
Αυτή ειδικά; Είναι η μόνη που ξέρει πιο καλά κι από τον πιο ειδικό. Ποιος; Πότε; Γιατί; Και πόσα χρήματα θέλει να βγάλει κάποιος έξω από την χώρα, όπως και με ποιόν τρόπο θέλει να τα στείλει σε ποιο κράτος όπως και σε πιά τράπεζα. Γι’ αυτό λοιπόν; Καθόλου δεν χρειαζόταν να ψάχνουν όλοι μαζί στο κοινοβούλιο να δουν, που να πήγε άραγε εκείνη η λίστα που μας έστειλε η καλή μας Λαγκάρτ.
Αν ρωτούσαν την συγκεκριμένη τράπεζα; Θα τους το έλεγε αν ήθελε. Αυτή όμως, ούτε να τους το πει θέλει, αλλά ούτε και να τις το ζητήσουν τους επιτρέπει όπως μας λένε κι αφού χάθηκε η λίστα; Πώς να ζητήσουν τώρα αντίγραφο από την Λαγκάρτ; Δεν θα ήταν ντροπή για τους πολιτικούς μας; Το να τους αποκαλούσε αυτή απρόσεκτους; Γι’ αυτό λοιπόν και σταμάτησαν να την ψάχνουν.
Όταν όμως σκορπούσαν ανεξέλεγκτα υποτίθεται οι άλλες τράπεζες, τα χρήματα που έπρεπε να προστατεύουν πρωτίστως και παρακαλούσαν κάθε μέρα τους ενδιαφερόμενους να πάρουν όσα από αυτά ήθελαν ως δάνειο; Δεν έπρεπε να επέμβει και πάλι η τράπεζα Ελλάδος και να τους λέει όλους; Τι κάνετε ρε; Δικά σας είναι τα λεφτά που μοιράζετε χωρίς αντίκρισμα;
Εσείς; Τι λέτε; Αν ήταν δικά τους κι αν δεν είχαν εντολή από τα συμφέροντα να κάνουν κάτι τέτοιο που μοιραία θα μας οδηγούσε στην χρεοκοπία; Θα έδιναν ποτέ τόσο απερίσκεπτα δάνεια για διακοπές ας πούμε; Δεν νομίζω.
Σας βεβαιώνω λοιπόν. Ότι με τίποτε δεν θα έκαναν κάτι τέτοιο. Και δείτε πως λειτουργεί το σύστημα όταν κι αν θέλει. Εγώ προσωπικά; Πολλές φορές έτυχε να το δω αυτό. Όταν δηλαδή θέλει να ελέγξει η συγκεκριμένη τράπεζα, την όποια οικονομική διαχείριση γίνεται στις άλλες τράπεζες; Μπορεί και τις επιβάλει ότι θέλει γι’ αυτόν τον σκοπό.
Αν βρεθήκατε κι εσείς τα τελευταία πέντε χρόνια σε τράπεζα και δίπλα από κάποιον που θέλει να κάνει ανάληψη από τον προσωπικό του λογαριασμό, θα ακούσατε την στιχομυθία που γίνεται ανάμεσα στον ταμεία και τον πελάτη του.
– Θέλω να κάνω ανάληψη και να βγάλω από τον λογαριασμό μου, πενήντα χιλιάρικα. Λέει στον ταμεία ο πελάτης του.
– Ευχαρίστως κύριε, του απαντάει ο ταμίας κι αμέσως του θέτει ένα ερώτημα που αναγκάζει τον άνθρωπο να εξοργιστεί. Θα πρέπει όμως να μου πείτε πρώτα. Τι θα τα κάνετε.
– Δικά μου είναι τα λεφτά κύριε και θα τα κάνω ότι θέλω. Κανένας δεν μπορεί να με υποχρεώσει να του πω τι θα τα κάνω. Δώσε μου λοιπόν τα χρήματα που σου ζήτησα, αλλά από τα δικά μου. Όχι από τα δικά σου. Ούτε από αυτά της τράπεζας. Κατάλαβες; Από αυτά που εγώ έχω εδώ κατατεθειμένα και είναι στον προσωπικό μου λογαριασμό.
– Λυπάμαι κύριε του απαντάει με κατανόηση ο ταμίας. Αλλά πρέπει να σας πω ότι έχουμε ρητή και μάλιστα γραπτή εντολή από την τράπεζα της Ελλάδος, ορίστε και το έγγραφο, μέσω της οποίας ήμαστε υποχρεωμένοι να ζητήσουμε από σας να μας πείτε, τι θα κάνετε τα χρήματα που ζητάτε.
Βάση αυτού του εγγράφου λοιπόν, εμείς θα σας πούμε μετά, αν ο λόγος που θέλετε να τα διαθέσετε, επιτρέπει να κάνετε ή όχι την ανάληψη που ζητάτε και μάλιστα για το ποσό που μου αναφέρατε.
Σε κάθε περίπτωση όμως. Μέχρι του ποσού των δεκατεσσάρων χιλιάδων και εννιακοσίων πενήντα ευρώ, μπορείτε να τα πάρετε χωρίς να μας πείτε τι θα τα κάνετε. Πέραν αυτού του ποσού όμως, είστε υποχρεωμένος να μας πείτε τι θα τα κάνετε, για να ελεγχθεί η διακίνηση σας.
Περιττό είναι τώρα να σας πω, το τι καυγάς ακολουθεί μετά από αυτήν την στιχομυθία. Ακούσατε όμως; Όταν πρόκειται να ζητήσεις τα δικά σου χρήματα από την τράπεζα σου, η τράπεζα Ελλάδος σου βάζει γερούς φραγμούς και θέλει να ξέρει πριν ακόμη τα πάρεις, που θα τα διαθέσεις. Και θα συμμετάσχει στο πρόβλημα σου τότε μόνον, όταν κι αν αυτή θα εγκρίνει τον λόγο που εσύ σκέφτεσαι να τα διαθέσεις.
Όταν όμως όλες οι τράπεζες έδιναν πιεστικά, ανεξέλεγκτα και χωρίς κανένα αντίκρισμα δάνεια αναψυχής σε οποιονδήποτε έβρισκαν πρόχειρο να του τα διαθέσουν, αλλά από τα χρήματα του Ελληνικού κράτους, που ήταν η τράπεζα Ελλάδος; Γιατί δεν έκανε ως όφειλε την ίδια επιτήρηση;
Δεν σας φαίνεται ότι έγινε εσκεμμένα αυτή η αβλεψία; Αυτήν την εντολή λοιπόν είχε από τα γνωστά άγνωστα συμφέροντα. Να υπερχρεωθούμε όχι μόνον ατομικά όλοι εμείς οι Έλληνες. Αλλά και η πατρίδα μας, ώστε ευθαρσώς τώρα και χωρίς να ντρέπεται για όσα μας προέκυψαν και με την δική του ανοχή, να μας λέει ο πρώην υπουργός, ότι μαζί τα φάγαμε.
Μα αφού γι’ αυτόν τον σκοπό υποτίθεται ότι υπάρχουν οι υπουργοί και οι πρωθυπουργοί σε μια χώρα. Να διαφυλάξουν τα οικονομικά της πατρίδας τους και να την οδηγήσουν με ασφάλεια στην επιτυχία. Αν ήταν να μας οδηγούν στην καταστροφή; Τότε γιατί να τους έχουμε πάνω από τα κεφάλια μας;
Τα κρυφά όμως και σαν τον διάβολο κρυμμένα πίσω από όλους κι από όλα συμφέροντα; Αυτό θέλουν. Να ελέγχουν τις τύχες των λαών και αυτό επιδιώκουν συνεργούντων όλων των πολιτικών ανεξαιρέτως, με όποια κομματική απόχρωση κι αν μας παρουσιάζεται.
Το ίδιο λοιπόν έγινε και στην δική μας περίπτωση και δεν τα φάγαμε όλοι μαζί όπως θέλουν να το πιστέψουμε. Σκόπιμα μας έσπρωξαν προς την χρεοκοπία και οι ευθύνες είναι επάνω στις πλάτες όλων των πολιτικών μας, όσο κι αν προσπαθούν αυτοί να μας αποπροσανατολίσουν, ρίχνοντας ο ένας στον άλλον την κατηγορία του προδότη.
Οι πολιτικοί μας λοιπόν και τα κρυμμένα πίσω από αυτούς συμφέροντα είναι αυτοί που επιδιώκουν την οικονομική μας, αλλά και την εθνική μας καταστροφή, πράγμα βέβαια που επιμελώς επιδιώκεται και μάλιστα μετά μανίας, εδώ και πολλά χρόνια.
Από την χούντα όπως της κόλλησαν εσκεμμένα αυτό το παρατσούκλι ξεκίνησε το κακό αυτής της εποχής και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, που ο Γερμανός υπουργός οικονομικών χαιρέκακα μας το δηλώνει.
– Καλύτερα για την Ελλάδα είναι να βγει από το Ευρώ.
Μα αν ήταν καλύτερο αυτό; Τότε γιατί μας βάλατε μέσα; Κι εκείνος ο εθνάρχης πάλι; Γιατί επέμενε μετά μανίας να μπούμε; Κανίς δεν ήξερε από αυτούς που έπρεπε να ξέρουν ποιο ήταν το εθνικό μας συμφέρον; Στην τύχη το είχαν ρίξει; Ή μήπως ήταν προσχεδιασμένο;
Ο Εθνάρχης λοιπόν; Μας έβαλε εκεί που δεν έπρεπε να μπούμε. Ο άλλος; Αυτός δηλαδή που ήταν χαρισματικός οικονομολόγος πρωθυπουργός; Σαν καλός οικονομολόγος ενεργούσε όταν σπαταλούσε τότε το δημόσιο χρήμα; Εξαγοράζοντας μόνιμους και σίγουρους ψηφοφόρους μέσα από τον χώρο των αμέτρητων δημοσίων υπαλλήλων που διόριζε;
Για να κυβερνά δηλαδή αυτός πενήντα χρόνια όπως έλεγε, έπρεπε να πληρώνει το κράτος υπέρογκους μισθούς στους υπαλλήλους που για δικό του λόγο αυτός συγκέντρωνε σαν στρατό; Δεν ήξερε δηλαδή ότι αυτή η κίνηση θα προκαλούσε κάποια στιγμή οικονομικό αδιέξοδο στην χώρα;
Και θα πούμε ότι αυτός είχε ένα αλλιώτικο όραμα και μπροστά στο να κάνει το κέφι του με ξένα χρήματα, έκανε πως δεν έβλεπε το οικονομικό αδιέξοδο που προκαλούσε στην χώρα που ήταν πρωθυπουργός.
Ναι, αλλά εμείς έχουμε ένα σορό οικονομολόγους και όλοι τους είναι καθηγητές. Κανείς από αυτούς δεν έβλεπε το λάθος του πρωθυπουργού ώστε να το σταματήσει; Κανείς δεν έβλεπε ότι αυτό όσο κι αν το ήθελε ο πρωθυπουργός, δεν ήταν καλό οικονομικό μέτρο για μια φτωχή χώρα όπως η πατρίδα μας;
Κανείς λοιπόν δεν ήταν εκεί να βλέπει τι γίνεται; Από μια περίεργη σύμπτωση δηλαδή, θέλουν να μας πουν ότι είχαν πάει όλοι τους εκδρομή τότε; Κι αφού έλειπαν; Είναι αθώοι. Δεν ήξεραν δηλαδή που οδηγούσε ο πρωθυπουργός την πατρίδα τους κατά την απουσία τους κι έτσι; Δεν μπόρεσαν αυτοί να κάνουν κάτι, ώστε να την περισώσουν από το να χρεοκοπήσει.
Ούτε και αυτός ο υπουργός που μας είπε ότι όλοι μαζί τα φάγαμε ήταν εκεί; Ώστε να επέμβει καθώς είχε υποχρέωση και να σταματήσει τον πρωθυπουργό και πρόεδρο του κόμματος του, από το να οραματίζεται αλλιώτικα και επιζήμια για την πατρίδα του;
Κατά την απουσία τους λοιπόν έγιναν όλα, γι’ αυτό και μοιραία τώρα όλοι εμείς εκτός των πολιτικών μας, οδηγούμαστε προς την χρεοκοπία. Πώς να την αποτρέψουμε όμως; Αφού ακόμη πληρώνουμε με υπέρογκα ποσά όλους αυτούς που συσσωρεύτηκαν στο δημόσιο;
Κι αφού έτσι λέει η σύμβαση που τους επέτρεψαν να υπογράψουν με το δημόσιο, ευχαρίστως αυτοί δέχονται και τις έξτρα παροχές τους, έστω κι αν μερικές από αυτές είναι τελείως τρελές.
Αν για παράδειγμα δηλαδή, η γυναίκα κάποιου εκ των δημοσίων υπαλλήλων έχει γεννήσει και αυτή δεν εργάζεται στον δημόσιο; Τότε αυτός ο υπάλληλος εκτός των άλλων, δικαιούται ένα χρόνο άδεια λοχείας.
Τι λέτε τώρα; Τυχαία βούλιαξε οικονομικά το Ελληνικό δημόσιο; Ο οικονομολόγος πρωθυπουργός; Δεν ήξερε ότι έτσι βαδίζοντας θα καταλήγαμε στην οικονομική καταστροφή;
Ο άλλος πάλι; Ο τεχνοκράτης; Αυτός δηλαδή που αγόρασε το ένα ευρώ με τριακόσιες πενήντα δραχμές και μάλιστα με δανικά λεφτά; Τι σας λέει; Ήταν χαζός; Όχι. Δεν ήταν χαζός. Εντολή εκτελούσε κι εσκεμμένο ήταν.
Κι εκείνος πάλι που μας παρουσιάστηκε αισιόδοξος; Λεφτά υπάρχουν έλεγε. Και περίπτερο να έχει κανείς, ανοίγει το συρτάρι του και βλέπει αν έχει ή δεν έχει αυτό χρήματα. Είναι δυνατόν να είσαι πρωθυπουργός μιας χώρας και να μην ξέρεις αν πράγματι υπάρχουν ή όχι χρήματα στα ταμεία της;
Αν πείθει κανείς τον εαυτό του, ότι έχει λεφτά μέσα στην τσέπη του και αυτό δεν το έχει ελέγξει, το λιγότερο που έχει να του πει κανείς, είναι το να τον αποκαλέσει ηλίθιο.
Αν εξαπατάς όμως τον λαό σου, λέγοντας του ότι λεφτά υπάρχουν, ξέροντας βέβαια ότι τα ταμεία του κράτους είναι άδεια; Τότε το λιγότερο που έχει να κάνει κανείς, είναι να σε αποκαλέσει προδότη.
Είδατε λοιπόν κάποιον από όλους αυτούς να αισθάνεσαι ντροπή για όσα μας συμβαίνουν με την ανοχή τους; Αν πάλι ντρεπόταν; Θα μας έλεγαν ποτέ τέτοια ψέματα; Θα έβαζαν ξανά υποψηφιότητα, ας πούμε;
Θα μας παρουσίαζαν ξανά τον εαυτό τους, ως αρχηγό νέου κόμματος; Θα υπέγραφαν ποτέ τέτοια θανατηφόρα μνημόνια που υπέγραψαν κατά του λαού τους; Χιλιάδες συμπατριώτες μας αυτοκτόνησαν εξαιτίας αυτών των μνημονίων. Ντράπηκε κανείς από αυτούς;
Τώρα μας λένε ότι διαπραγματεύονται. Αλήθεια είναι αυτό; Ή θα μας χώσουν ακόμη πιο βαθιά χωρείς ντροπή; Δεν ντρέπονται λοιπόν αυτοί. Και ξέρετε γιατί; Γιατί από μόνοι τους το δηλώνουν αυτό με την συμπεριφορά τους.
Ότι υπηρέτες των γνωστών αγνώστων συμφερόντων είναι κι όχι της πατρίδας μας. Συνειδητά δηλαδή συμμετέχουν στην χρεοκοπία μας, όπως κι αν το κάνουν κι ένα είναι βέβαιο. Ότι κανείς από τους πολιτικούς μας δεν ντρέπεται για όσα μας πρόδωσε, αλλά και συνεχίζει να μας προδίδει χωρίς ντροπή.
Βλέπετε λοιπόν; Αυτή η κρυφή και πίσω από όλους κι από όλα αρχή είναι, που μεθοδεύει όλα όσα συμβαίνουν εις βάρος όλων των λαών της γης και τίποτε από αυτά δεν επιχειρεί τυχαία.
Ξέρει πως να μεθοδεύσει τα πράγματα, αλλά και τρόπους έχει και τους ανάλογους μηχανισμούς διαθέτει, ώστε να επιβάλει στους λαούς, τα πρόβατα τους δηλαδή, τους ενδοτικούς πολιτικούς που αυτή θέλει να διαθέτουν, ώστε με την αμέριστη βοήθεια τους όπως είπα, να αρμέγονται εύκολα κι επιτυχώς τα πρόβατα τους, όπως κι όποτε αυτή βέβαια θελήσει να τα αρμέξει.
Και για να επιτύχει τους σκοπούς της; Δεν διστάζει να φιμώσει διαπαντός όποιον σαν τον ανιψιό του εθνάρχη επιχειρήσει να κάνει κάτι καλό για την πατρίδα του, χωρίς την άδεια των κρυφών συμφερόντων. Άχνα δεν βγάζει αυτός. Τον ακούτε να λέει κάτι;
Για να κρυφτούν κάπως από μας πάντως αυτά; Δεν διστάζουν να μας παρουσιάζονται ως φιλικά και χρήσιμα για μας και την πατρίδα μας. Από τις ενέργειές τους βέβαια, μονίμως αποδεικνύουν ότι ούτε ήταν ποτέ, ούτε τώρα είναι, αλλά ούτε και θέλουν να υπάρχουν ως τέτοια για μας και την πατρίδα μας κι ας ξέρουν ότι χρωστούν τα πάντα στην Ελλάδα.
Όσους πολιτικούς μας τοποθέτησαν πάντως με τους τρόπους τους, όπως κι αν αυτοί μας κυβέρνησαν όλα αυτά τα χρόνια, από 1821 μέχρι και την περίοδο που ανέλαβε ο στρατός τον Απρίλιο του 1967, όλοι τους ήξεραν που ήθελαν να μας οδηγήσουν τα πίσω από αυτούς υπάρχοντα συμφέροντα, γι’ αυτό και με την άδεια τους μας έβλαψαν, αλλά και μας βλάπτουν ακόμη ασύστολα.
Αυτήν τους την συνήθεια; Την πλήρωσε όπως κι ακόμη την πληρώνει ακριβά η πατρίδα μας μαζί με τον λαό της, γι’ αυτό και με ανακούφιση τότε δέχτηκε από τον στρατό μας, την άμεση απομάκρυνση τους από το προσκήνιο.
Ανακουφισμένος ο λαός μας, χαιρόταν την νέα του κατάσταση, όπως και τον σεβασμό που τύγχανε πλέον από τους δημόσιους υπαλλήλους, αφού αυτός αναγνωριζόταν επιτέλους ως ο μοναδικός τους εργοδότης.
Δυστυχώς όμως, εκείνη η χαρά μετατράπηκε σε απογοήτευση μετά από λίγο, γιατί κι αυτοί όπως και οι πολιτικοί, ούτε ρότα είχαν, ούτε και πλάνο είχαν, ώστε να κάνουν σωστά αυτά που μας υποσχέθηκαν.
Ενώ επαγγελλόταν πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια δηλαδή κι ενώ τους στήριζε σύσσωμος ο λαός μας, αυτοί είτε γιατί ήταν πρόχειροι, είτε γιατί δεν είχαν κάποιο χρήσιμο σχέδιο, είτε γιατί δεν ήξεραν τι ακριβώς έκαναν, είτε γιατί και αυτοί μπορεί να ήταν έντεχνα υποκινούμενοι από τα ίδια και αφανή συμφέροντα, βάλθηκαν μόνον στο να ταλαιπωρούν αυτούς που πρωτίστως έπρεπε να τους υπηρετούν.
Γέμισαν δηλαδή τις φυλακές με αντιφρονούντες κατά την δική τους άποψη κι ενεργώντας έτσι όπως δεν θα έπρεπε, έκαναν τα ίδια και χειρότερα λάθη από τους πολιτικούς μας.
Μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη του ”νομίζω” λοιπόν, όχι μόνον δεν ήξεραν τι έκαναν, αλλά και δεν άκουγαν τις φωνές των φοιτητών που από καιρό και συνεχώς τους έκαναν πολλές διαμαρτυρίες, διαψεύδοντας καθημερινά το αισιόδοξο κλίμα που οι πρόχειροι στρατιωτικοί άδικα προσπαθούσαν να μας εμφυτεύσουν.
Όχι μόνον τους φοιτητές δεν άκουγαν, αλλά ούτε κι εκείνο το τραγούδι πρόσεχαν, που από καιρό πια ακουγόταν από τα τζουκ μπόξ της εποχής με τίτλο. Έρχεται Έρχεται.
Το τραγούδι βέβαια διαμήνυε καθαρά τον ερχομό του πολιτικού που πριν από εφτά χρόνια αυτοεξορίστηκε όπως μας είπαν, προκειμένου να αποφύγει την τότε σύλληψη του.
Ωστόσο, ο ερχομός του προετοιμαζόταν από πολύ καιρό πριν και η ιδέα του ερχομού του έμπαινε στην συνείδηση του λαού μας ως η μόνη σωτήρια άφιξη. Βλέπετε πως μαγειρεύουν τα συμφέροντα; Πολύ πριν πεινάσουν και προπαντός; Όπως αυτά θέλουν.
Ο λαός βέβαια δεν είχε ιδέα για το τι σκεφτόταν αυτά προκειμένου να μας υποδουλώσουν ακόμη περισσότερο, όπως και ιδέα δεν έχει, για το αν όντως εκείνος ο ερχομός ήταν για το καλό μας και για το καλό της πατρίδας μας.
Αλλά μήπως ήταν χρήσιμη και η άφιξη του άλλου πολιτικού; Αυτού δηλαδή που μας τον έστειλαν μετά από ένα μήνα από την Αμερική και ήταν άριστος οικονομολόγος όπως παραπάνω το ανέφερα;
Τίποτε λοιπόν δεν ήξερε ο λαός από αυτά που και πάλι του ετοίμαζαν εις βάρος του, γι’ αυτό και εύκολα πείστηκε ότι έπρεπε να καταδικάσει στην μνήμη του την χούντα και να υποστηρίξει πλέον την εξέγερση των φοιτητών στο πολυτεχνείο.
Ακόμη και αυτή χρησιμοποιήθηκε τότε από τα αφανή συμφέροντα, προκειμένου να επισπευσθεί η άμεση απομάκρυνση της άχρηστης γι’ αυτούς στρατιωτικής χούντας όπως της κόλλησαν το παρατσούκλι, για την οποία συνεχώς από τότε και μετά μας πιπιλίζουν το μυαλό, ότι δεν ήταν άξια να κυβερνήσει την πατρίδα μας.
Επηρεασμένος από αυτήν την εκδοχή ο λαός μας; Ενσυνείδητα πλέον απαιτούσε μαζί με τους φοιτητές τον Νοέμβριο του 1973, την εδώ και τώρα απομάκρυνση της από την πολιτική σκηνή.
Αν και ήξερε δηλαδή ο λαός μας, ότι εκείνοι οι ανίδεοι στρατιωτικοί, μάλλον πολύ πιο επάξια τα κατάφεραν από τους άρπαγες και αδιάφορους για το μέλλον της πατρίδας μας πολιτικούς, εν τούτοις, ζητούσε την άμεση απομάκρυνση τους από τα κοινά.
Το άκουγαν αυτό οι στρατιωτικοί, αλλά αφού δεν ήξεραν τι ακριβώς έκαναν, όταν ανέλαβαν την εξουσία, ήταν εύκολο γι’ αυτούς να ξέρουν; Πως να μεθοδεύσουν ανώδυνα για την πατρίδα μας, την αντικατάσταση τους από τους πολιτικούς;
Και πόσο καλά θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό για μας; Όταν είχαν να αντιμετωπίσουν, εκτός από τους πολιτικούς μας και ολόκληρο τον κρυφό μηχανισμό των αδίσταχτων συμφερόντων, που όλους και όλα θέλει να κατευθύνει;
Αν ήξεραν πώς να το κάνουν; Ίσως και να μπορούσαν να μας προστατέψουν από τα ηθελημένα ή άθελα λάθη των πολιτικών μας, όπως κι από όλους αυτούς που από χρόνια λιγουρεύονται την πατρίδα μας και δεν σταματούν να σκέφτονται, πως και με ποια εναλλακτικά σενάρια θα μας την αρπάξουν, έστω και κομμάτι, κομμάτι.
Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος που μονίμως μαγειρεύουν την δια παντός τρόπου υποδούλωση της, την οποία και μας παρουσιάζουν ως βοήθεια δήθεν. Ως φιλική αλληλεγγύη. Και προπαντός; Τότε που εμείς θα κοιμόμαστε πάνω στα κρεβάτια των κομμάτων, αυτών που αυτοί φρόντισαν να μας έχουμε στρωμένα στα μέτρα του καθενός μας.
Κι αφού όπως μας λένε δεν μπορούμε να λύσουμε μόνοι μας τα οικονομικά μας προβλήματα, καλό για μας είναι να δεχθούμε την βοήθεια τους, έτσι ώστε με μερικά μνημόνια, να μείνουμε ασφαλείς κάτω από την δική τους οικονομική ομπρέλα.
Μα, θα μου πείτε, είναι δυνατόν να γίνονται τέτοια επικίνδυνα παιχνίδια εις βάρος της πατρίδας μας και κανείς μας να μη τα βλέπει; Ασφαλώς και τα βλέπουν αυτοί που τα οργανώνουν, αφού συμμετέχουν σ’ αυτά. Θα ήθελαν λέτε να τα δείξουν και σε μας; Αν μας τα έδειχναν; Τι λέτε; Δεν θα αντιδρούσαμε;
Ακούσατε ποτέ να ανακοινώνει ο κλέφτης, πότε και τι ώρα θα έρθει στο σπίτι σας να σας κλέψει; Αν το έκανε αυτό, δεν θα λαμβάνατε τα μέτρα σας; Δεν θα ενημερώνατε την αστυνομία ας πούμε;
Αυτοί που βεβαίως και θέλουν να μας κλέψουν τα πάντα; Είναι δυνατόν να μας πουν ποτέ; Που; Και με ποιο τρόπο θα το κάνουν; Για να εξασφαλίσουν όμως τα δικά τους συμφέροντα, μας έπεισαν ότι ούτε αστυνομία πρέπει να έχουμε, ούτε στρατό, ούτε σύνορα.
Αλλά ούτε και δικαίωμα μας επιτρέπουν να έχουμε, για το πώς να ζούμε με αξίες στην πατρίδα μας, γι’ αυτό και μετά μανίας επιδιώκουν κινώντας όλα τους τα νήματα, ώστε να μας καταντήσουν έτσι κι όπως αυτούς τους βολεύει, ανάξιους.
Τέτοιους λοιπόν μας θέλουν. Ανάξιους. Και για να πετύχουν αυτοί τον σκοπό τους εύκολα, βάζουν τους πολιτικούς να μας επιβάλουν με τρόπο βέβαια τις κρυφές τους εντολές, οι οποίες; Καταλήγουν σε μας μεταφρασμένα ως ιδεολογίες.
Στον εαυτό του είναι ελεύθερος κανείς να επιβάλει όσες ιδεολογίες θέλει, αφού αυτός και μόνον αυτός θα πληρώσει το κόστος της επιλογής του.
Στο κράτος μας όμως; Όπως και στο σύνολο του πληθυσμού του; Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εφαρμόζει προσωπικές απόψεις και ιδεολογίες και σε καμιά περίπτωση δεν θα έπρεπε τόσο πρόχειρα να επιβάλλονται αυτές, αφού αυτοί που δεν ξέρουν πώς να προστατευθούν θα κληθούν να πληρώσουν την νύφη.
Αυτή η αδυναμία προστασίας είναι λοιπόν που κάνει κι εμένα τώρα να σας πω. Ξυπνάτε ορέ Έλληνες και μη κοιμάστε, γιατί και κοιμισμένους μας θέλουν. Καταλάβετε το. Μόνον έτσι θα μας κάνουν αυτοί ότι θέλουν.
Ξυπνάτε λοιπόν και μην κοιμάστε και ψάξτε γύρο σας να βρείτε τις αξίες όπου κι αν τις έχετε καταχωνιάσει. Θυμηθείτε, ότι πρωτίστως ήμαστε Έλληνες κι ότι από μας περιμένουν οι αξίες να ενταχθούν στην ζωή όλων μας, αφού μόνον γι’ αυτές υπάρχουμε ζώντες.
Σκεφτείτε δηλαδή, ότι όχι μόνον γι’ αυτές υπάρχουμε στην ζωή, αλλά και γι’ αυτό ζούμε. Να τις μεταδώσουμε έμπρακτα στον περίγυρο μας. Και μέσου αυτού; Σε όλους τους άλλους λαούς της γης.
Άλλωστε, κι αυτοί το ξέρουν αυτό και είναι βέβαιο ότι από εμάς και πάλι περιμένουν την επαναφορά των αξιών στην ζωή μας. Σε άλλη περίπτωση πάντως; Θα ζητούσαν να κάνουμε εδώ και τώρα εμείς την αρχή. Από ντροπή και μόνον όμως, για όσα έμαθαν να μας μέμφονται πιεσμένοι και αυτοί από τα γνωστά άγνωστα συμφέροντα, δεν τολμούν ακόμη να μας το ζητήσουν.
Κι όταν λέμε λαούς, στον έναν και μοναδικό λαό αναφέρομαι, αφού όλοι οι λαοί ένας λαός είναι κι αυτός πάλι είναι του Θεού και κανείς δεν μπορεί να τον οικειοποιηθεί και προπαντός να τον υποδουλώσει.
Εκτός βέβαια από τον διάβολο και τα διαβολοπαίδια του, αφού μόνον αυτός μαζί με τα παιδιά του επιδιώκουν την υποδούλωση των ανθρώπων και μόνον αυτοί μας θέλουν ανάξιους και αναξιόπιστους. Προκειμένου δε, να κάνουν αυτό που θέλουν; Τα πάντα επιχειρούν και το βλέπετε.
Ξυπνήστε λοιπόν, γιατί παραμένοντας εμείς κοιμισμένοι; Δεν κάνουμε κακό μόνον στον εαυτό μας, αλλά και σε όλους αυτούς που από μας περιμένουν την επαναφορά των αξιών στην ζωή μας.
Και στην περίοδο που αναφέρομαι; Το ίδιο έγινε. Μας κοίμισαν δηλαδή και κοιμισμένους; Ήταν πλέον εύκολο γι’ αυτούς να μας επιβάλουν όσα αυτοί ήθελαν για μας.
Αφού κατάφεραν να μπερδέψουν αρκετά τον λαό μας, τον έπεισαν μετά να παραδεχτεί ότι η συμπεριφορά εκείνης της στρατιωτικής κυβέρνησης δεν ήταν και ότι καλύτερο θα ήθελε για την πατρίδα του.
Κι αφού από πουθενά δεν ερχόταν άλλη πρόταση για την σωτηρίας μας, εύκολα έπεισαν τον λαό μας αυτοί και το έκαναν με τέτοιο τρόπο, ώστε να ζητάει μεν την παραίτηση των στρατιωτικών, αλλά και να θέλει την επιστροφή των πολιτικών και των κομμάτων στο προσκήνιο.
Κι όχι μόνον αυτό τους έπεισαν να ζητούν, αλλά και το να θέλουν μάλιστα την αλλαγή να γίνεται γρήγορα και με οποιοδήποτε τίμημα για μας και την πατρίδα μας.
Οι στρατιωτικοί που σ’ αυτό το χρονικό διάστημα κοιμόταν όπως είπαμε και δεν προετοιμάστηκαν κατάλληλα ώστε να παραδώσουν με όρους τουλάχιστον την διακυβέρνηση της χώρας μας στους πολιτικούς και στα κόμματα, δεν ενεργούσαν με γνώμονα το συμφέρον της πατρίδας, γι’ αυτό και κατέληξαν σε εγωιστικές τακτικές.
Οι οποίες; Τους εμπόδιζαν μετά να δεχθούν τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να γίνει αυτή η αλλαγή και προπαντός; Τους εμπόδιζαν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν ομαλά.
Αυτό; Προκαλούσε έντονες αντιδράσεις παντού όπως και στους κόλπους των φοιτητών, οι οποίοι κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο της Αθήνας όπως είπαμε και μέσα από εκεί με όποιον τρόπο μπορούσαν, υποστήριζαν και απαιτούσαν ένθερμα την απομάκρυνση της στρατιωτικής κυβέρνησης και την άμεση επαναφορά των πολιτικών στην εξουσία, αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις των στρατιωτικών που φανερά δυσανασχετούσαν.
Για τους φοιτητές βέβαια και για τους συμπατριώτες μας; Δεν ήταν και τόσο σημαντικό ότι το δολάριο είχε σταθερά τριάντα δραχμές. Ούτε και το ότι η χρυσή λύρα παρέμενε στις τριακόσιες δραχμές ήταν σοβαρό. Όπως δεν ήταν σημαντικό και το ότι είχαν δουλειά σχεδόν όλοι εκείνο το διάστημα.
Ούτε ότι η φορολογία ήταν σε ανεκτά επίπεδα τους ικανοποιούσε, ούτε ότι ήταν ασφαλείς ακόμη τότε και κανείς και από πουθενά και για τίποτε, δεν απειλούσε την πατρίδα μας .
Πιο σημαντικά από τα παραπάνω γι’ αυτούς; Ήταν το ότι ήθελαν να τους κυβερνούν και πάλι οι πολιτικοί με τα κόμματα τους και προπαντός; Το κόμμα που ο καθένας από αυτούς ήθελε, έστω κι αν αυτό θα τους κόστιζε αργότερα τα μαλλιά της κεφαλής τους.
Ήθελαν πάση θυσία λοιπόν να εμπιστευτούν την δική τους τύχη, την τύχη των παιδιών τους και την τύχη της πατρίδας τους πάλι στους πολιτικούς, σ’ αυτούς δηλαδή που πριν από εφτά χρόνια χάρηκαν όταν τους είδαν να απομακρύνονται.
Με την νέα τους θέση όμως, δήλωναν συμπεριφερόμενοι ότι μάλλον μετάνιωσαν για όσα πριν από εφτά χρόνια χάρηκαν, γι’ αυτό και ζητούσαν πρόχειρα και χωρίς όρους, να κυβερνηθούν και πάλι από τους πολιτικούς, έστω κι αν κανένας φορέας δεν τους προστατεύει από τα τυχαία, ή από τα ηθελημένα λάθη τους κι από τα όποιας μορφής συμφέροντα βρίσκονται επιμελώς κριμένα πίσω τους.
Μ’ όλο αυτό το εσκεμμένο και έξυπνα σχεδιασμένο μπέρδεμα που οι πολιτικοί και τα συμφέροντα επέβαλαν στον λαό μας, κατάφεραν όχι μόνο να πείσουν τους φοιτητές να εναντιωθούν μέχρις εσχάτων, αλλά και τους στρατιωτικούς έπεισαν να τα βάλουν με κείνα τα παιδιά.
Αυτό; Έγινε αιτία ύστερα, ώστε να επιχειρήσουν ακόμη και την εισβολή του τανκ μέσα στο χώρο του πολυτεχνείου, με δυσάρεστες συνέπειες για όλους μας και λόγω αυτού και όπως ήταν λογικό, έπεισαν τον λαό μας να ζητούν την εδώ και τώρα άμεση αποχώρηση των στρατιωτικών από τα κοινά.
Μετά από όσα έγιναν; Ήθελαν δεν ήθελαν οι στρατιωτικοί, αναγκάστηκαν να κάνουν την αποχώρηση τους από την διακυβέρνηση την χώρας, μόνον που την έκαναν με δόσεις, αφού κάθε τόσο από τον Νοέμβριο του 1973 έως και τον Ιούλιο του 1974, έκαναν αρκετές αλλαγές προέδρων.
Κι αφού όλοι μαζί χάλασαν, όσα δυστυχώς για μας δεν μπορούσαν να διορθώσουν; Μας έφτασαν έως και την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο την 20 Ιουλίου του 1974.
Κληθήκαμε να τους αντιμετωπίσουμε βέβαια τότε αυτούς, με την επιστράτευση που μας έκαναν, αλλά ακόμη απορούμε, για το πως βρέθηκαν εκεί οι Τούρκοι.
Την ίδια απορία όμως έχουμε και για το ποιοι από τους τότε και πάντοτε φίλους και συμμάχους μας, κάλυπταν και στήριζαν την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο μας.
Μιχάλης Αλταλίκης