Στα μέσα του Σεπτεμβρίου της ίδια χρονιάς όμως, ήρθε σε μας από μετάθεση ένας νέος στρατιώτης και όπως συνηθίζονταν τότε, σκεπτόταν οι της σειρά μου και κάπως πεπαλαιωμένοι πια στρατιώτες, τι καψόνι να του κάνουν.
Ήθελαν να αλλάξουν το μενού της διασκέδασης τους, αφού μέχρι τότε τους διασκέδαζε αρκετά καλά το πτώμα. Ήταν δύο τρεις σειρές ποιο νέος από μας αυτός ως στρατιώτης, ο οποίος ζούσε παρέα με ένα πολύ περίεργο τυπικό. Κοιμόταν σαν πεθαμένος.
Και όχι μόνον κοιμόταν σαν πεθαμένος, αλλά δεν μπορούσε να ξυπνήσει μετά, με τίποτε. Όχι νταούλια. Όχι κλαρίνα. Αλλά ούτε και οι κόρνες του αυτοκινήτου που του έχωναν στα αυτιά οι οδηγοί του θαλάμου του, ήταν σε θέση να τον ξυπνήσουν.
Δεν τον άφηναν να κοιμηθεί οι διπλανοί του, γιατί δεν μπορούσαν να τον ξυπνήσουν μετά. Και για να βρίσκεται όρθιος μπροστά στο κρεβάτι του, την ώρα που γινόταν η πρωινή αναφορά καθώς είχε υποχρέωση, δεν μπορείτε να φανταστείτε, τι ήταν αυτά που δοκίμαζαν επάνω του, προκειμένου να τον ξυπνήσουν.
Αν σκεφτείτε τώρα, ότι στρατιώτης ήταν κι αυτός, όπως και οι υπόλοιποι και ότι δεν υπήρχε πάντα χρόνος ικανός να ξυπνήσει κανείς με το πάσο του, φανταστείτε τι του έκαναν όταν βαρούσε συναγερμός και έπρεπε σε πέντε λεπτά να βρίσκεται και αυτός στην θέση της ευθύνης του.
Σ’ αυτές τις περίπτωσης, τον πετούσαν κάτω από το κρεβάτι του, αλλά και πάλι δεν ξυπνούσε. Του έβαζαν πυροφάνια στα δάχτυλα των ποδιών του και καίγονταν αυτά, αλλά πάλι ήταν αδύνατον να ξυπνήσει από μόνος του.
Εξαιτίας αυτής της ιδιοτροπίας του λοιπόν, τον ονόμασαν πτώμα. Αλλά και αυτός ο ταλαίπωρος, ποτέ δεν χόρτασε ύπνο. Τους παρακαλούσε από την μια να τον ξυπνούν για κάθε λόγο, αλλά και τους έκανε, κουρασμένος από την αϋπνία, παρατηρήσεις αδιαφορώντας για όσα έκτροπα δοκίμαζαν εκείνοι επάνω του.
– Αφήστε με ρε σεις να κοιμηθώ λίγο.
Έχοντας μια τέτοιου είδους ανάγκη το πτώμα, έψαχνε προφανώς το που θα βρει να κοιμηθεί επιτέλους ήσυχος και όσο ήθελε. Και επειδή τα είχε με όλους, αφού του στερούσαν τον ύπνο, αποφάσισε να μας εκδικηθεί όλους μια μέρα, γι’ αυτό και εξαφανίστηκε από το στρατόπεδο.
Τον ψάχναμε παντού, αλλά και πουθενά δεν μπορούσαμε να το βρούμε. Ψάξαμε οπουδήποτε ήταν δυνατόν να κοιμηθεί κρυφά ένας άνθρωπος σαν αυτόν, αλλά τίποτε. Χάθηκε.
Μπροστά και πλάγια από τον χώρο της πυροβολαρχία μας όμως και στον υπαίθριο χώρο, είχαμε ένα παροπλισμένο τρέιλερ. Αυτό, πολύ σπάνια το χρησιμοποιούσαμε και επειδή ήταν πάντα εκεί χειμώνα καλοκαίρι, το είχαμε καλά σκεπασμένο.
Τον μουσαμά του δε, τον περνούσαμε κάθε τόσο ένα χέρι ειδικό λίπος, για να τον προστατέψουμε από τις βροχές και την υγρασία. Μόνο εκεί δεν ψάξαμε για το πτώμα και αυτό γιατί ήταν αδύνατο να μείνει ζωντανός οργανισμός εκεί μέσα, παραπάνω από πέντε λεπτά.
Όλες τις ώρες τις ημέρες ήταν εκτεθειμένο εκείνο το τρέιλερ στον Ήλιο, γι’ αυτό και έκανε υπερβολική ζέστη κάτω από τον λιπαρό μουσαμά του. Εξαιτίας αυτού, ούτε και οξυγόνο δεν υπήρχε σ’ εκείνον τον κενό χώρο.
Αφού για τρία μερόνυχτα τον ψάχναμε και πουθενά δεν τον βρίσκαμε, το απόγευμα της τέταρτης και κατά την ώρα της αναφοράς, έπεσαν τα μάτια του λοχαγού μας κατά τύχη στο τρέιλερ, γι’ αυτό και είπε απευθυνόμενος στον αρχιλοχία μας.
– Μόνο στο τρέιλερ δεν ψάξαμε. Λες να μας την έσκασε και να κοιμάται εκεί όπου δεν το βάζει ο νους μας;
– Αν πήγε να κοιμηθεί εκεί μέσα, είπε ο αρχιλοχίας, τότε σίγουρα είναι πεθαμένος.
Μ’ αυτήν την σκέψη στο μυαλό, όλοι μαζί πήγαμε να δούμε αν πράγματι το πτώμα κοιμόταν εκεί. Όταν ανοίξαμε τον μουσαμά, τον βρήκαμε να κοιμάται του καλού καιρού. Ήταν μισοπεθαμένος όμως, γι’ αυτό και κάλεσαν τον γιατρό να τον ξυπνήσει, αλλά δεν τα κατάφερε.
Τον έστειλαν αμέσως και αυτόν στο νοσοκομείο, ελπίζοντας ότι εκεί θα βρουν τρόπο να τον ξυπνήσουν. Μας τον έστειλαν πίσω ξυπνητό μετά από μια εβδομάδα και όταν μπήκε στον θάλαμο του, έλεγε στους υπόλοιπους.
– Ευτυχώς που δεν ψάξατε πρώτα στο τρέιλερ και έτσι μπόρεσα να κοιμηθώ τουλάχιστον λίγες μέρες ανενόχλητος.
Βαρέθηκαν λοιπόν οι στρατιώτες να ασχολούνται με το πτώμα, γι’ αυτό και όπως είπα, έβαλαν στον στόχο τους να πειράξουν στην πρώτη ευκαιρία τον νεοαφιχθέντα στρατιώτη.
Δεν μπόρεσαν να του κάνουν τίποτε όμως, γιατί πρόλαβε αυτός πρώτος και αναστάτωσε όχι μόνον εμάς, αλλά όλο το στρατόπεδο και το έκανε τότε, που από σύμπτωση βρέθηκε την τρίτη κιόλας μέρα τις άφιξης του, σκοπός στα πυρομαχικά.
Τον έβαλαν να φυλάξει μαζί με άλλους έξι σε κείνη την σκοπιά και το νούμερο του ήταν από τις δώδεκα έως τις δύο το πρωί. Αφού πήραν τις κουβέρτες τους και τον οπλισμό τους όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πήγαν όλοι μαζί να κοιμηθούν στο φυλάκιο εκείνης της σκοπιάς, συνοδευόμενοι από τον λοχία που έκανε την ίδια υπηρεσία μαζί τους.
Έβαλε αυτός τον πρώτο σκοπό στην θέση του, να φυλάξει έξι με οκτώ και τους υπόλοιπους να ξεκουράζονται στα κρεβάτια τους, αφού όπως ήταν στο πρόγραμμα, έπρεπε να αντιμετωπίσουν ξεκούραστοι την δυσκολία της νύχτας.
Όταν έγινε δώδεκα, σήκωσε ο λοχίας τον νεοφερμένο και τον πήγε συνοδεία από το φυλάκιο μέχρι την θέση που έπρεπε να φυλάξει, είκοσι μέτρα ποιο πέρα από το κρεβάτι του δηλαδή.
Του έδειξε στην συνέχεια την περιοχή τις ευθύνης του και αφού πήρε τον προηγούμενο μαζί του, επέστρεψαν στο φυλάκιο αφήνοντας τον νέο μόνο στην σκοπιά του. Όταν έγινε δύο και ο λοχίας έπρεπε να σηκώσει τον επόμενο, προκειμένου να κάνει την αλλαγή των σκοπών όπως έκανε και πριν, τον πήρε ο ύπνος και δεν ξύπνησε.
Αφού δεν ξύπνησε αυτός, δεν ξύπνησε όπως ήταν επόμενο και ο σκοπός που ήταν η σειρά του να φυλάξει, αλλάζοντας θέση με τον νεοαφιχθέντα στρατιώτη, που εκείνη την ώρα έκανε ακόμη την υπηρεσία του.
Σε μια τέτοια περίπτωση, είχαν πει στον νέο, ότι έπρεπε να μπει στο φυλάκιο και να ξυπνήσει αυτός τον επόμενο σκοπό, αφού ήξερε ποιος ήταν ο αντικαταστάτης του και σε ποιο κρεβάτι κοιμόταν.
Δεν έκανε όμως αυτό που του είπαν, γι’ αυτό και όταν κατά τις τέσσερις και δέκα, ξύπνησε αλαφιασμένος ο λοχίας, νομίζοντας ότι είναι δύο και είκοσι, σήκωσε τον σκοπό που είχε υπηρεσία δύο-τέσσερις και τον έστειλε να κάνει την αλλαγή μόνος του.
Ήταν παλιός εκείνος και ήξερε τι να κάνει, γι’ αυτό ο λοχίας ξανάπεσε να κοιμηθεί. Ο σκοπός αλλαγής δεν κοίταξε το ρολόι του, αλλά αφού πήρε την εξάρτηση και το όπλο του, πήγε τρέχοντας να αλλάξει τον νέο, για να φυλάξει αυτός το δικό του νούμερο, που ήταν δύο με τέσσερις, αγνοώντας βέβαια ότι δεν ήταν δύο, αλλά τέσσερις και κάτι.
Όταν έφτασε στην σκοπιά, δεν βρήκε τον νέο στην θέση του όπως έπρεπε, γι’ αυτό και υπέθεσε πρόχειρα μάλλον, ότι ίσος μπήκε στο φυλάκιο και δεν τον πρόσεξε, δεδομένου ότι έγινε πολύ βεβιασμένα εκείνη η αλλαγή.
Κάθισε κανονικά στην σκοπιά του και περίμενε απλώς να περάσει η ώρα. Μετά από λίγο όμως, κατά τις τέσσερις και είκοσι δηλαδή, ξύπνησε από μόνος του ο σκοπός αλλαγής που είχε το νούμερο τέσσερις με έξι.
Βλέποντας το ρολόι του να δείχνει την ώρα περασμένες τέσσερις, έτρεξε ανήσυχος και πήγε μόνος στην αλλαγή, για να μη δυσκολέψει περισσότερο τον προηγούμενο, χωρίς να ξυπνήσει τον λοχία αλλαγής, ανυποψίαστος για όσα προηγήθηκαν.
Ε, λοιπόν, τότε ήταν που έγινε το έλα να δεις.
– Με συγχωρείς για την καθυστέρηση, είπε στον υπάρχοντα σκοπό όταν τον πλησίασε. Ο λοχίας κοιμάται κι εγώ ξύπνησα από μόνος μου. Όπως βλέπεις, ήρθα αμέσως. Πήγαινε τώρα να ησυχάσεις. Θα συνεχίσω εγώ από εδώ και μετά.
– Τι λες ρε; Δύο είναι η ώρα. Υπνοβάτης είσαι; Τέσσερις με έξι είσαι συ.
– Κοίτα το ρολόι σου ρε στραβάδι, του είπε ο άλλος. Που κοιμόσουν στην σκοπιά τόση ώρα και δεν πήρες είδηση ότι έγινε τέσσερις.
Αφού είπαν πολλά τέτοια ο ένας τον άλλον, αποφάσισαν να ξυπνήσουν τον λοχία να τους εξηγήσει τι συμβαίνει, όπως και το πού βρισκόταν ο νέος, αφού ούτε έξω, αλλά ούτε στο κρεβάτι του ήταν.
Δεν μπορούσαν να βγάλουν άκρη με τίποτε, γιατί τίποτε δεν ήταν σωστό, όπως και τίποτε δεν ήταν κανονικά στην ώρα του.
– Καλά ρε σεις; Ρωτούσαν ξαναρωτούσαν ο ένας τον άλλον. Πού πήγε ο νέος;
Αφού ξύπνησαν όλοι από την φασαρία που έγινε κείνη την ώρα, έψαχναν όλοι μαζί να βρουν τον σκοπό με το νούμερο δώδεκα δύο. Ψάχνοντας λοιπόν για τον σκοπό, έπεσαν πάνω στο κράνος του και αυτό πάλι το βρήκαν πεταμένο μέσα στα χόρτα, εκατό μέτρα ποιο μακριά από την σκοπιά και στην αντίθετη πλευρά από το φυλάκιο.
Λίγο πιο κάτω, βρήκαν πεταμένη και την τελαμώνα που φορούσε, αυτήν που είχε μέσα δώδεκα γεμιστήρες με σφαίρες. Φοβήθηκε ο λοχίας με όσα έβλεπε να γίνονται εκεί, γι’ αυτό και έβαλε μια γεμιστήρα στο όπλο του σκοπού που ήταν δίπλα του και την άδειασε πυροβολώντας με τις σφαίρες της τον ουρανό, ζητώντας μ’ αυτή την ενέργεια, άμεση βοήθεια από το στρατόπεδο.
Όπως ήταν αναμενόμενο λοιπόν, στο άκουσμα των πυροβολισμών, βάρεσε συναγερμό ο αξιωματικός υπηρεσίας, αφού δεν ήξερε ποιος και γιατί πυροβολούσε.
Οι πυροβολισμοί και ο συναγερμός αναστάτωσαν όχι μόνον το δικό μας στρατόπεδο, αλλά και άλλα τέσσερα στρατόπεδα που ήταν πιο κάτω από μας. Δεν είχαν ειδοποιηθεί αυτά σύμφωνα με τους κανονισμούς, για τις δικές μας ενέργειες εκείνης της ώρας, γι’ αυτό και ρωτούσαν από το τηλέφωνο τον δικό μας αξιωματικό υπηρεσίας να τους εξηγήσει.
– Ενημερώστε μας αμέσως. Τι σας συμβαίνει και τι πρέπει να κάνουν εμείς.
Αφού ούτε και αυτός ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να τους πει, επιφυλάχτηκε να τους ενημερώσει το συντομότερο δυνατόν.
Στο άκουσμα εκείνου του συναγερμού όμως, αντιδράσαμε εμείς όπως αν θα είχαμε άσκηση, γι’ αυτό και σε πέντε λεπτά βρεθήκαμε στις θέσεις μας με πλήρη εξάρτιση και περιμέναμε οδηγίες.
Κανείς δεν είχε οδηγίες και κανείς δεν ήξερε τι να μας πει, ώσπου φάνηκε τελικά ένας από τους σκοπούς των πυρομαχικών, ο οποίος και ενημέρωνε τον αξιωματικό υπηρεσίας, για όσα συνέβησαν σ’ αυτούς και στην σκοπιά τους.
– Εξαφανίσθηκε ο σκοπός με το νούμερο δώδεκα δύο και το μόνο που βρήκαν από αυτόν, ήταν το εσωτερικό του κράνος και την τελαμώνα με τις σφαίρες. Αρκετή ώρα ψάχνουμε εκεί γύρω όλοι μαζί, αλλά πουθενά δεν τον βρίσκουμε. Φοβήθηκε ο λοχίας μας, γι’ αυτό και πυροβόλησε.
Μετά από κείνη την ενημέρωση, σύσσωμο το στρατόπεδο πεντακόσια άτομα, πήγαμε επί τόπου και ψάχναμε σπιθαμή προς σπιθαμή την περιοχή, να βρούμε τον εξαφανισθέντα σκοπό.
Ανησυχούσαμε γι’ αυτόν τον νεοφερμένο στρατιώτη, αλλά δεν βάλαμε με τον νου μας, ότι θα τον ψάχναμε κιόλας. Βρήκαμε ωστόσο το όπλο του, όπως και ό,τι άλλο έφερε μαζί του ως στρατιώτης στην σκοπιά του, με την μόνη διαφορά, ότι όλα αυτά ήταν έτσι πεταμένα δεξιά και αριστερά και σε απόσταση το ένα από το άλλο, που φαινόταν ότι καθώς έτρεχε προς την νότια πλευρά του στρατοπέδου, τα ξεφορτωνόταν μάλλον για να τρέχει πιο εύκολα.
Αν και μαζέψαμε αυτά που πετούσε, αυτόν πουθενά δεν τον βρίσκαμε. Όταν ποια ξημέρωσε για τα καλά και βλέπαμε καλύτερα, τότε μόνον τον βρήκαμε να είναι ξαπλωμένος μέσα σε ένα λάκκο.
Ήταν σκεπασμένος κάτω από μια στοίβα χόρτων που βρήκε εκεί μέσα και έτρεμε σύγκορμος ακόμη, από πολύ φόβο. Ήταν δε τόσο φοβισμένος, που δεν άφηνε κανέναν από μας να τον ακουμπήσει.
Ήρθε και ο γιατρός εν τω μεταξύ εκεί και αφού του έριξε μια γρήγορη ματιά, διέταξε να τον μεταφέρουν δεμένο στο Ιατρείο του. Μετά από πολύ ώρα και από μερικά ηρεμιστικά που του έδωσαν στο ιατρείο, κατάφερε τελικά να εξηγήσει την συμπεριφορά του, έστω και με μισόλογα.
– Μια νύφη! Τεράστια νύφη! Γάμος ήταν και χόρευαν άνθρωποι πολλοί! Φοβήθηκα και έτρεχα να κρυφτώ…
Αυτά μόνο είπε και κλείστηκε στον εαυτό του πάλι, τρέμοντας από φόβο, ακόμη και στην θύμηση εκείνου του συμβάντος. Δεν χρειαζόταν άλλες πληροφορίες ο γιατρός, γι’ αυτό και τον έστειλαν αμέσως στο στρατιωτικό ψυχιατρείο.
Τον λυπηθήκαμε τον καημένο, γιατί φαινόταν ήσυχο άτομο και δεν έμοιαζε προβληματικός. Το πώς όμως είδε, αυτό που δεν ήξερε και μάλιστα, όπως μας το περιέγραψαν οι παλιοί, όντως μας προβλημάτισε.
Είχαμε έναν άλλον που έκανε τον τρελό για να πάρει απολυτήριο, εκείνος όμως ο νεοφερμένος, δεν φάνηκε να τα έκανε όλα αυτά επίτηδες. Εκτός αυτού, ήταν δυο τρεις μέρες εκεί όπως είπαμε και κανείς από μας δεν πρόλαβε να τον πληροφορήσει για εκείνη την νύφη, που παρουσιαζόταν στην συγκεκριμένη σκοπιά και τον Σεπτέμβριο μήνα.
Εμείς βέβαια υποθέταμε ότι όλο αυτό ήταν ένα κακόγουστο παραμύθι, που μας το ανέφεραν οι παλιοί στρατιώτες, θέλοντας να γελάσουν μαζί μας. Πώς όμως είδε αυτός, αυτό που δεν ήξερε και έτσι ακριβώς όπως μας το περιέγραψαν πριν από ένα χρόνο περίπου οι παλιοί, αυτό ποτέ δεν το μάθαμε. Ούτε και κάτι νεότερο μάθαμε γι’ αυτόν, αφού ποτέ δεν επέστρεψε στην μονάδα μας.
Μιχάλης Αλταλίκης