Το σπίτι του φίλου μου, η δασκάλα κι σκύλος

  Μπήκαμε στον Ιούνιο πια εκείνης της χρονιάς κι επιστρέφοντας στο σπίτι μου ένα πρωινό, μετά από την εκφόρτωση των προμηθειών που επιχείρησα στο γνωστό καραβάκι της Ουρανούπολης, στάθηκα να κοιμηθώ για λίγο έστω,  έξω από τον αρχαιολογικό χώρο που διαθέτουν τα Στάγιρα της Χαλκιδικής.

Είναι ένας πολύ ευρύχωρος χώρος αυτός και πολύ καλή θέα διαθέτει και δεν ήταν η πρώτη μου φορά που έκανα κάτι τέτοιο, όπως δεν ήταν και η πρώτη μου φορά που έκανα το ίδιο στο συγκεκριμένο χώρο και τόπο. Πολλές φορές δηλαδή κοιμόμουν εκεί, όταν εκεί με πλησίαζε η νύστα.

Την ημέρα που αναφέρομαι όμως, ένας φίλος είδε για πρώτη του φορά το αυτοκίνητό μου σταθμευμένο εκεί έξω από τον κυρίως οικισμό τους κι επειδή τον ξάφνιασε η παρουσία μου, θέλησε να κουβεντιάσει μαζί μου τον λόγο της επίσκεψής μου στο χωριό τους, γι’ αυτό και με πλησίασε.

Βλέποντας όμως να κοιμάμαι του καλού καιρού, ακόμη περισσότερο ξαφνιάστηκε, αλλά και δεν με ενόχλησε. Κάθισε σε κάποιο από τα παγκάκια που υπήρχαν κι εκεί περίμενε να δει, πότε θα ξυπνούσα, ώστε να του φύγει επιτέλους και η περιέργεια που κατεύθυνε τις σκέψεις του.

Όταν πια ξύπνησα κι εγώ μετά από μια ώρα περίπου, έβαλα μπροστά την μηχανή του αυτοκινήτου μου προκειμένου να συνεχίσω την επιστροφή μου και καθόλου δεν με απασχόλησε να δω, ποιος καθόταν στο απέναντι παγκάκι.

Ακούγοντας όμως αυτός να δουλεύει η μηχανή του αυτοκινήτου μου, τρέχοντας ήρθε να μου κόψει τον δρόμο, αλλά και με παρότρυνε ώστε να μείνω για λίγο μαζί του, όπως και να του εξηγήσω ζητούσε, τον λόγο που κοιμόμουν εκεί έξω από τον αρχαιολογικό τους χώρο και στο ύπαιθρο όπως έλεγε.

Του είπα βέβαια ότι έκανα πολύ συχνά το ίδιο, μετά από την νύστα που μου επισκεπτόταν στο ύψος του χωριού τους κι ότι πολύ ευχαρίστως μάλιστα το έκανα, αφού και άνετα ένιωθα και νερό είχε ώστε να φάω το σάντουιτς που είχα μαζί μου, πίνοντας και τον καφέ μου σ’ εκείνο το ωραίο χώρο.

Μα, είναι δυνατόν να περνάς από το χωριό μας έλεγε αυτός και να κοιμάσαι στο ύπαιθρο; Δεν φοβάσαι τους περαστικούς, όπως και τους κακόβουλους ανθρώπους; Όχι του απαντούσα. Ούτε τους περαστικούς, αλλά ούτε και τους κακόβουλους φοβάμαι, γιατί ποτέ δεν τους βάζω στο μυαλό μου. Αυτός είναι κι ο λόγος μάλιστα που κοιμάμαι ευχάριστα.

Όχι, έλεγε αυτός. Αυτό δεν είναι σωστό. Για μένα θέλω να το κάνεις. Όταν περάσεις ξανά από το χωριό μας και νυστάξεις, να έρθεις στο σπίτι μου. Όπως ξέρεις, έχω ελεύθερη εκείνη την μικρή γκαρσονιέρα που σου έδειξα προ καιρού, την οποία νοίκιαζε μια δασκάλα μέχρι τώρα.

Έφυγε αυτή πρόσθετε, οπότε, μπορείς να κοιμάσαι εκεί όταν νυστάζεις κι εμάς καθόλου δεν θα μας ενοχλείς, αφού ανεξάρτητη είναι. Κι έχει από όλα μέσα. Μπάνιο, τηλεόραση και κρεβάτι καλό. Εκεί λοιπόν να κοιμάσαι κι όχι στο αυτοκίνητό σου.

Θα σου συμβεί τίποτε κακό έλεγε με στόμφο και θα έχω τύψεις. Πάρε μαζί σου μόνον σεντόνια και μια μαξιλαροθήκη και στην επόμενη φορά εκεί να σε βρω να κοιμάσαι κι όχι εδώ. Κατάλαβες; Πολύ φοβήθηκα που σε βρήκα εδώ σήμερα. Αυτά μου είπε αυτός και μετά από λίγο τον χαιρέτησα κι έφυγα.

Την επόμενη εβδομάδα είναι αλήθεια ότι τον θυμήθηκα και για να του κάνω το χατίρι, πράγματι επισκέφτηκα την γκαρσονιέρα του επιστρέφοντας από την Ουρανούπολη για τους γνωστούς λόγους.

Ώσπου να κατέβω όμως από το αυτοκίνητο μου, να στρώσω τα σεντόνια μου και να ξαπλώσω στο ντιβάνι που μου διέθετε μέσα σ’ εκείνο το καθαρό κατά τα άλλα δωμάτιο, μου έφυγε ο ύπνος και καθόλου δεν νύσταζα. Κι όπως ξέρετε κι εσείς, ότι σε ξένο κρεβάτι δηλαδή δύσκολα κοιμάται κανείς, ούτε κι εγώ μπορούσα να κοιμηθώ.

Αφού τυραννίστηκα λοιπόν για καμιά ώρα περίπου εκεί προκειμένου να του κάνω το χατίρι χωρίς αποτέλεσμα, μάζεψα τα σεντόνια μου κάποια στιγμή κι έφυγα τρέχοντας για την Θεσσαλονίκη, αποφασισμένος να ξαπλώσω στο σπίτι μου και στον καναπέ μου και να κοιμηθώ εκεί έστω και για πέντε λεπτά, ή και καθόλου ακόμη.

Πέρασε αρκετός καιρός όμως από τότε και πάλι τον θυμήθηκα, οπότε, ας του κάνω το χατίρι έλεγα στον εαυτό μου κι ας πάω να κοιμηθώ στον χώρο που από αγάπη κι αυτός προς το πρόσωπό μου τον διαθέτει. Θα δει ότι δεν τον χρησιμοποιώ και θα στεναχωρηθεί ο άνθρωπος.

Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, στάθμευσα το αυτοκίνητό μου έξω από το σπίτι του ένα πρωινό και το έκανα μάλιστα όσο μπορούσα ποιο αθόρυβα θα έλεγα. Παίρνοντας μαζί μου τα σεντόνια μου στην συνέχεια, κατευθύνθηκα επίσης αθόρυβα προς την γκαρσονιέρα του.

Φτάνοντας εκεί όμως, είδα να υπάρχουν παπούτσια έξω από την πόρτα και σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να επέστρεψε η δασκάλα, με το δίκαιό μου έλεγα μέσα μου. Μπράβο? Σαράντα πέντε νούμερο παπούτσι φοράει η δασκάλα και μάλιστα ταλαιπωρημένα εργατικά άρβυλα.

Άνοιξα ως τόσο κι από περιέργεια την πόρτα της γκαρσονιέρας αφού ποτέ δεν ήταν κλειδωμένη και μπαίνοντας μέσα, αμέσως με πείρε μια έντονη μυρουδιά ποδαρίλας. Πω, πω, έλεγα. Από πότε έχει να πλυθεί αυτή η δασκάλα και μυρίζουν τόσο πολύ τα πόδια της;

Αστειευόμενος με τον εαυτό μου το έλεγα αυτό βέβαια, αλλά και πριν κάνω κάποια κίνηση, προκειμένου να ανάψω τα φώτα και να δω μήπως κοιμάται άλλος εκεί μέσα, άκουσα μια αγριεμένη αντρική φωνή να λέει. Ε? Το ίδιο Ε? Του είπα κι εγώ και κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, έφυγα από εκεί όπως καταλαβαίνετε, πεπεισμένος πια ότι ποτέ ξανά δεν θα επέστρεφα στην εν λόγω γκαρσονιέρα.

Είχα και την δικαιολογία έτοιμη για τον φίλο μου βέβαια, στον οποίο εύκολα θα έλεγα, ότι αφού το νοίκιασες σε άλλον, έπρεπε να μου το πεις. Κι επειδή δεν ξέρω τι θα κάνεις από εδώ και μετά, δεν θα επισκεφτώ τον χώρο σου άλλη φορά, οπότε, διέθεσέ τον σε όποιον θέλεις. Σ’ αυτόν που βρήκα να κοιμάται στο δωμάτιό σου πάντως, να του πεις ότι πλένουμε τα πόδια μας όταν πρόκειται να κοιμηθούμε.

Και πράγματι του τα είπα αυτά όταν τυχαία και πάλι τον συνάντησα, οπότε, μου έλεγε δικαιολογώντας τον εαυτό του κι αυτός, ότι για μια εβδομάδα μόνον το διέθεσε σε κάποιον αλλοδαπό εργάτη, μέχρι να βρει κι αυτός μόνιμη κατοικία κι ότι εγώ βεβαίως και μπορούσα να επισκέπτομαι την γκαρσονιέρα του όποτε ήθελα.

Εγώ βέβαια, προτιμούσα να κοιμάμαι στον καθαρό αέρα κι έτσι, συνέχισα να κάνω αυτό που ήθελα, όταν νύσταζα στο ύψος του χωριό του. Στάθμευα το αυτοκίνητό μου έξω από τον αρχαιολογικό τους χώρο δηλαδή κι εκεί ξεκούραζα τον εαυτό μου.

Ένας σκύλος όμως ήρθε και με ξύπνησε ένα πρωινό, όταν στάθηκε κάτω από το παράθυρό μου και συνεχώς γαύγιζε. Και δεν το έκανε αυτό επιθετικά, ή προειδοποιητικά σαν φύλακας, αλλά κάπως έτσι που να δηλώνει ότι κάτι ήθελε από μένα.

Εγώ βέβαια δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις με τα σκυλιά, αλλά και δεν τα εχθρεύομαι. Τα αποφεύγω μπορώ να πω, γιατί δεν μπορώ να βρω δίαυλο συνεννόησης μαζί τους. Εκείνη την ημέρα όμως, ο σκύλος ήθελε κουβέντα όπως μου έδινε να καταλάβω, γι’ αυτό άνοιξα το παράθυρο του αυτοκινήτου μου να τον δω πρώτα και μετά να δω τι θα μπορούσε να θέλει από μένα.

Με κοιτούσε στα μάτια λοιπόν εκείνος ο μαύρος σκύλος που έβλεπα, από τον λαιμό του οποίου κρεμόταν μια πινακίδα, πάνω στην οποία δήλωνε την ταυτότητά του, αλλά κι επαναλάμβανε το γαύγισμά του έτσι που να μη με τρομάζει. Μου έδινε να καταλάβω δηλαδή ότι πράγματι κάτι ήθελε.

Από σπίτι είσαι του έλεγα κι εγώ αυθόρμητα κι όπως φαίνεται αξιοπρεπής είσαι. Τι θέλεις λοιπόν από μένα και μου το δηλώνεις; Γάβ, γάβ, έκανε ο σκύλος και περίμενε. Κοίτα τώρα έλεγα στον εαυτό μου, που θα πιάσω κουβέντα με έναν σκύλο.

Σκεπτόμενος στην συνέχεια το ενδεχόμενο να πεινάει, έπιασα το μεγάλο ομολογουμένως σάντουιτς που είχα μαζί μου κι αφού είδα ότι μπορούσα να το μοιραστώ μαζί του, έκοψα λύγο κι από το ανοιχτό παράθυρο του το προσέφερα. Δεν το πέταξα κάτω δηλαδή, αλλά αφού του το έδειξα, το πήρε αυτός με πολύ προσοχή θα έλεγα, μη μου αρπάξει με τα δόντια του.

Το έφαγε αμέσως όμως, οπότε πάλι με κοιτούσε και πάλι έκανε γάβ, σαν να μου έλεγε στην γλώσσα του ότι ήθελε κι άλλο. Θα σου δώσω του είπα αλλά πρέπει να σκεφτείς ότι κι εγώ θέλω να φάω από αυτό. Γάβ, πάλι έκανε αυτός και περίμενε την επόμενη κίνησή μου.

Θα σου δώσω του είπα το μισό από αυτό κι επειδή δεν κάνει να φάω το κίτρινο από τα δυό αυγά που διαθέτω, σ’ εσένα θα δώσω τους κρόκους τους και σ’ εμένα θα αφήσω τα ασπράδια τους. Άνοιξε λοιπόν το στόμα σου να σου δώσω τον πρώτο.

Άνοιξε ο σκύλος το στόμα του κι αμέσως κατάπιε τον κρόκο που του έριξα εκεί μέσα, αλλά και πάλι έκανε γάβ, σαν να ζητούσε κι άλλο. Καλά έκανες του έλεγα, όμως έπρεπε να το φας μαζί με το ψωμί, γιατί έτσι που το έφαγες δεν θα μας φτάσουν τα αυγά.

Άνοιξε το στόμα του ξανά αυτός και του έβαλα εκεί ένα κομμάτι από το ψωμί μου και μαζί με το κασέρι βέβαια. Αυτός όμως, το έβαλε κάτω στο χώμα κι αφού έφαγε το κασέρι, άφησε το ψωμί. Βλέποντας την ενέργειά του, του έλεγα και πάλι. Δεν είναι σωστό αυτό. Όπως βλέπεις, εγώ τρώω το ψωμί μαζί με το κασέρι, το ίδιο πρέπει να κάνεις κι εσύ.

Γάβ, έκανε αυτός, αλλά το ψωμί το άφησε στο χώμα και περίμενε να του δώσω, ή τον κρόκο, ή το κασέρι μόνον. Άκου φίλε μου του έλεγα συγκαταβατικά. Αν δεν φας το ψωμί που σου έδωσα, ούτε κασέρι θα δεις να έρχεται στο στόμα σου, ούτε και κρόκο. Αν θέλεις να γευτείς αυτά λοιπόν, πρέπει να φας το ψωμί σου πρώτα.

Αυτό βέβαια, πολύ μεγάλη εντύπωση μου έκανε, γιατί είδα το σκυλί να σκύβει το κεφάλι του και με πολύ δυσκολία ομολογουμένως, βεβαίως και το έφαγε. Αφού το έφαγες του είπα, έλα τώρα να σου δώσω τον επόμενο κρόκο κι αφού εγώ διψώ, θέλω να καθίσεις εδώ μέχρι να πάω στην βρύση να πιω νερό κι όταν επιστρέψω, να πας εσύ στο σπίτι σου, αφού από σπίτι είσαι, αλλά να πάω κι εγώ στο δικό μου, γιατί αρκετά ξεκουράστηκα μαζί σου σήμερα.

Πήρα λοιπόν μαζί μου το θερμός για τον καφέ που διέθετα, τον οποίο είχα πιεί εν τω μεταξύ κι αφού κατέβηκα από το αυτοκίνητό μου, πήγα μέχρι την βρύση, όπου και ίπια νερό, όπως και γέμισα με αυτό το θερμός μου. Μόλις επέστρεψα όμως, έκανε ένα βιαστικό γάβ ο έξυπνος σκύλος κι έφυγε τρέχοντας.

Πολλές φορές κοιμήθηκα εκεί όπως σας είπα. Όπως και πολλές φορές επανέλαβα το ίδιο μετέπειτα, αλλά εκείνον τον ωραίο μαύρο και μεγαλόσωμο σκύλο πρώτη μου και τελευταία φορά τον είδα. Κατάλαβα όμως, ότι κάπως συνεννοήθηκα μαζί του εκείνη την ημέρα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *