Μετά από λίγο καιρό όμως, βρέθηκα ξανά στον χώρο της αποθήκης με τα επίκουρα για κάποιο λόγο και χωρίς να το περιμένω, έγινα μάρτυρας ενός άλλου επεισοδίου, εξαιτίας του οποίου γελούσαν για αρκετό χρονικό διάστημα οι εργάτες του σταθμού.
Στην αποθήκη που αναφέρομαι, κατέληγαν τότε όλα τα υπηρεσιακά βαγόνια του ΟΣΕ, μέσω των οποίων μεταφερόταν τα κάθε λογής μικροαντικείμενα όπως και μικροαποστολές εμπορευμάτων, από και προς το εξωτερικό ή το εσωτερικό της χώρας, προκειμένου να εξυπηρετηθούν, όχι μόνον οι ιδιώτες, αλλά και οι μικρέμποροι.
Για τους παραπάνω λόγους βέβαια, όλες οι σιδηροδρομικές διαδρομές διαθέτουν τέτοια βαγόνια, προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες πολλών περιοχών.
Όταν λοιπόν αυτά τα βαγόνια μπαίνουν στους σταθμούς της διαδρομής που καλύπτουν, τοποθετούνται κάπου πρόχειρα μέχρις ότου σταλούν στις αποθήκες με το ίδιο χαρακτηριστικό όνομα, έτσι ώστε να αφαιρούν, ή προσθέτουν οι αρμόδιοι αποθηκάριοι σ’ αυτά, όσα αντικείμενα πρέπει να μεταφερθούν, ή να παραδοθούν στους παραλήπτες της περιοχής τους.
Την ευθύνη δε, αυτής της εσωτερικής μετακίνησης βαγονιών την έχει η ειδική ομάδα της μανόβρας, η οποία και σπρώχνει από μακριά τα βαγόνια με την μηχανή τους, έτσι ώστε να μπουν αυτά μόνα τους σε γραμμές φορτοεκφόρτωσης, όπως είναι και η γραμμή των επίκουρων.
Αυτό το σπρώξιμο όμως δεν γίνεται πάντα με ακρίβεια, γι’ αυτό και όταν τα βαγόνια φτάνουν στον προορισμό τους, χτυπούν καμιά φορά με τέτοια δύναμη στα προϋπάρχοντα στην ίδια γραμμή βαγόνια, με αποτέλεσμα να αναπηδούν όλα μαζί από το χτύπημα που δέχονται.
Από αυτά τα δυνατά χτυπήματα δε, κινδυνεύουν σοβαρά όχι μόνον τα βαγόνια, αλλά και τα εντός αυτών υπάρχοντα αντικείμενα, όσο κι αν αυτά είναι καλά στερεωμένα στην θέση τους.
Και στην ημέρα που αναφέρομαι, κάτι παρόμοιο έγινε. Η μανόβρα που εκτελούσε το εργασιακό της πρόγραμμα εκείνο το πρωινό στις γραμμές του σταθμού, έσπρωξε με πολλή δύναμη ένα τέτοιο επίκουρο βαγόνι, με στόχο να καταλήξει αυτό προγραμματισμένα μεν, αλλά και μόνο του στην γραμμή της συνώνυμης αποθήκης,
Το βαγόνι όμως έφτασε στον προορισμό του έχοντας πολύ μεγάλη φόρα, γι’ αυτό κι έπεσε με δύναμη πάνω στα υπόλοιπα που ήταν ήδη εκεί σταθμευμένα κι εξαιτίας αυτής της σφοδρής σύγκρουσης, αναπήδησαν όλα τόσο πολύ, που κόντεψαν να εκτροχιαστούν αν και ήταν σταθμευμένα.
Αυτό βέβαια δεν επετεύχθη, αλλά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, επήλθε μεγάλη αναταραχή στο εσωτερικό του βαγονιού που αναφέρομαι αφού αναπήδησαν κατά την σύγκρουση κι όλα τα αντικείμενα εντός του εσωτερικού του χώρου ευρισκόμενα, όποια κι αν ήταν αυτά.
Κι όχι μόνον αναπήδησαν, αλλά πολλά από αυτά έφυγαν πολύ μακριά από την θέση που πριν από λίγο ήταν τοποθετημένα και βρέθηκαν από την μία άκρη του βαγονιού στην άλλη.
Μαζί με αυτά όμως, έφυγε από την θέση του κι ένα φέρετρο, το οποίο ταξίδευε μαζί με τον πεθαμένο κάτοχο του, έχοντας για προορισμό τους ένα χωριό της Λάρισας.
Το φέρετρο βέβαια ήταν καλά τοποθετημένο πάνω στην ειδική για τέτοιες μεταφορές εταζέρα, πάνω στην οποία ήταν και δεμένο με δύο ιμάντες. Δεδομένου ότι αυτό το βαγόνι ξεκίνησε από την Γερμανία, καλά έκαναν αυτοί που το τοποθέτησαν εκεί, αφού σε όλα τα σιδηροδρομικά δίκτυα είναι γνωστό, το πόσο κινδυνεύουν τα μεταφερόμενα αντικείμενα από τέτοιου είδους απρόσεκτες προσεγγίσεις βαγονιών στους σταθμούς.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως, δεν μπόρεσαν οι δυο ιμάντες να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις συνέπιες της απρόσεκτης προσέγγισης, γι’ αυτό και τους ξέφυγε το φέρετρο, με αποτέλεσμα να βρεθεί κι αυτό μαζί με τα άλλα μεταφερόμενα αντικείμενα στο πάτωμα.
Πέφτοντας αυτό κάτω, άνοιξε το καπάκι του από την πρόσκρουση κι ο πεθαμένος πετάχτηκε έξω. Με την φόρα δε που είχε αυτός πέφτοντας, έφτασε μέχρι την πόρτα του βαγονιού, όπου και στάθηκε όρθιος εκεί να ακουμπά με το κεφάλι του πάνω σ’ αυτήν και ήταν έτοιμος να βγει έξω μόλις την άνοιγαν.
Ο αποθηκάριος που είχε υποχρέωση να επέμβει σ΄ αυτό το βαγόνι, με σκοπό να αφαιρέσει όπως και να προσθέσει μερικά δέματα στο εσωτερικό του, αγνοούσε την περιπέτεια που υπέστη το βαγόνι του, όπως αγνοούσε και το τι συνέβη στο εσωτερικό του.
Όταν ήρθε λοιπόν η ώρα να επέμβει σ’ αυτό για τους υπηρεσιακούς του λόγους, πήρε στα χέρια τα δύο μικρά δέματα που είχε υποχρέωση να του προσθέσει και καθώς το πλησίαζε, διάβαζε και την κατάσταση φόρτωσης που έφερε μαζί του.
Διαβάζοντας την κατάσταση, πρόλαβε να πληροφορηθεί ότι το βαγόνι του είχε για προορισμό του την Αθήνα κι ότι θα έκανε και μια στάση στην Λάρισα, αλλά δεν πρόλαβε να πληροφορηθεί ότι μέσα στο βαγόνι υπήρχε ένα φέρετρο που ταξίδευε για την Λάρισα, μαζί με τον πεθαμένο κάτοχο του.
Προκειμένου να φτάσει όμως αυτός στο βαγόνι του, υποχρεώθηκε να βγει αρκετά έξω από τα όρια της αποθήκης του και να βρεθεί στο κέντρο της πλατείας, εκεί δηλαδή που γινόταν οι κάθε λογής φορτοεκφορτώσεις.
Όταν τελικά το πλησίασε, αποσφράγισε την μεγάλη συρόμενη πόρτα του κι αφού την έπιασε στην συνέχεια από το κάθετο πόμολο της, την τράβηξε με δύναμη προκειμένου να την ανοίξει.
Για κάποιο λόγο όμως που αυτός δεν μπορούσε να υπολογίζει, δεν άνοιγε η πόρτα. Κάτι την εμπόδιζε όπως το σκέφτηκε κι εξαιτίας αυτού, έπρεπε να την τραβήξει με περισσότερη δύναμη.
Έβαλε λοιπόν όση δύναμη διέθετε, αλλά και πάλι δεν άνοιγε εύκολα αυτή. Καθώς ήταν προσηλωμένος όμως στον σκοπό του, δεν έβλεπε τον πεθαμένο που πρόβαλε για λίγο κι έστεκε όρθιος μπροστά στην πόρτα, έτοιμος να πέσει από στιγμή σε στιγμή επάνω του.
Τραβούσε λοιπόν με δύναμη ο φουκαράς κι όταν άνοιξε επιτέλους αυτή τόσο, όσο ήταν δυνατόν να χωρέσει τον όγκο του πεθαμένου, βγήκε αυτός έξω και με το κεφάλι του να γέρνει ελαφρώς προς τα μπροστά, έπεφτε πάνω στον ανυποψίαστο αποθηκάριο.
Έπεφτε ο πεθαμένος πάνω στον αποθηκάριο, αλλά έπεφτε την στιγμή που αυτός σήκωνε το κεφάλι του να δει, τι να ήταν άραγε αυτό που εμπόδιζε την πόρτα του βαγονιού του και δεν άνοιγε.
Όταν όμως είδε να βγαίνει ξαφνικά ένας άνθρωπος μέσα από το βαγόνι και να πέφτει επάνω του, δεν είχε αρκετό χρόνο στην διάθεση του ώστε να τον ρωτήσει ποιος ήταν και τι γύρευε εκεί μέσα.
Τρομαγμένος όπως ήταν από το αναπάντεχο, παράτησε την πόρτα που κρατούσε και γυρίζοντας τα νότα του προς αυτήν, πήγε να φύγει. Δυστυχώς όμως τον πρόλαβε ο πεθαμένος και με την δύναμη του βάρους του τον έριξε κάτω κι αφού τον ακινητοποίησε στο έδαφος, ξάπλωσε πάνω του για τα καλά.
Έντρομος αυτός από την συμπεριφορά του επιτιθέμενου που δεν έλεγε να σηκωθεί από πάνω του, καλούσε σε βοήθεια.
– Σώστε με ρε παιδιά, Βοήθεια. Σώστε με.
Ζητούσε να τον βοηθήσουν οι εργάτες που φόρτωναν λίγο πιο πέρα ένα άλλο βαγόνι και κουνώντας χέρια και πόδια προσπαθούσε να ελευθερωθεί. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του όμως, δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τον υπέρβαρο πεθαμένο κι έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, αυτό που επιδίωκε δεν ήταν δυνατόν να το κάνει μόνος του με τίποτε.
Σταμάτησαν οι εργάτες για λίγο τις δουλειές τους κι εξέταζαν τον λόγο για τον οποίο καλούσε αυτός σε βοήθεια. Όταν όμως τον είδαν να είναι μπρούμυτα και καταγής πεσμένος και μάλιστα να ξαπλώνει πάνω του ένας άλλος άνθρωπος, συνέχισαν αδιάφοροι την δουλειά τους.
Αδιαφορούσαν αυτοί, γιατί πριν από καιρό έδωσε δικαίωμα αυτός, γι’ αυτό κι όχι μόνον αδιαφορούσαν, αλλά και τον χλεύαζαν.
– Από την μια μεριά τα ψάχνεις κι από την άλλη ζητάς βοήθεια. Καλά να πάθεις τώρα, για να βάλεις μυαλό.
Αυτός όμως επέμενε να τους καλεί σε βοήθεια,
– Ελάτε ρε παιδιά. Δεν μπορώ να σηκωθώ μόνος μου. Βοηθήστε με.
Καλούσε απελπισμένα βοήθεια ο φουκαράς, αφού ούτε κι αυτός ήξερε τι ακριβώς του συνέβαινε.
Αδιαφορούσαν και γελούσαν οι εργάτες με όσα έβαζαν κατά νου τους, για την συμπεριφορά του αποθηκάριου, αλλά κι απορούσαν από την ακινησία που παρατήρησαν να έχει ο άλλος, γι’ αυτό κι αποφάσισαν να δουν από κοντά το τι πράγματι συνέβαινε.
Όταν όμως έφτασαν εκεί, διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι ήταν πεθαμένος αυτός που ξάπλωνε πάνω στον έντρομο αποθηκάριο, γι’ αυτό και διπλά πλέον τον χλεύαζαν.
– Όχι μόνον οι ζωντανοί, αλλά και οι πεθαμένοι σε πήραν είδηση.
Σήκωσαν ωστόσο τον πεθαμένο από πάνω του κι αφού τον έστησαν όρθιο, τον έβαλαν να ακουμπά και πάλι στο βαγόνι, ενώ μερικοί από αυτούς ανέβηκαν πάνω σ’ αυτό, αναζητώντας τον λόγο που βρέθηκε εκεί μέσα ένας πεθαμένος.
Όταν είδαν την ακαταστασία που υπήρχε στο εσωτερικό του, όπως και το ξεσκέπαστο φέρετρο, τότε μόνον δικαιολόγησαν όλα όσα συνέβησαν στον αποθηκάριο, ο οποίος δεν ήταν πλέον σε θέση να κάνει καμιά δουλειά.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που ανέλαβαν οι εργάτες να κάνουν έστω και γελώντας μαζί του, όσα αυτός είχε υποχρέωση να κάνει κι αφού έκλεισαν έτσι το φέρετρο που να μην μπορεί να βγει ξανά έξω από αυτό ο πεθαμένος ότι και αν τους συμβεί καθ’ οδόν, έστειλαν το βαγόνι στον προορισμό του.
Αν και πέρασε πολύς καιρός όμως από τότε, δεν σταματήσουν οι εργάτες να χλευάζουν τον άτυχο αποθηκάριο, όπως έκαναν άλλωστε και όλοι όσοι εργαζόταν εκεί και έμαθαν το πάθημα του.
Μιχάλης Αλταλίκης