Ψάχνοντας οι υπηρεσίες για αξιόπιστους συνεργάτες

Ma   Στα γραφεία του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, προσέφεραν τότε τις υπηρεσίες τους πέντε υπάλληλοι και ένας προϊστάμενος. Όλοι αυτοί ήταν εκεί για να τιμολογούν και να κοστολογούν τα συνοδευτικά έγραφα που ακολουθούσαν τα βαγόνια, όταν αυτά ερχόταν φορτωμένα με εισαγόμενα προϊόντα, ή όταν αυτά έφευγαν φορτωμένα με εξαγώγιμα προϊόντα για το εξωτερικό.

 Λόγω τις συχνής και συνεχής σχέσης που είχα με τα εν λόγω γραφεία, μπαινόβγαινα πολλές φορές την ημέρα σ’ αυτά, γι’ αυτό και είχα πολύ μεγάλη οικειότητα μ’ αυτούς τους υπαλλήλους.

 Τα μεταξύ μας πειράγματα ήταν επιτρεπτά και η μεταξύ μας οικειότητα συνεργούσε, ώστε να αντιμετωπίζουμε μ’ αυτήν, κάπως χαλαρά τα συχνά προβλήματα που μας παρουσιάζονταν.

 Και τα μεταξύ τους πειράγματα ήταν αρκούντως επιτρεπτά, γι’ αυτό και δεν απέφευγαν να θίξουν μ’ αυτά, ακόμη και τις προσωπικές τους αδυναμίες.

 Άκουγε πολλά τέτοια πειράγματα κάθε μέρα και ο προϊστάμενος τους, όταν απευθυνόμενοι και σ’ αυτόν οι υφιστάμενοι του, του έλεγαν ένα σωρό προκειμένου να θίξουν και την δική του αδυναμία, αυτήν δηλαδή που είχε ως άνθρωπος κι έτρεχε στα πέριξ βουνά και λαγκάδια, έχοντας κατά νου του να βρει και να συλλέξει από εκεί χελωνίσια αυγά, τα οποία έτρωγε με μεγάλη βουλιμία, ως πολύτιμα αφροδισιακά εδέσματα.

 – Δεν έχεις αφήσει αυγό γι’ αυγό βρε Χρήστο. Και οι χελώνες που χάνουν τα αυγά τους, όλο και θα σε καταργούνται. Να είχες όμως κι αποτέλεσμα, ποιος το λέει; Τζάμπα τρως τ’ αυγά τους.

 Γελούσαν όλοι μαζί για τις ενέργειες του προϊσταμένου τους, αλλά κι αυτός δεν έμενε πίσω. Τους απαντούσε.

 – Τι μιλάς εσύ ρε; Που έσπασαν οι καμπάνες του χωριού σου από το να τις κτυπούν, προκειμένου να ειδοποιήσουν τους ανθρώπους για τα ψέματα που τους αραδιάζεις;

 Μόλις άκουγε ο διπλανός του αυτά που λεγόταν, πεταγόταν από την καρέκλα του και χτυπούσε επιδεικτικά μια μεγάλη κουδούνα που είχαν κρεμασμένη από το ταβάνι, για να δηλώνουν με το κουδούνισμα της όπως πάντα, ότι κάποια υπερβολή ακούστηκε.

 Για να πειράξουν δε τον επόμενο που παρεμπιπτόντως ήταν και πολύ οξύθυμος, έβγαζαν μια ροκάνα που είχαν κρυμμένη κάτω από το γραφείο τους, την οποία και γύριζαν με δύναμη, έτσι ώστε να κάνει πολύ θόρυβο.

  Το έκαναν αυτό εις ανάμνησιν ενός ατυχήματος που είχε αυτός προ καιρού, όταν λόγο της κακής συμπεριφοράς του, βρέθηκε με δυσμενή μετάθεση στο τριεθνές, αυτό που βρίσκετε στον Έβρο και στα σύνορα Βουλγαρίας, Τουρκίας και Ελλάδος.

 Όπως είναι απ’ όλους γνωστό, όσοι εργάζονται στις δημόσιες υπηρεσίες, από λανθασμένη τοποθέτηση εργαζομένου, ή από παλιά κακή συνήθεια, αυτοί δεν δουλεύουν με σκοπό να προσφέρουν το δυναμικό τους και την ζωντάνια τους στους εργοδότες τους.

 Θεωρώντας μάλλον ότι δεν έχουν εργοδότη, ή ότι οι εργοδότες τους όποιοι και αν είναι τους οφείλουν, γι’ αυτό και δεν θέλουν να εργάζονται τζάμπα για κανέναν από τους οφειλέτες τους.

 Αν μπορούν όμως να πάρουν, όσα μπορούν και από όποιον μπορούν, για όποια υπηρεσία είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν αφιλοκερδώς, τότε τα παίρνουν χωρίς κανένα ενδοιασμό, θεωρώντας μάλλον ότι αυτό είναι αυτονόητο, ή κεκτημένο δικαίωμα τους.

  Για τότε που αναφέρομαι όμως, υπήρχε μια εξαγγελία από την χούντα που μας κυβερνούσε, η οποία και υποχρέωνε όλους τους υπαλλήλους του δημοσίου, να τιμούν και να σέβονται τον πολίτη και να τον εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο, δεδομένου ότι αυτός είναι ο μόνος και φυσικός εργοδότης τους κι ότι από το δικό τους υστέρημα καρπώνονται αυτοί τον μισθό τους.

 Σε περίπτωση δε που κάποιος υπάλληλος της οποιασδήποτε υπηρεσίας, δεν σεβόταν τον άμεσο εργοδότη του και δεν τον εξυπηρετούσε όπως του άρμοζε, τότε υπήρχε ο κίνδυνος να αντιμετωπίσει ως αυθάδης, τις πολύ σοβαρές επιπτώσεις που τον περίμεναν.

   Μετά απ’ αυτήν την τοποθέτηση της πολιτείας, σοβαρεύτηκαν όλοι οι εργαζόμενοι στις δημόσιες υπηρεσίες κι έτσι άρχισε ο κάθε πολίτης να απολαμβάνει το αυτονόητο, αν και όχι πάντα, δεδομένου ότι ξεχνούν εκ συστήματος οι του δημόσιο χώρο εργαζόμενοι, το ποιόν έχουν εργοδότη τους και σε ποιόν οφείλουν όσα απολαμβάνουν, όποια κι αν είναι αυτά.

 Εκείνος ο οξύθυμος λοιπόν υπάλληλος, ήταν ένας απ’ αυτούς που όχι μόνο ξεχνούσαν αλλά και υποτιμούσαν τον εργοδότη τους, γι’ αυτό και την έπαθε για τα καλά μια μέρα, όταν ήρθε μια κυρία να του ζητήσει τα συνοδευτικά έγγραφα του βαγονιού ενός συγγενούς της.

  Επέστρεφε μετά από πολλά χρόνια από την Γερμανία αυτός κι όπως ήταν λογικό αυτό, έφερε μαζί του όλα τα υπάρχοντά του. Δεν ήξερε όμως πως και που να απευθυνθεί ο άνθρωπος, γι’ αυτό και ανέλαβε η εν λόγω κυρία να τον βοηθήσει.

  Όταν λοιπόν έφτασε αυτή στον σταθμό και ζήτησε από τον οξύθυμο υπάλληλο τα συνοδευτικά έγγραφα του βαγονιού της, φορτωμένος αναίδεια εκείνος της απαντούσε ανάλογα.

 – Να περιμένετε την σειρά σας κυρία μου.

 Δεν ήταν κανένας μέσα στα γραφεία τους εκείνη την στιγμή, γι’ αυτό και δικαιολογημένα αυτή απορούσε με την υπόδειξη που της έκανε.

 – Μα δεν είναι κανείς άλλος εδώ εκτός από μένα. Μόνη μου είμαι.

 Και δεν του είπε μόνον αυτό, αλλά και γύρισε ασυναίσθητα πίσω της να δει, μήπως και την ακολούθησε κάποιος μπαίνοντας πίσω της που δεν τον είδε και για κάποιο λόγο είχε αυτός προτεραιότητα.

 Πράγματι όμως κανένας άλλος δεν ήταν πίσω της κι όμως εκείνος ο εριστικός υπάλληλος, έλεγε όντως με αυθάδεια τα δικά του.

  – Άμα είσαι γκαβή εσύ, εγώ δεν φταίω.

 Εννοούσε μάλλον ότι είχε δουλειά εκείνη την στιγμή και ότι έπρεπε αυτή να περιμένει λίγο, έως ότου τιμολογήσει αυτός τις τρεις από τις δικές μου φορτωτικές, αυτές που του άφησα εγώ στα χέρια του για τις γνωστές σ’ εμάς περαιτέρω ενέργειες, λίγο πριν μπει στο γραφεί τους εκείνη η κυρία.

 Αυτό όμως δεν μπορούσε να το ξέρει αυτή, γι’ αυτό κι απορούσε με όσα εκείνος ο νευρικός της απαντούσε. Ωστόσο περίμενε υπομονετικά κατά τις υποδείξεις του, μολονότι δεν ήξερε ούτε τι, ούτε και πόσο έπρεπε να περιμένει, αφού δεν της έδωσε καμιά εξήγηση περί αυτού.

 Αρκετά ενοχλημένη όμως από την συμπεριφορά του, αλλά κι από την αδικαιολόγητη καθυστέρηση που της προκαλούσε, βγήκε έξω από το γραφείο να περιμένει την σειρά της κι εκεί περιμένοντας κάπνιζε.

 Σηκώθηκε ο προϊστάμενος του από την θέση του και είπε στον νευρικό υφιστάμενο.

 – Δώσε ρε συ τα χαρτιά στην γυναίκα να φύγει, γιατί είναι ήδη αργά και μπορεί να κλείσει το Τελωνείο. Αν πάλι κλείσει το Τελωνείο κι εσύ δεν τις έχεις δώσει ακόμη τα χαρτιά της, τότε ποιος την ακούει και τι θα έχεις να της πεις; Δώσε λοιπόν τα χαρτιά στην γυναίκα, μη βρούμε εξαιτίας σου  κανέναν μπελά από το πουθενά.

  Καλά είπε αυτός, αλλά και πάλι δεν έκανε τίποτε από όσα τον παρότρυνε ο προϊστάμενος του. Όχι γιατί είχε να κάνει κάποια επείγουσα δουλειά με τις δικές μου φορτωτικές, αφού όλη την ημέρα του πήγαινα εγώ τέτοιες φορτωτικές για τα περαιτέρω.

 Απλά και μόνο από κακή νοοτροπία το έκανε αυτό και από αδιαφορία για τον φυσικό του εργοδότη. Άλλωστε, εγώ δεν ήμουν εκείνη την στιγμή εκεί κι αφού δεν ήμουν, δεν τον πίεζα να μ’ εξυπηρετήσει πάραυτα.

 Αφού κάπνισε η κυρία το τσιγάρο της όμως και κοίταξε για πολλοστή φορά το ρολόι της, μπήκε και πάλι μέσα στο γραφείο και στάθηκε όρθια μπροστά στον υπάλληλο να του θυμίζει, ότι ήταν εκεί κι ότι περίμενε τα χαρτιά της.

 Βλέποντας όμως η κυρία, ότι αυτός έκανε ακόμη τους λογαριασμούς του, κάθισε στην καρέκλα που ήταν πίσω της και πάλι περίμενε υπομονετικά την σειρά της όπως της το ζήτησε ο οξύθυμος.

 Πήγε για τρίτη φορά ο προϊστάμενος κοντά του και του είπε με τρόπο να τελειώνει. Έξαλλος όμως αυτός, τον αντιμιλούσε φωνάζοντας.

 – Αυτή χαζεύει και καπνίζει εκεί έξω κι εγώ θα τρέχω να την φωνάζω; Άμα θέλει ας έρθει, άμα θέλει ας καθίσει εκεί να καπνίσει και άλλο τσιγάρο. Μ’ αυτήν θα ασχολούμαι τώρα;

 Άκουσε η γυναίκα αυτά που της ξεστόμιζε εκείνος ο αδιόρθωτος και όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, σηκώθηκε θυμωμένη από την καρέκλα που καθόταν και με το δίκαιο της άλλωστε τον μάλωνε.

  – Μου είπατε να περιμένω κύριε και περιμένω. Τι έπρεπε να κάνω;  Τόση ώρα με κρατάτε εδώ άσκοπα και δεν μου δίνετε τα χαρτιά που χρειάζομαι προκειμένου να κάνω την δουλειά μου.

 Αφού τελειώσατε όμως με την δική σας δουλειά; Δεν έπρεπε να με καλέσετε εδώ ώστε να μου  δώσετε τα χαρτιά μου και να φύγω;

 Με το δίκαιο της του έλεγε αυτά η γυναίκα, αν και θα μπορούσε να του πει ακόμη περισσότερα, αλλά επειδή βιαζόταν όπως το έδειχνε και η ώρα, του είπε στην συνέχεια κάπως επιτακτικά τα υπόλοιπα.

 – Δώστε μου επιτέλους τα χαρτιά μου. Άργησα πολύ και δεν ξέρω τώρα, αν προλάβω το Τελωνείο ανοικτό.

 Ήταν πολλά όμως όλα αυτά που άκουσε ο οξύθυμος από την γυναίκα κι επειδή του φάνηκαν πολύ επιθετικά, δεν άντεξε την πίεση και της όρμησε ξανά.

 – Κάπνιζες τόση ώρα έξω και τώρα βιάζεσαι; Να ερχόσουν στην ώρα σου κυρία μου.

 Τρελάθηκε η γυναίκα από αυτά που άκουγε, γι’ αυτό και έλεγε στον εαυτό της περισσότερο.

  – Από εκεί που είχαμε να παίρνουμε, μας παίρνουν τώρα και το βόδι.

Απευθυνόμενη μετά προς τον υπάλληλο, του έλεγε αγανακτισμένη.

– Είστε τρελός κύριε; Εσείς δεν μου είπατε να περιμένω; Τι έπρεπε να κάμω;

  Απ’ όλα αυτά που ακούστηκαν όμως, ο οξύθυμος υπάλληλος συγκράτησε μόνον την λέξη βόδι, γ’ αυτό και θυμωμένος όπως πάντα νομίζοντας ότι γι’ αυτόν προοριζόταν το επίθετο, σηκώθηκε από την θέση του και είπε στην γυναίκα αφρίζοντας από θυμό.

 – Ποιόν είπες βόδι μωρή ροκάνα;

 Μετά κι από αυτό, ήταν η σειρά της γυναίκας να θυμώσει με το επίθετο που εκείνος της κοτσάρισε, γι’ αυτό και του πέταξε ένα φοβερό.

 – Τώρα θα σου πω εγώ, ποιαν λες εσύ ροκάνα.

 Βγήκε στην συνέχεια από τα γραφεία και τρέχοντας σχεδόν πήγε έξαλλη προς το περίπτερο της πλατείας, από όπου και τηλεφώνησε κάπου.  Τελειώνοντας από το τηλεφώνημα της, ήρθε και στάθηκε έξω από τα γραφεία του σταθμού, όπου και περίμενε την άφιξη κάποιου από ότι έδειχνε με την συμπεριφορά της.

 Δεν πέρασαν πέντε λεπτά όμως κι έφτασε στα γραφεία του σταθμού ένα τζιπ της ΕΣΑ, από το οποίο κατέβηκαν γρήγορα ένας λοχαγός και δύο πανύψηλοι στρατιώτες.

 Όταν τους είδε ο οξύθυμος υπάλληλος μπροστά του, τα έκανε επάνω του από φόβο, ενθυμούμενος προφανώς τι τον περίμενε μετά από τις γνωστές εξαγγελίες της χουντικής κυβέρνησης, γι’ αυτό και του κόπηκε η φωνή.

 Αυτός είναι, είπε η γυναίκα στους ανθρώπους της ΕΣΑ που την συνόδευαν, οι οποίοι και με μια πολύ σύντομη διαδικασία που επιχείρησαν εκεί, τον φόρτωσαν όπως ήταν αναμενόμενο στο τζιπ και καθώς ήταν στην δικαιοδοσία τους, τον πήγαν αμέσως στο φρουραρχείο, αυτό που τότε έδρευε απέναντι από την νότια πύλη του περίβολου του σταθμού.

  Τον περιποιήθηκαν δεόντως εκεί με τον γνωστό σ’ αυτούς τρόπο, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην κυρία, δεδομένου ότι αυτή έχασε εξαιτίας του την ημέρα της, αφού έκλεισε το Τελωνείο και δεν μπόρεσε να κάνει την δουλειά της.

 Την άλλη μέρα κιόλας, πακετάρισαν εκείνον τον ανεκδιήγητο υπάλληλο και τον έστειλαν στο τριεθνές όπως ήταν και αναμενόμενο, εκεί όπου έμεινε για τρεις μήνες μόνος και μακριά από την οικογένεια του.

 Τόσο η γυναίκα του, όσο και οι συνάδελφοι του, πολλές παρακλήσεις έκαναν κάθε μέρα απευθυνόμενοι προς την κυρία, που από μια περίεργη σύμπτωση, έτυχε να είναι η γυναίκα του στρατηγού και υπευθύνου του φρουραρχείου της πόλης μας.

 Ζητούσαν απ’ αυτήν αλλά και από τον στρατηγό να δείξουν κατανόηση και επιείκεια για τον πολύ καλό και φιλότιμο υπάλληλο του ΟΣΕ, όσο και άριστο οικογενειάρχη, ο οποίος περνούσε κρίση ηλικίας εκείνο το διάστημα και χωρίς να το θέλει συμπεριφερόταν κάπως αλλόκοτα.

 Μετά από πολλά ΄΄όχι΄΄ και ΄΄καλά να πάθει αφού είναι τέτοιος΄΄, της κυρίας, πείστηκε τελικά αυτή ότι όντως έτσι είχαν τα πράγματα γι’ αυτόν τον κλασικό και αμετανόητο δημόσιο υπάλληλο, γι’ αυτό και συνέργησε ώστε να τον φέρουν πίσω στην οικογένεια του και στην παλιά του θέση κι έτσι έληξε εκείνο το θέμα με ελαφρές ευτυχώς συνέπειες γι’ αυτόν.

 Λίγο που θορυβήθηκαν με κείνο το περιστατικό του συναδέλφου τους, λίγο που έβλεπαν και οι ίδιοι ότι παράγινε το κακό με την συμπεριφορά άλλων όσων ήταν διορισμένοι στην υπηρεσία τους, μπήκαν στο σκεπτικό οι προϊστάμενοι τους, να ανανεώσουν κάπως το ήδη γερασμένο όσο και αδιάφορο για δουλειά κι ανάπτυξη προσωπικό τους.

 Η μόνη ανανέωση σε προσωπικό που έκαναν αυτοί κατά καιρούς στην υπηρεσία τους, ήταν αυτή που γινόταν από τα δικά τους παιδιά, αφού αυτή ήταν υποχρεωμένη να τα προσλαμβάνει, σύμφωνα με την υποχρέωση της που οι ίδιοι υπέγραψαν να υπάρχει ως κεκτημένο τους δικαίωμα, προκειμένου να εξασφαλίσουν δουλειά για τα δικά τους παιδιά, είτε αυτά μπορούσαν είτε όχι να ανταποκριθούν, στις πάμπολες ανάγκες της υπηρεσίας τους.

  Όλοι εκείνοι οι διορισμένοι από το κεκτημένο δικαίωμα υπάλληλοι του ΟΣΕ, εκτός από την κακή τους συμπεριφορά προς τους πελάτες τους, είχαν και κακή έως και ασύδοτη συμπεριφορά κι ως προς την υπηρεσία τους.

 Σκεφτείτε ότι, για να καθαρίσουν από τα χώματα που έπεφταν μέσα σε οκτώ τρύπες, από αυτές που χρησίμευαν για τις ανάγκες των ψαλιδιών που υπάρχουν στις γραμμές, με διαστάσεις σαράντα επί σαράντα εκατοστά και για να κτίσουν εκεί μέσα υποτυπωδώς, τέσσερις σειρές από τέσσερα τούβλα, χρειάστηκε να δουλεύουν οκτώ υπάλληλοι με υπερωρίες για ένα τρίμηνο.

 Για να κτίσουν δε μια υπαίθρια τουαλέτα τέσσερα επί τέσσερα σε μια άκρη κοντά στο συνεργείο τους, δούλευαν υπερωριακά δεκαέξι άτομα στο ίδιο τρίμηνο και δεν κατάφεραν να την τελειώσουν.

 Για να δοθεί ένα τέλος λοιπόν σ’ αυτήν την ασυδοσία, αναγκάστηκαν οι προϊστάμενοι τους να φέρουν από έξω δύο ελεύθερους εργάτες όπως τους αποκαλούσαν, οι οποίο σε τρεις μέρες μόνον τους παρέδωσαν την τουαλέτα έτοιμη προς χρήση.

  Το ίδιο πήγαν να κάνουν αυτοί κι όταν ήθελαν να βάψουν την αποθήκη τους, μέσα στην οποία υπήρχαν τρία γραφεία με διαστάσεις τρία επί τρία το καθένα.

 Γι’ αυτήν την βαφή λοιπόν, το γραφείο που ήταν αρμόδιο για την συντήρηση των κτηρίων τους, ζήτησε να στείλει δέκα δικούς τους μπογιατζήδες, οι οποίοι θα μπορούσαν να παραδώσουν αυτό το μικρό έργο έτοιμο σε ένα μήνα.

  Φρίκαραν οι προϊστάμενοι τους όταν το άκουσαν, γι’ αυτό και φώναξαν ένα συνεργείο τριών μπογιατζήδων από έξω, οι οποίοι και παρέδωσαν βαμμένο εκείνο τον χώρο σε δύο μέρες.

 Επηρεασμένοι λοιπόν απ’ αυτήν την ασύδοτη κατάσταση των δικών τους παιδιών, αυτών που καθόλου δεν δίσταζαν να επιβαρύνουν την υπηρεσία τους όπου κι όσο μπορούσαν, αδιαφορώντας για το αν αυτό ήταν ή όχι για το συμφέρον τους, έλεγαν σε μένα μια μέρα με στοχασμό.

 – Πόσο διαφορετικά θα ήμασταν, αν μπορούσαμε να έχουμε παιδιά σαν κι εσένα στην υπηρεσία μας.

Θέλεις να κάνουμε μια πρόταση στα κεντρικά μας γραφεία, μήπως και καταφέρουμε να σε κάνουμε δικό μας;

 Νεαρός κι εγώ τότε και παρορμητικά σκεπτόμενος τους απαντούσα.

 – Δεν έχετε ούτε χώρο αλλά ούτε και πεδίο δράσης για μένα και προπαντός, εσείς δεν έχετε καμιά διάθεση να αλλάξετε την δική σας και ήδη επιζήμια νοοτροπία σας.

 Ούτε και πνευμόνια ικανά όμως έχετε, ώστε να δεχθείτε οδηγίες από έναν μικρό σαν κι μένα, για το τι και το πως πρέπει να κάνετε προκειμένου να αλλάξετε πρόσωπο ως υπηρεσία και να αυξήσετε τα εισοδήματα σας.

  Το μόνο που θα καταφέρουμε να κάνουμε, αν έρθω κι εγώ μαζί σας, θα είναι να χάσω ανάμεσα σας κι εγώ την σειρά μου, να εξομοιωθώ με τα δικά σας νεκρά και βαλτωμένα ιδανικά και να δω κι εγώ τον εαυτό μου να υπάρχει έτσι, όπως δεν ήθελα να τον δω για τίποτε και για κανένα λόγο στην ζωή μου.

 Σαν άκουσαν αυτοί το τι τους έσερνα, έλεγαν πειραγμένοι.

– Πολύ μας ρίχνεις ρε μικρέ.

Αυτό είπαν, αλλά και συμφωνούσαν μαζί μου σχολιάζοντας μεταξύ τους τα δικά μου λόγια.

 – Μήπως έχει κι άδικο; Όλοι μεγάλοι είμαστε στην υπηρεσία μας. Κι όλοι βάζουμε τα δικά μας παιδιά στις θέσεις που μένουν κενές. Πως λοιπόν να πάμε μπροστά, αφού κανείς δεν είναι εδώ κατάλληλος να δουλέψει για όλους μας;

  – Έτσι είναι τους σεκοντάριζα κι εγώ. Όπως τα λέτε είναι. Με ποιον λοιπόν εγώ να συνεργαστώ; Ποιος θα με ακούσει και σε ποιο πόστο θα με αφήσουν να κάνω ότι εγώ νομίζω πως χρειάζεται να γίνει, ώστε να αναπτυχθεί το πόστο και να αυξηθεί το εισόδημα της υπηρεσίας σας;

 Είναι δυνατόν να παρακάμψουν αυτοί την σειρά και να βάλουν εμένα πάνω από όλους σας διευθυντή πχ εδώ στον Σταθμό και να κάνω εγώ εδώ ότι χρειάζεται ώστε να πετύχω τα αναμενόμενα;

 Θα δεχθείτε εσείς οι, με τα κεκτημένα δικαιώματα, υπάρχοντες μια τέτοια τοποθέτηση ανάμεσα σας, που εκ των προτέρων ξέρετε ότι θα αρχίσει να ξηλώνει την αταξία ξεκινώντας πρώτα από σας τους ίδιους κι ύστερα από τα παιδιά σας;

 Άκουγαν αυτοί υπομονετικά την τοποθέτηση μου, αλλά και πάλι συμφωνούσαν μαζί μου.

 – Έχει δίκιο. Συμφωνούμε με το ότι χρειαζόμαστε νέο και ζωντανό αίμα στην δουλειά μας, αλλά διαφωνούμε με την άρση του κεκτημένου, αφού όλοι έχουμε παιδιά και όλοι θέλουμε να τα διορίσουμε κάπου και γιατί όχι στην υπηρεσία μας, αφού αυτή μας το επιτρέπει;

 Βάση αυτού, υπηρεσία μας μεν προσλαμβάνει κατ’ ανάγκη μόνον από τα παιδιά μας το νέο προσωπικό που χρειάζεται, εμείς δε, αδιαφορώντας για το αν αυτά είναι ή όχι ικανά να κάνουν αυτήν, ή άλλη δουλειά, της στερούμε το δικαίωμα να βρει το κατάλληλο γι’ αυτήν προσωπικό.

 Άλλωστε και τα λεφτά που δίνουμε εμείς είναι τόσα λίγα, που δεν μπορούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των νέων παιδιών σαν κι εσένα, ώστε να έρθουν στην υπηρεσία μας και εργαζόμενοι γι’ αυτήν να μας οδηγήσουν σίγουρα και παραπέρα από όπου σήμερα ήμαστε.

  Συμφωνώντας μαζί τους και άλλα τους πρόσθετα.

 – Η αιτία του μαρασμού σας, δεν είναι τα λίγα λεπτά που δίνετε σε όσους θα ήθελαν να εργαστούν στην υπηρεσία σας. Το κατεστημένο και η κακιά νοοτροπία σας είναι ο εχθρός σας.

 Σαν άλλη Λερναία Ύδρα αυτή, καταπίνει το μέλλον της υπηρεσίας σας, όπως ακριβώς καταπίνει και το μέλλον των άλλων δημόσιων υπηρεσιών. Πουθενά στον δημόσιο χώρο δεν υπάρχει σκεπτικό για ανάπτυξη, ή για επέκταση, γιατί λείπει η διάθεση των εργαζομένων σ’ αυτές να προσφερθεί αποδοτικό έργο.

 Το μόνο που έχουν κατά νου τους αυτοί να επεκτείνουν, είναι το πως να απαλλάξουν τον εαυτό τους από κάθε είδους δουλειάς και το πως να φορτώσουν την υπηρεσία τους με επιδόματα και υπερωρίες για δουλειές που θα μπορούσαν να τις κάνουν μέσα στο οκτάωρο τους αν ήθελαν.

 Δυστυχώς για όλους μας όμως, όλοι αυτοί οι κάθε είδους δημόσιοι υπάλληλοι, δεν δέχονται ότι είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν αυτοελεγχόμενα.

  Εγώ εργάζομαι εδώ μέσα στο πουθενά και είμαι μακριά από κάθε έλεγχο. Κανείς δεν είναι εδώ να μου δείξει τι να κάνω. Κανείς δεν με βοηθά, κανείς δεν ήταν εδώ όταν ήρθα να μου δείξει πως και τι να κάνω προκειμένου να σταθώ αξιοπρεπώς στον παρόντα χώρο και το χειρότερο απ’ όλα είναι, ότι δεν με πληρώνουν όπως θα έπρεπε, γιατί και οι δικοί μου εργοδότες κάνουν χαζά.

 Ωστόσο, εγώ είμαι εδώ και κάνω αυτό που πρέπει να κάνω, αν και δεν είμαι και τόσο καλά πληρωμένος, όχι γιατί είμαι χαζός, αλλά γιατί δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να κάνει όσο μπορεί λιγότερα.

 Δουλεύω για μένα και έτσι όπως θέλω κι έτσι όπως εγώ μπορώ, γιατί θέλω να διατηρώ το δυναμικό μου ζωντανό και γιατί έτσι μου αρέσει, χωρίς να με απασχολεί το αν ο εργοδότης μου δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει όπως πρέπει την δική του κατάσταση.

 Αυτό είναι δικό του πρόβλημα και δική του αδυναμία κι αυτός υποχρεούται να την ξεπεράσει, αν θέλει να είναι εργοδότης όπως πρέπει και όχι εργοδότης γιαλαντζί.

 Τι λέτε τώρα; Αν πω όλα αυτά στους ανωτέρου σας, θα με προσλάβουν άραγε;

 – Δεν είχαμε κατά νου μας βρε παιδί, το να επεκταθούμε τόσο πολύ. Σκεφτήκαμε μόνον, ότι θα ήταν πολύ καλό για μας να σε έχουμε εδώ κι αυτό γιατί ζηλεύουμε την οργάνωση που έχεις καταφέρει σε όσα επιχειρείς σ’ αυτό το μικρό χρονικό διάστημα που είσαι εδώ και ανάμεσα μας.

 Έδωσες με την φρεσκάδα σου και την εργατικότητα σου ζωή σ’ αυτόν τον χώρο, που από πάντα ήταν μουδιασμένος και γέμισες τον σταθμό με εργάτες που δουλεύουν με σθένος, επηρεασμένοι μάλλον από το δικό σου δυναμικό.

 Το βλέπουμε αυτό, γι’ αυτό και ζηλεύουμε την εταιρεία που σε διαθέτει.

 Μας στενοχωρεί όμως που δεν μπορούμε εμείς να την ανταγωνιστούμε οικονομικά, ώστε να σε έχουμε εδώ και δικό μας συνάδελφο.

 Αυτός είναι και ο λόγος που μακαρίζουμε τον διευθυντή σου όταν τον συναντούμε, λέγοντας του ότι είναι τυχερός που έχει στην διάθεση του τέτοιους συνεργάτες.

 Δεν ήξεραν οι άνθρωποι ότι, ούτε και η εταιρεία που με διέθετε εκεί ήθελε να αναπτυχθεί έτσι όπως έπρεπε, γιατί και σ’ αυτήν η ανάπτυξη υπήρχε μεν αλλά αρρωστημένα και περιορισμένα.

 Και δεν ήταν καθόλου σωστό γι’ αυτήν την καλά οργανωμένη και πολύ μεγάλη εταιρεία να υπάρχει έτσι πρόχειρα. Εκείνοι οι αγράμματοι εργάτες του σταθμού είχαν καλύτερα κι από τους δικούς μου εργοδότες ανεπτυγμένο αυτό το ένστικτο της ελεύθερης ανάπτυξης, γι’ αυτό και ζήτησαν την βοήθεια μου.

 Ήθελαν με αυτήν να εξασφαλίσουν όχι μόνον σταθερό, αλλά κι αρκετό εισόδημα για όλους ανεξαιρέτως, δεδομένου ότι αυτοί ήξεραν ότι για να υπάρχει κάπου σίγουρη ανάπτυξη, πρέπει να είναι ευχαριστημένοι όλοι οι φορείς που συμβάλουν σ’ αυτήν, όσοι και αν είναι, όπως και όπου και αν υπάρχουν αυτοί συμβάλλοντες.

  Όσοι παραβλέπουν για κάποιο λόγο αυτόν τον κανόνα, ότι κι αν επιχειρήσουν να πετύχουν, όποιο αποτέλεσμα κι αν καταφέρουν στο μέλλον, αυτό θα είναι και τυχαίο και εύθραυστο και δυστυχώς για όλους όσους συμμετέχουν σ’ αυτό, θα είναι πολύ βραχυπρόθεσμο.

  Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός από τότε που τα κουβεντιάζαμε αυτά με τους σιδηροδρομικούς και ήρθαν οι Τελωνοφύλακες να μου κάνουν πρόταση προκειμένου να ενταχθώ στην δική τους υπηρεσία.

  Εκτιμώντας όπως είπαν την έντιμη συνεργασία που είχα μαζί τους, από την στιγμή που με προσέλαβαν στην ναυτιλιακή εταιρεία έως και τότε που αναφέρομαι, μου ζητούσαν να παραβλέψω τον μικρό μισθό που θα είχα στην αρχή και να τους ακολουθήσω εργαζόμενος για την υπηρεσία τους, εξασφαλίζοντας έτσι και το δικό μου μέλλον.

 – Τώρα θα παίρνεις λίγα μου έλεγαν. Οκτακόσιες πενήντα δραχμές τον μήνα. Αργότερα όμως θα παίρνεις τις νόμιμες αυξήσεις και όπως ξέρεις, θα ενισχύεις τα οικονομικά σου και με το γνωστό και σχετικό μούχτι, αυτό που μπορείς νόμιμα να το παίρνεις από όσους θέλουν να κάνουν την δουλειά τους και θα χρειάζονται την υπογραφή σου.

 Δεν είχα τίποτε εναντίων των Τελωνοφυλάκων, αλλά δεν δέχτηκα την πρόταση τους, δεδομένου ότι δεν μπορούσα να ζω ως εργαζόμενος μόνο και μόνο, ή με μόνη την δραστηριότητα να βάζω υπογραφές στα έγραφα και στο σημείο που έλεγε ΄΄ελέγχθη΄΄.

  Επειδή λοιπόν δεν μπορούσα να παραβλέψω την κατάσταση του δικού μου δυναμικού, έστειλα σ’ αυτήν την θέση του τελωνοφύλακα τον βοηθό μου αντί για μένα, αυτόν που ακόμη μακαρίζει τον πατέρα του, που τον παρότρυνε τότε κι αυτός να την δεχθεί, αφού βρέξει χιονίσει η καραβάνα του θα γεμίζει όπως του το τόνιζε.

 Κράτησε αυτός την θέση του στην Τελωνοφυλακή και τελείωσε από εκεί με τον βαθμό του διευθυντού. Στον ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, μεγάλωσε και την οικογένειά που έκανε μέσω αυτής της υπηρεσίας και συμπληρώνοντας τον αντίστοιχο χρόνο, πήρε και την πολύ καλή και παχυλή του σύνταξη από αυτήν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *