Όλοι έχουμε μάτια αλλά δεν βλέπουμε όλοι τα ίδια πράγματα

   Ακούστε παιδιά και μια άλλη ιστορία που θα σας προσθέσω, για να δείτε, ότι όλοι μεν έχουμε μάτια, αλλά δεν βλέπουμε όλοι τα ίδια πράγματα. Και η αιτία που δεν βλέπουμε όλοι τα ίδια, είναι οι συσσωρευμένες αμαρτίες που κατακλύζουν την καρδιά μας, αλλά κι ο άμετρος εγωισμός που την πλημυρίζει βέβαια.

   Κι όταν λέμε αμαρτίες, να βάζετε με τον νου σας, τα πολλά ψέματα που έχουμε δεχθεί κατά καιρούς μέσα μας, στα οποία δώσαμε και το δικαίωμα να κατευθύνουν την ζωή μας κι εφόσον δεν περιορίζει κανείς την δράση τους, μας στέλνουν και αυτά ανενόχλητα όπου θέλουν.

Αυτά τα ψέματα δηλαδή, που τα οικειοποιηθήκαμε μεν πολύ πρόχειρα, αλλά ποτέ και για κανένα λόγο δεν τα συγκρίνουμε εκ των υστέρων έστω με την αλήθεια, για να δούμε αν μας ήταν όντως χρήσιμα κι αν συνέφερε στην ψυχή μας να τα κρατάμε συνεχώς ανεξέλεγκτα.

Αυτός είναι κι ο λόγος πλέον, που φτάσαμε και στο σημείο να βλέπουμε μεν όλοι τα ίδια πράγματα, αλλά κι ο καθένας να τα βλέπει εντελώς διαφορετικά από τους άλλους και να έχουμε πειστεί μάλιστα, ότι αυτά βλέπουμε εμείς μόνον είναι τα σωστά.

Ακούστε τώρα την ιστορία και μελετήστε την με την ησυχία σας μετά, ώστε να καταλάβετε καλύτερα αυτά που ακούσατε. Ένας βοσκός λοιπόν, πολλά χρόνια έβοσκε μόνος τα πρό βατά του στο βουνό και καμιά φορά δεν σκέφτηκε να πάει κι αυτός στην εκκλησία του χωριού τους, όπως έκαναν οι συγχωριανοί του.

Μένοντας όμως μόνος του εκεί, δεν είχε και με ποιόν να μαλώνει ο άνθρωπος, οπότε, έμενε με καθαρή την καρδιά του όπως θα λέγαμε, αλλά και κανέναν δεν ενοχλούσε με την δική του συμπεριφορά.

Ακούγοντας λοιπόν μια μέρα την καμπάνα του χωριού τους να κτυπά, απόρησε για τον λόγο που χτυπούσε τόσο δυνατά ώστε να την ακούει και αυτός, οπότε, άφησε μόνα τους τα πρόβατά του και πήγε στο χωριό να δει τι συμβαίνει.

Πέρασε όμως αρκετή ώρα μέχρι να φτάσει εκεί και μη βλέποντας ανθρώπους στους δρόμους, άρχισε να επισκέπτεται τα σπίτια των γειτόνων του, προκειμένου να βρει κάποιον από αυτούς τουλάχιστον, αλλά τίποτε δεν κατάφερε.

Και στα καφενεία του χωριού τους που μπήκε προκειμένου να βρει κάποιον από τους συγχωριανούς του έστω, πάλι τίποτε δεν κατάφερε, αφού ούτε κι εκεί συνάντησε ανθρώπους. Γεμάτος απορίες λοιπόν, την εκκλησία έβαλε στον νου του, έστω και για πρώτη του φορά κι εκεί πήγε τρέχοντας να δει τον λόγο, που όλοι έλειπαν από τα σπίτια τους.

Φτάνοντας με αγωνία πλέον στην εκκλησία και με την ελπίδα πάντα να βρει εκεί μέσα τους συχωριανούς του, κάπως απότομα άνοιξε την πόρτα κι έτσι μπήκε μέσα. Όπως έβλεπε όμως πράγματι ήταν όλοι τους εκεί μαζεμένοι, αλλά κι αυτό που παρατηρούσε να γίνεται, πολύ τον προβλημάτισε.

Έβλεπε δηλαδή τους ανθρώπους να έχουν όλοι τους από ένα σαμάρι φορτωμένο στην πλάτη τους κι ο παπάς μάλιστα, να έχει δύο από αυτά φορτωμένος. Χωρίς να ρωτήσει κανέναν για τον λόγο που το έκαναν αυτό, πήγε γρήγορα στο σπίτι του κι αφού βρήκε ένα παλιό σαμάρι εκεί, το έβαλε στην πλάτη του και μ’ αυτό στην πλάτη επέστρεψε στην εκκλησία.

Μη έχοντας και πού να σταθεί εκεί όταν μπήκε μέσα, στο κέντρο του ναού πήγε και στάθηκε κι όπως ήταν αναμενόμενο, άκουγε από εκεί τα σχόλια που έκαναν μεταξύ του οι άνθρωποι, αλλά και με τα γέλια που έκαναν αυτοί εις βάρος του απορούσε.

Βλέποντάς τον κι ο παπάς όμως με το σαμάρι στην πλάτη, με αυστηρή φωνή του έλεγε. Τί είναι αυτά που κάνεις; Δεν φτάνει που ποτέ δε πατάς το πόδι σου στην εκκλησία, έρχεσαι τώρα και με το σαμάρι στην πλάτη να την προσβάλεις; Ντροπή σου, του έλεγε κι ο καημένος δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί τον μάλωνε.

Τί με κοιτάς σαν χαζός, του είπε πάλι ο παπάς. Δεν ντρέπεσαι γι’ αυτά που κάνεις κι ακόμη είσαι εδώ με το σαμάρι στην πλάτη σου; Γεμάτος απορίες λοιπόν κι ο βοσκός, αλλά και με κάθε ειλικρίνεια του έλεγε αυτό που έβλεπε. Εγώ βέβαια για πρώτη μου φορά ήρθα εδώ παπά, γιατί θέλησα να μάθω τον λόγο που χτυπούσε η καμπάνα.

Βλέποντας όμως, να έχουν όλοι τους από ένα σαμάρι στην πλάτη, αλλά κι εσένα να έχεις δύο από αυτά στην πλάτη σου είπα ότι μάλλον έτσι έρχονται στην εκκλησία, οπότε, πήγα κι εγώ στο σπίτι μου να πάρω το δικό μου σαμάρι. Γιατί γελούν όλοι μαζί μου όμως και γιατί μαλώνεις εμένα μόνον παπά, αλήθεια δεν μπορώ να το καταλάβω.

Αυτό που δεν καταλάβαινε αυτός όμως, ο παπάς το κατάλαβε οπότε, έλεγε προς όλους εκείνη την στιγμή, ότι αυτός ο αθώος άνθρωπος, βλέπει αυτά που όλοι εμείς δεν μπορούμε να δούμε γι’ αυτό και καλό θα είναι, να του ζητήσουμε όλοι συγνώμη, για τον λόγο που τόσο πρόχειρα τον κατακρίναμε.

Όπως καταλαβαίνετε παιδιά, όλοι του ζήτησαν συγνώμη μετά και τον εαυτό τους κατέκριναν στην συνέχεια, γιατί από τα ψέματα που έτρωγαν κι έλεγαν μεταξύ τους τόσα χρόνια, δεν τους ήταν εύκολο πλέον να βλέπουν καθαρά και ξάστερα όπως μπορούσε να το κάνει ο απείραχτος κατά τα άλλα βοσκός.

Βλέπετε λοιπόν, τί κακό κάνουν τα ψέματα όταν μας τα λένε οι άλλοι κι όταν εμείς τα λέμε σε άλλους; Από προσωπική μου πείρα πάντως, έχω να σας πω, ότι πολύ δυσκολεύομαι να δείξω την αλήθεια σ’ αυτούς που καλοπροαίρετα έστω το επιχειρώ, γιατί την αντιμετωπίζουν ως ψέματα, όσο κι αν επιμένω να τους λέω, ότι την αλήθεια τους θυμίζω.

Είναι αλήθεια, ότι για αρκετά χρόνια παρατηρώ, αλλά και μελετώ αυτήν την ανθρώπινη ιδιοτροπία, του να δεχόμαστε δηλαδή τόσο εύκολα την αλήθεια ως ψέμα και να τρώνε επίσης πολύ εύκολα το ψέμα, ως να είναι πράγματι αλήθεια.

Ο λόγος που το κάνουμε αυτό, είναι γιατί δεν ταιριάζουν όπως κατάλαβα, τα ψέματα που δεχθήκαμε μέσα μας ως αλήθειες, με τις αλήθειες που ακούμε και ως ψέματα έχουν καταχωρηθεί στο μυαλό μας οπότε, εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να τα ξεδιαλύνουμε.

Συμβιβασμένοι με τα ψέματα λοιπόν, ότι αληθινό κι αν ακούσουμε αμέσως το δεχόμαστε αρνητικά, γιατί δεν ταιριάζει καθόλου με αυτά που έχουμε σχετικά κρατημένα στην διάθεσή μας. Κι αν κάνει τον κόπο να μας επισημάνει την αλήθεια, τότε αμέσως κουμπωνόμαστε από αυτόν, μη τυχών δεχθούμε ψέματα.

Γελούμε πιο εύκολα γι’ αυτά που ακούμε ως αλήθειες και στην καλύτερη περίπτωση, λέμε, ότι άποψή σου είναι αυτά που μας λες και τίποτε δεν πιστεύουμε. Κι αν μας ρωτήσεις κανείς, γιατί δεν δίνουμε την πρέπουσα σημασία σ’ αυτά που ακούμε, τότε λέμε πολύ εύκολα, μα τα τρώμε εμείς τώρα αυτά τα ψέματα;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *