Η Προετοιμασία Του Γάμου Μου

Ma Ανεξάρτητα από όσα μας συνέβαιναν εκείνο το διάστημα όμως, εγώ ήμουν αρραβωνιασμένος όπως σας είπα και ως τέτοιος, έπρεπε να φροντίσω και τα του γάμου μου, την τέλεση του οποίου προσδιορίσαμε να γίνει στις πρώτες μέρες του Γενάρη του 1975.

 Καλοκαίρι ήταν ακόμη βέβαια και μέχρι να έρθει ο Γενάρης είχα αρκετό χρόνο στην διάθεση μου, ώστε και έγκαιρα, αλλά και κατάλληλα να ετοιμαστώ. Σκεπτόμενος όμως εκείνο το ρητό που λέει, ότι αν δεν μαγειρέψεις πριν πεινάσεις, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα φας όταν θα σε θερίζει η πείνα, από τότε προετοιμαζόμουν.

 Από το καλοκαίρι λοιπόν προετοιμαζόμουν εγώ, αλλά όπως πάντα γίνεται αυτό, υπολόγιζα χωρίς τον ξενοδόχο. Άλλα δηλαδή υπολόγιζα εγώ να αντιμετωπίσω σύμφωνα με τα δικά μου στοιχεία κι άλλα μου παρουσιάστηκαν στα ξαφνικά.

  Μεσούσης δηλαδή της επιστράτευσης και ενώ πίναμε ένα απόγευμα τον καφέ μας παρέα με τον πεθερό μου στο σπίτι του, μου έλεγε κάτι αυτός, αλλά και πολύ διστακτικά.

 Θέλω να σου ζητήσω κάτι μου έλεγε, αλλά σκέφτομαι πως να σου το πω. Πες το με δικά σου λόγια του είπα κι εγώ θα καταλάβω τι είναι αυτό που θέλεις να μου ζητήσεις. Επίτηδες του το είπα αυτό, θέλοντας να ενθαρρύνω κάπως την προσπάθεια του, αν κι από ένστικτο κατάλαβα τι περίπου ήθελε να μου ζητήσει.

 Παίρνοντας θάρρος αυτός αφού του το πρόσφερα, έλεγε με προσοχή.

 – Να. Μου προέκυψε κάτι που θα σου πω και θέλω να ξέρω αν κι εσύ συμφωνείς, ή αν διαφωνείς, ώστε να ξέρω τι να κάνω. Όπως ξέρεις λοιπόν, εκεί που έχουμε το μηχανουργείο μας, μένουμε με ενοίκιο κι αυτό δεν είναι λίγο.

 Εκτός αυτού, ο χώρος του είναι πολύ μικρός πια για τις δουλειές που πρόσφατα αναλάβαμε κι αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που μας αναγκάζει, ώστε το συντομότερο δυνατόν να μετακομίσουμε αλλού.

 Ψάχνοντας λοιπόν λύση για το συγκεκριμένο πρόβλημα, βρήκαμε ένα κατάλληλο οικόπεδο στην έξοδο της Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς την Βέροια, το οποίο μας το διαθέτουν σε πολύ καλή τιμή.

 Εξετάζοντας τις επαγγελματικές μας ανάγκες μαζί με τον συνεταίρο μου αλλά και δικό σας κουμπάρο, μας πέρασε από το μυαλό η ιδέα, του να αγοράσουμε αυτό το οικόπεδο και να κτίσουμε εντός αυτού τον δικό μας επαγγελματικό χώρο και να τον κάνουμε έτσι μάλιστα αυτόν, που να είναι σύμφωνος με τις νέες απαιτήσεις της δουλειάς μας.

 Δεν ξεχνώ όμως κι αυτό που σας υποσχέθηκα, ότι θα έχετε δηλαδή το σπίτι σας πολύ πριν ακόμη παντρευτείτε, αν και μετά από αυτά που τώρα μας προέκυψαν, θα είναι καλύτερα μάλλον για μας, το να κάνουμε πρώτα το μηχανουργείο και μετά να φροντίσουμε για το δικό σας σπίτι.

 Αυτό βέβαια δεν μπορεί να είναι έτοιμο νωρίτερα από τα δύο χρόνια και επειδή εσείς ήδη προσδιορίσατε την ημερομηνία του γάμου σας κι όπως πολύ καλά το ξέρω ετοιμάζεστε γι’ αυτόν, θέλω να σου ζητήσω να μένετε με ενοίκιο σ’ αυτά τα δύο χρόνια και για να αισθάνομαι καλύτερα εγώ για όσα σας ζητώ, θα αναλάβουμε εμείς τα έξοδά του ενοικίου σας. Τι λες λοιπόν; Συμφωνείς; Ή διαφωνείς;

 Κατάλαβα όπως σας είπα τι ήταν αυτό που θα μου ζητούσε, γι’ αυτό και ήδη ετοίμασα μέσα μου την απάντηση μου, την οποία και του εξέφρασα απερίφραστα.

 – Τι μπορώ να σου πω εγώ τώρα; Από την αρχή πάντως ήξερα ότι θα μου συμβεί αυτό. Απάνω που ετοιμαζόμουν να αγοράσω εγώ το σπίτι μου, εσύ δεν με άφησες να το προχωρήσω, για να κάνεις το δικό σου χρέος προς την κόρη σου όπως μου έλεγες όταν ήρθα να σου την ζητήσω.

  Όταν πάλι πήγα να κάνω κρυφά από σένα την αγορά του, εμφανίστηκε η αδελφή μου στο προσκήνιο, με το αίτημα να πουλήσει το σπίτι που θα της έδινε ο δικός μου πατέρας στον γάμο της, ο οποίος με κανένα λόγο δεν ήθελε να της το επιτρέψει.

 Εξαιτίας αυτού λοιπόν, έδωσα ευχαρίστως στον πατέρα μου τα δικά μου χρήματα, προκειμένου να αγοράσει αυτός το σπίτι της αδελφής μου, αφού ήξερα ότι εσύ επέμενες να ικανοποιήσεις το δικό σου χρέος.

  Όπως έγινε το πράγμα όμως, δεν μου έμειναν αρκετά χρήματα ώστε να επιχειρήσω τώρα την αγορά του σπιτιού που χρειάζομαι. Αλλά και μέσα στο εξάμηνο που έχω μπροστά μου μέχρι που να παντρευτώ, δεν θα μπορέσω να συγκεντρώσω τόσα χρήματα ώστε να επιχειρήσω κάτι τέτοιο.

 Ως εκ τούτου λοιπόν κι όχι από δική μου υπαιτιότητα, θα αναγκαστώ να κάνω αυτό που από την αρχή ήθελα να αποφύγω, το να μένω δηλαδή σε ενοίκιο, την στιγμή που μπορούσα να αγοράσω το δικό μου σπίτι και να μην είμαι υποχρεωμένος σε κανέναν.

 Από την άλλη μεριά πάλι, σου το λέω ευθαρσώς αυτό, ότι για κανένα λόγο δεν θα μπορούσα εγώ να γίνω εμπόδιο στα δικά σου όνειρα, όσο κι αν αυτό μπορεί να επηρεάσει την δική μου ζωή.

 Κάνε λοιπόν ότι νομίζεις κι ότι ταιριάζει καλύτερα για τα δικά σου σχέδια και μείνε ήσυχος στην συνέχεια, γιατί όντως και δεν κινδυνεύω από τα έξοδα ενός ενοικίου, όσα και αν είναι αυτά. Άλλωστε το ενοίκιο για ένα σπίτι εκατό μέτρων δεν ξεπερνά σήμερα τις χίλιες δραχμές τον μήνα κι αυτό είναι κάτι που άνετα μπορώ να το δώσω.

 Άκουσε ο πεθερός μου την απάντηση μου, αλλά και έντονα διατύπωνε τις αντιρρήσεις του.

 – Όχι. Δεν συμφωνώ. Θα ψάξουμε ένα καλό σπίτι και θα το ενοικιάσουμε εμείς. Εσύ κανόνισε μόνον για την επίπλωση του όπως είπαμε και αφού δεν μας βάζεις εμπόδια, πίστεψε με, ότι δεν θα χάσεις.

  Το δικό μου ζητούμενο δεν ήταν να χάσω ή να κερδίσω από όσα μου προέκυψαν αλλά να, με πείραζε που επιβεβαιώθηκε ακόμη μια φορά εκείνος ο κανόνας, που θέλει όλα να γίνονται όπως προκύπτουν αυτά και όχι όπως εμείς θέλουμε να τα προγραμματίζουμε.

 Μετά από αυτήν την συγκαταβατική κουβέντα που είχα με τον πεθερό μου για το εν λόγω θέμα, δεν χρειάστηκε να πούμε κάτι περισσότερο τις επόμενες μέρες, οπότε και συνοδευόμενος από την αρραβωνιαστικιά μου τα απογεύματα, ψάχναμε στα καταστήματα και στα εργαστήρια για έπιπλα, μέχρι που να βρούμε αυτά που θα της άρεσαν.

 Συγχρόνως με τα έπιπλα και τα υπόλοιπα που χρειάζεται ένα νέο σπίτι,  συνοδευόμενη η αρραβωνιαστικιά μου από την μητέρα της, πήγαινε τα πρωινά ψάχνοντας και για το σπίτι της αρεσκείας της, το οποίο αναζητούσε κάπου στην περιοχή της Κηφισιάς, για τον λόγο ότι αυτή η περιοχή ήταν νέα τότε, αλλά και αρκετά ήσυχη.

 Εκεί ψάχνοντας λοιπόν, καταστάλαξε σε ένα σπίτι των εκατόν είκοσι μέτρων, το οποίο βρισκόταν στον πρώτο όροφο μιας πολύ νέας πολυκατοικίας, ο ιδιοκτήτης του οποίου και μας δήλωσε τότε ότι το ήθελε μόνον για εκμετάλλευση.

 Μας το παραχώρησε δε ελεύθερο αυτό και για όσα χρόνια εμείς θέλαμε να μένουμε εκεί, με το ενοίκιο να ακουμπά στις χίλιες πεντακόσιες δραχμές τον μήνα, την εποχή που εγώ ως εργαζόμενος έπαιρνα πέντε χιλιάρικα για μισθό.

  Αφού βρήκαμε όμως το σπίτι που μας άρεσε και προσαρμοστήκαμε στους χώρους του, παραγγείλαμε στην συνέχεια και τα έπιπλα μας σε μια βιοτεχνία, τα οποία μας παρέδωσε λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

 Το ίδιο κάναμε και με τις ηλεκτρικές μας συσκευές, τις οποίες μας έφεραν στο ίδιο χρονικό διάστημα κι έτσι ησυχάσαμε πλέον από τις κύριες ανάγκες μας.

 Εφόσον όμως το σπίτι της αδελφής μου περιήλθε με δικά μου χρήματα στην κυριότητα των γονιών μου, ζήτησε ο πατέρας μου να πληρώνει αυτός και με δώσεις τις ηλεκτρικές μας συσκευές, για να μην το έχει βάρος στην συνείδηση του όπως έλεγε, ότι τάχα με εκμεταλλεύτηκε.

 Οι συσκευές μας δεν στοίχισαν παραπάνω από εκατόν δέκα χιλιάρικα και για να ησυχάσει ο πατέρας μου που θεωρούσε ότι το σπίτι ήταν πλέον δικό μου, δέχτηκα την επιθυμία του να ξοφλά αυτός και με δόσεις το κόστος τους και μαζί με αυτό, μου έβαλε κι έναν άλλο όρο, βάση του οποίου μου ζητούσε, να αφήσει το σπίτι στην μητέρα μου όταν αυτός θα μας αφήσει για πάντα, έτσι ώστε να μένει αυτή εκεί αυτάρκης και με αξιοπρέπεια.

  Μετά κι από αυτήν την συμφωνία, ήμασταν πλέον έτοιμοι να μπούμε στο σπίτι μας μετά το γάμο μας, τον οποίον ορίσαμε για τις 19-1-1975. Τα προσκλητήρια τα είχαμε μοιράσει, αλλά τις μπομπονιέρες τις ετοίμαζαν ακόμη. Είχαμε όμως μια μικρή διαφωνία με τον βιοτέχνη που τις ανέλαβε, γιατί δεν συμφωνούσε με τον αριθμό που του ζήτησα να μας ετοιμάσει.

 – Δεν είναι δυνατόν έλεγε. Κάνεις μεγάλο λάθος. Σε κανένα γάμο δεν μοιράζουν τόσο πολλές μπομπονιέρες. Άντε να δώσουν τριακόσιες, βαριά, βαριά πεντακόσιες κι αυτό πάλι όταν ο γάμος γίνεται Σάββατο.

 Ο δικό σου όμως θα γίνει Κυριακή. Τις Κυριακές λοιπόν δεν έρχονται πολλοί στους γάμους, γι’ αυτό και κακώς μας ζητάς να σου ετοιμάσουμε χίλιες μπομπονιέρες, νομίζοντας ότι τόσοι θα παρευρεθούν.

 – Πολύ φοβάμαι, του έλεγα κι εγώ με την σειρά μου, ότι και οι χίλιες που σου ζήτησα, δεν θα φτάσουν. Μάλλον θα αναγκαστούμε να δώσουμε μόνον στις γυναίκες από μια μπομπονιέρα, γιατί δεν θα έχουμε να δώσουμε στους άνδρες. Αν υπολογίσουμε ότι θα έχουν και παιδιά μαζί τους, ζήτω που καήκαμε θα λέμε.

 Κάνεις λάθος επέμενε να λέει αυτός και όλο καθυστερούσε την ετοιμασία τους. Ευτυχώς για μας, το νυφικό όπως και το δικό μου κουστούμι, τα είχαμε από καιρό έτοιμα και βρισκόταν στις ντουλάπες των σπιτιών μας.

 Το μυστήριο του γάμου μας όμως, κανονίσαμε να τον κάνουμε στον Άγιο Δημήτριο, δεδομένου ότι είχαμε γνωστό μας τον πρωτοψάλτη του ναού κι αυτός ήταν που μερίμνησε, ώστε να τον κάνουμε κάπως αργά και προς το βράδυ, για να μη στριμωχτούμε ανάμεσα σε δύο γάμους όπως έλεγε και ταλαιπωρηθούμε εμείς, αλλά και οι καλεσμένοι μας.

 Μας κρέμασε όμως ο κουμπάρος μας. Ο συνεταίρος του πεθερού μου δηλαδή. Δέχτηκε μεν αυτός να μας παντρέψει, αλλά επειδή πέθανε πριν από δύο μήνες η μητέρα του, αρνήθηκε να κάνει το μυστήριο,  γιατί κατά το δικό τους τυπικό, δεν τους επιτρεπόταν.

 Αφού μείναμε λοιπόν από κουμπάρο, ψάχναμε την τελευταία στιγμή να βρούμε άλλον κι επειδή δεν βρίσκαμε κανέναν, δέχτηκε να μας στεφανώσει ο παππούς της γυναίκας μου, ο οποίος ήταν και νονός της.

  Αφού όλα τα σοβαρά και ουσιώδη θέματα είχαν πια δρομολογηθεί, δεν μας έμενε τίποτε άλλο, από το να αποφασίσουμε για το που θα κάναμε το γαμήλιο ταξίδι μας.

 Αυτό βέβαια, το περιορίσαμε να γίνει στα όρια μίας εβδομάδας και όπως ήταν προμελετημένο κι αυτό, καταλήξαμε να επισκεφτούμε την Κέρκυρα γι’ αυτόν τον σκοπό, χρησιμοποιώντας το ΚΤΕΛ της εν λόγω περιοχής, αφού εμείς δεν είχαμε ακόμη δικό μας αυτοκίνητο.

  Δεξιώσεις και τέτοια αποφασίσαμε να μην κάνουμε, γιατί με τόσους πολλούς καλεσμένους που βεβαίως και περιμέναμε στους γάμους μας, δεν θα μπορούσαμε να ανταπεξέλθουμε οικονομικά.

  Ωστόσο κι ένα μήνα πριν από τον γάμο μας, στείλαμε συνολικά χίλια διακόσια προσκλητήρια στους φίλους και γνωστούς μας κι όπως γίνεται αυτό πάντα, περιμέναμε να έρθουν στο μυστήριο πάνω από δύο χιλιάδες από αυτούς, χωρίς να υπολογίζουμε βέβαια τα παιδιά που ενδεχομένως θα είχαν αυτοί μαζί τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *