3o Μέρος και η συμμετοχή των παιδιών

   Κάναμε ωστόσο τα Χριστουγεννιάτικά μας έθιμα όταν με το καλό καθίσαμε όλοι στην συνέχεια γύρο από το οικογενειακό μας τραπέζι κι αφού μας πήρε αρκετές ώρες κατά την συνήθειά μας, η διαδικασία του εορταστικού μας γεύματος μαζί με όλα εκείνα που το συνόδευαν, δεν ήταν πλέον εύκολο και σ’ εμένα να αφηγηθώ στα παιδιά το υπόλοιπο της ιστορίας μας, οπότε, αφήσαμε την συνέχισή της για την επόμενη φορά που θα μας έκαναν επίσκεψη.

Την ημέρα της πρωτοχρονιάς όμως, πάλι τους περιμέναμε, γι’ αυτό κι όταν ήρθαν αυτά και κάθισαν δίπλα μου, με μια φωνή δήλωναν ότι ήθελαν να ακούσουν και τα υπόλοιπα της ιστορίας. Πριν αρχίσω να λέω εγώ όμως, ο μεγάλος με διέκοψε λέγοντας.

Παππού; Εγώ ξέρω ποιος είναι ο Βασιλιάς που αναφέρεις. Ο Θεός είναι και οι στρατιώτες που μας είπες, είναι οι άγγελοί Του. Κι εγώ το ξέρω παππού, είπε η μικρή μας, γιατί μας τα είπε η δασκάλα μας στο σχολείο. Πες μας όμως τί έγινε μετά. Ωραία τους είπε κι εγώ, δεν πειράζει που την ξέρετε. Καλό θα σας κάνει να την ακούσετε πάλι, οπότε, θα σας πω τι έγινε μετά.

Φεύγοντας λοιπόν από την αγκαλιά του Βασιλιά και πατέρα τους, ο αξιωματικός που τρελάθηκε και πίσω από αυτόν όλοι εκείνοι οι πλανεμένοι από αυτόν αξιωματικοί και στρατιώτες που τον ακολούθησαν, έπεσαν όλοι μαζί όπως ήταν και αναμενόμενο αυτό βέβαια, στον χώρο του πουθενά.

Υπάρχουν μεν αφού είναι πνεύματα, αλλά δεν έχουν δικό τους τόπο και χώρο να μείνουν κάπου θα λέγαμε, αφού αυτοί τίποτε δεν μπορούν να κάνουν, ή να δημιουργήσουν από μόνοι τους, οπότε, πράγματι δεν έχουν πού να μείνουν.

Εμείς βέβαια θα τους κατηγορούσαμε γι’ αυτό που έκαναν και εύκολα θα λέγαμε κατά την συνήθειά μας, καλά έπαθαν αφού ήταν τόσο απρόσεκτοι. Ο Βασιλιάς όλων μας όμως λυπήθηκε τότε για την απόφασή τους, γιατί ήξερε ότι από εκεί και μετά, θα υπήρχαν μεν τα παιδιά Του, αλλά μόνον ως διάβολοι πλέον.

Στεναχωρήθηκε θα λέγαμε για την κατάντια που θα ζούσαν στο εξής, αλλά και χωρίς την δική τους ελεύθερη θέληση, τίποτε δεν επέτρεπε στον εαυτό Του να κάνει γι’ αυτούς, εκτός βέβαια από το να τους δεχθεί και πάλι στον χώρο Του, όταν κι εφόσον αυτοί θελήσουν κάποτε να Του το ζητήσουν.

Είχε όμως έτοιμο στον νου Του και το δεύτερο σχέδιο που θα επέτρεπε να πάρει μέρος και να ακολουθήσει τα γεγονότα, μετά δηλαδή από την ηθελημένη απομάκρυνση των παιδιών Του από την δική Του ασφάλεια.

Αφού ήξερε πρέπει να πούμε, τι θα συνεύενε στα παιδιά Του από την απροσεξία που τους προέκυψε, ήξερε και τι θα ήθελε Αυτός να ακολουθήσει μετά από αυτό το περιστατικό, αφού μόνον Αυτός έχει την δυνατότητα να προκαλέσει οτιδήποτε θελήσει, όπως και χώρους με ζωή σ’ αυτούς.

Κι αυτό που ακολούθησε μετά όπως είπαμε, ήταν να φτιάξει εκείνο το μεγάλο και υπέροχο βασίλειο που αναφέραμε στην αρχή. Μέσα στο οποίο βέβαια, επέτρεψε να ζουν οι άνθρωποι πλέον και να ζουν αυτοί μάλιστα, έτσι ακριβώς, όπως Αυτός ήθελε και το είχε σχεδιάσει στον δικό Του νου.

Έκανε δηλαδή έναν παραδεισένιο χώρο, με τα δένδρα του, τα λουλούδια και τα δάση του, με τα ποτάμια τις λίμνες και τις θάλασσες με τα ψάρια τους, τα ζώα στα βουνά και στα λιβάδια του να ζουν ελεύθερα και με την εντολή σ’ αυτά όπως το αναφέραμε στην αρχή, να υπηρετούν τον άνθρωπο. Και να τον υπηρετούν μάλιστα, όχι μόνον με τους καρπούς τους, αλλά και με την ζωή τους ακόμη, ώστε όλοι να χαίρονται για όσα θα έκαναν εκεί, από αγάπη και μόνον προς τον Βασιλιά και πατέρα τους πρώτα απ’ όλα.

Όλο αυτό το υπέροχο βασίλειο λοιπόν, έγινε μόνον για τους ανθρώπους και μόνον και για την δική τους εξυπηρέτηση, με μοναδικό σκοπό στην ζωή τους βέβαια, το να ζουν δίπλα και μαζί με Βασιλιά και πατέρα τους, όχι μόνον για λίγα χρόνια όπως τους το υποσχέθηκε, αλλά για πάντα αν το ήθελαν.

Θα σας θυμίσω τώρα παιδιά, αυτό που ζήτησα να θυμάστε εσείς και θα αρχίσω από εκεί που τρελάθηκαν από χαρά θα λέγαμε οι άνθρωποι, όταν είδαν το υπέροχο βασίλειο που θα ζούσαν και χαρούμενοι φώναζαν προς τον Βασιλιά, θέλουμε, θέλουμε, για να τον βεβαιώσουν ότι πράγματι ήθελαν να ζουν για πάντα μαζί Του.

Κι εγώ σας θέλω για πάντα μαζί μου τους είπε Αυτός, αλλά για να καταφέρετε αυτό που θέλετε, θα πρέπει να προσέχετε πολύ τις σκέψεις που θα γυρίζουν στο μυαλό σας, γιατί πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να παρασυρθείτε από αυτές.

Και αντί να θέλετε να ζείτε για πάντα μαζί μου όπως τώρα λέτε, θα θελήσετε να πέσετε από μόνοι σας σε λάθη ακολουθώντας πρόχειρες σκέψεις και αυτές σίγουρα θα σας αναγκάσουν να χάσετε τον σκοπό σας. Γι’ αυτό λοιπόν να προσέχεται πολύ πριν κρατήσετε ανεξέλεγκτες σκέψεις μέσα σας.

Άκουσαν τις συμβουλές του πατέρα τους οι άνθρωποι κι όπως είπαμε στην αρχή, εξέταζαν προσεκτικά τις σκέψεις τους, τόσο με το Βασιλιά, όσο και με τους αόρατους στρατιώτες που είχαν για βοηθούς τους, οπότε, έτσι ενεργώντας, πράγματι ζούσαν ασφαλείς, αλλά και χαρούμενοι στον παραδεισένιο χώρο τους.

Βλέποντας όμως ο βεβαιωμένα πια κακός αξιωματικός εκείνο το υπέροχο μέρος που παραχώρησε ο βασιλιάς να το κατοικούν άνθρωποι με σάρκα και οστά, την εξουσία που άκουσε να τους δίνει, ώστε αυτοί να είναι διαχειριστές του, όπως και την υπόσχεση που τους έδωσε να τους έχει για πάντα μαζί Του αν το θελήσουν, τρελάθηκε ακόμη περισσότερο.

Κι όταν λέμε τρελάθηκε, θα πρέπει να εννοήσουμε ότι γέμισε τον νου του με πολλές κακίες, γιατί χωρίς τον Βασιλιά, ή μακριά από Αυτόν, κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι καλό, αλλά ούτε και να σκεφτεί κάτι καλό μπορεί.

Βεβαίως και δεν μπορεί, γιατί μόνον ο προϋπάρχω Βασιλιάς είναι σε θέση να έχει καθαρό νου και μόνον Αυτός μπορεί να κάνει καλό, γιατί δεν συνυπάρχει στον νου Του και το κακό μαζί με το καλό, για να επιλέξει ένα από τα δυό αν ποτέ το θελήσει.

Ο τρελαμένος αξιωματικός ήταν αυτός που σοφίστηκε πρώτος το κακό και αυτός ήταν που το μετέδωσε σ’ αυτούς που τότε τον ακολούθησαν και ακόμη το μεταδίδει στους ανθρώπους πρέπει να πούμε τώρα πια, μέσα από τις σκέψεις που τους προκαλεί.

Όσο έμενε μαζί με τον Βασιλιά πάντως και ήθελε να εξετάζει κι αυτός τις σκέψεις του, ασφαλώς και του έλεγε Εκείνος ποιο ήταν το καλό που έπρεπε να ακολουθήσει, αφού μόνον το καλό υπάρχει στον νου Του καλού Βασιλιά όπως είπαμε κι αυτό μόνον μεταδίδει.

Από την στιγμή όμως που θόλωσε τον νου του ο πρόχειρος αξιωματικός και δέχθηκε να ακολουθήσει τα ψέματα που ο ίδιος προκάλεσε μέσα του και ό ίδιος τα εγκατέστησε στο είναι του ως εμπνευστής τους, ήταν αδύνατον πλέον να βρει κάτι καλό μέσα του, αφού στην δική του διάθεση μόνον το κακό υπάρχει τώρα πια.

Αλλά ούτε και πρόθεση δεν επέτρεπε στον εαυτό του να έχει πλέον, ώστε να ζητήσει εκ των υστέρων τουλάχιστον από τον καλό Βασιλιά τον έλεγχο στις σκέψεις του, γιατί δεν ήθελε να χάσει την εξουσία που φαντάστηκε ότι απέκτησε.

Θεωρούσε εξουσία δηλαδή, το ότι μπορούσε να προκαλέσει κι αυτός κάτι από μόνος του κι αν αυτό που προκαλούσε ήταν πολύ κακό για τους ανθρώπους, τότε η χαρά του θα ήταν μεγαλύτερη αφού αποδεδειγμένα πια θα ένοιωθε κι αυτός ως δημιουργός με τις ενέργειές του.

Επιλέγοντας λοιπόν να γίνει φορέας και δημιουργός του κακού σε όλες του τις μορφές, φορτωμένος με ψέματα και ατελείωτες κακίες που από μόνος του γεννούσε συνεχώς στον νου του, κατάφερε να γίνει τελικά και κυρίαρχος, όπως και κυβερνήτης της απόλυτης κακίας.

Αυτήν την κακία μάλιστα, συνεχώς την εκπαίδευε έκτοτε, ώστε να την μεταδώσει όταν έρθει η ώρα στους ανθρώπους πλέον πολύ έξυπνα, αλλά και πολύ εμπλουτισμένη μάλιστα με περισσότερες πονηριές μέσα της, ώστε να μην μπορούν οι άνθρωποι να την αναγνωρίσουν ως εχθρική για τον εαυτό τους και φτάσουν στο σημείο να την αρνηθούν όταν δουν να τους πλησιάζει, γιατί τότε δεν θα είχε αυτός ποιους άλλους να κάνει θύματά του.

Κι όπως είπαμε, δεν έβλεπε τους ανθρώπους μόνον ως απλά θύματά του, γιατί κι από μίσος κυριεύτηκε εναντίων τους στην συνέχεια για την αγάπη που έβλεπε να τους έχει ο καλός Βασιλιάς, κι αυτό ήταν κάτι που η κακή του κατάσταση καθόλου δεν το άντεχε. Κι αφού δεν το άντεχε, του μπήκε η ιδέα να χαλάσει την σχέση τους.

Για να εξασφάλιση λοιπόν και μάλιστα με απόλυτη επιτυχία τον χαλασμό που μελετούσε να φέρει στους ανθρώπους όπως και στην σχέση τους με τον καλό Βασιλιά, πανούργος έγινε πλέον με το να μεταλλάσσει συνεχώς μέσα του τις κακίες του προς το χειρότερο.

Τις εμπλουτισμένες κακίες του έχοντας μετά ως δυνατά όπλα στην διάθεσή του, πήρε τελικά την απόφαση ώστε να κινηθεί εναντίων των ανθρώπων και να τους κάνει τέτοιο κακό ικανοποιώντας την δική του μνησίκακη κατάσταση, που να είναι σίγουρα ανεπανόρθωτο.

Αυτό αποφασίζοντας λοιπόν, εντατικά θα λέγαμε μελετούσε και τις παραμικρές λεπτομέρειες για το πως να τους ξεγελάσει σίγουρα, πως να τους αποπροσανατολίσει εντελώς, αλλά και πως να τους κατευθύνει εκεί που αυτός ήθελε, ώστε να τους πάρει εύκολα με το μέρος του.

Και αυτά που έβαλε στο πρόγραμμά του να τους κάνει, πολλές φορές τα μελέτησε για να μην κάνει κάποιο λάθος. Μαζί με αυτά δε και την μια για πάντα απομάκρυνση των ανθρώπων από την ασφάλεια του Βασιλιά μελέτησε με πολύ προσοχή, ώστε να μείνουν εντελώς μόνοι και αβοήθητοι από Αυτόν στην διάθεσή του.

Έχοντας μάλιστα συμμάχους στον σκοπό του και τις ανάγκες που είχαν οι άνθρωποι με τα σώματά τους, όπως και τον ελεύθερο νου τους να επεξεργάζεται σκέψεις όπως ο καθένας από αυτούς θα ήθελε, με χαρά πια έλεγε μέσα του, ότι οι άνθρωποι τελικά, είναι πολύ εύκολοι στόχοι για τις δικές μου δυνατότητες, οπότε, ήρθε η ώρα να τους επιβάλω τους σκοπούς μου.

Κι αυτό που έβαλε ως πρώτο στόχο ο μισάνθρωπος στον νου του, ήταν το πως θα μπορούσε να ζει κι αυτός πλέον μέσα από την δική ζωή αφού του δινόταν η ευκαιρία, μια και μέχρι τότε δεν είχε καμιά δική του ζωή όπως είπαμε, αλλά και δεν θα μπορούσε να έχει μια τέτοια ζωή από μόνος του.

Αν κατάφερνε όμως όπως το σκέφτηκε, να ελέγχει αυτός τα μυαλά των ανθρώπων, τοποθετώντας δικές του σκέψεις σ’ αυτούς, τότε πολύ εύκολα θα ζούσε αυτός μέσα στα σώματα των ανθρώπων, αφού αυτοί θα έκαναν πλέον ότι αυτός θα ήθελε να κάνουν.

Και μόνον που σκεφτόταν, τί είχαν να πάθουν οι άνθρωποι από τον αποπροσανατολισμό που θα τους προκαλούσε με τις δικές του σκέψεις, με πολύ κακία χαμογελούσε, προβλέποντας και το αποτέλεσμα που περίμενε να φέρει.

Αλλά και άπειροι καθώς ήταν οι άνθρωποι, από έναν τέτοιο αόρατο πόλεμο, αυτόν δηλαδή που γίνεται μέσα μας με την διαδικασία της επεξεργασίας, επιλογής και κράτησης σκέψεων πάλι χαμογελούσε από κακία ο χαιρέκακος, γιατί με τίποτε δεν θα μπορούσαν να επιλέξουν αυτοί ανάμεσα από τις πολλές σκέψεις που θα τους προκαλούσε, αυτές που θα ήταν οι πλέον ασφαλείς για τον εαυτό τους.

Αν κατάφερνε να κάνει λοιπόν αυτά που υπολόγιζε, εύκολα θα μπορούσε να κάνει δούλους του τους ανθρώπους χωρίς καν να το καταλάβουν αυτοί και μάλιστα με την θέλησή τους, γιατί θα νόμιζαν ότι οι σκέψεις που γίνονται μέσα τους είναι αποτέλεσμα δική τους και μόνον έμπνευσης κι επιλογής.

Από εγωισμό και μόνο μετά, θα πιστεύουν ότι όσα μελετούν είναι και καλά και σωστά, ώστε να έχουν και την ικανοποίηση με το μέρος τους, ότι πράγματι μπορούν να κάνουν και από μόνοι τους κάτι καλό για τον εαυτό τους, οπότε, δεν θα υπάρχει πλέον και λόγος να τρέχουν συνέχεια προς το να ελέγξουν τις σκέψεις τους με τον Βασιλιά, ή με τους στρατιώτες.

Στον σκοτισμό τους λοιπόν, όπως και στον εγωισμό τους ποντάροντας με όλες του τις δυνάμεις ο μισάνθρωπος, με το δίκαιό του χαμογελούσε χαιρέκακα και κρυφά από όλους, γιατί το αποτέλεσμα που περίμενε να φέρει θα ήταν παραπάνω από σίγουρα κακό για τους ανθρώπους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *