Όπως ανέφερα στο προηγούμενο κεφάλαιο, οδηγώντας το στρατιωτικό λεωφορείο της μονάδας που υπηρετούσα, πήγαινα στην πόλη του Κιλκίς με διαταγή του διοικητού μας, προκειμένου να παραλάβω από εκεί όσους επισκέπτες ήρθαν για την γιορτή του Πάσχα που τους ετοιμάζαμε, αλλά μην έχοντας δικό τους μέσον, έφτασαν στην πόλη με το ΚΤΕΛ.
Όταν βρέθηκα στο κέντρο της πόλης όμως, είδα έναν δικό μας στρατιώτη, Σαρακατσάνο στην καταγωγή, να σουλατσάρει ανέμελα στο αριστερό πεζοδρόμιο της πόλης, όπως εγώ κατευθυνόμουν.
Δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα αυτό που έβλεπα, γι’ αυτό και απόρησα με την συμπεριφορά του. Πρώτον, γιατί μόνος του ποτέ δεν έβγαινε έξω από το στρατόπεδο και δεύτερον, γιατί δεν ήξερα τον λόγο που βρισκόταν εκείνη την ώρα στο Κιλκίς.
Ήταν δώδεκα το μεσημέρι όταν τον είδα και όπως είπα, είχαμε γιορτή στο στρατόπεδο και αυτός έπρεπε να βρίσκεται εκεί και να φροντίζει τους δικούς του συγγενείς, αυτούς δηλαδή που κάλεσε να έρθουν και να γιορτάσουν μαζί μας εκείνη την ημέρα.
Σταμάτησα λοιπόν το λεωφορείο μου στην άκρη και όπως ήταν λογικό, τον κάλεσα να με πλησιάσει. Ήθελα να μάθω τον λόγο που βρισκόταν εκείνη την ώρα εκτός στρατοπέδου, γιατί μόνος αυτός, μάλλον κινδύνευε από τον εαυτό του.
Ανησύχησα όπως καταλαβαίνετε, γιατί σούρωσε μια μέρα και λόγο του ιδιότροπου του χαρακτήρος του, έκανε πολλά και ακατανόητα για μας πράγματα, εξαιτίας των οποίων δεν ξέραμε πως να τον γλιτώσουμε από τον εαυτό του.
Ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα μου και όταν με πλησίασε, με κοιτούσε με ύφος πολλών καρδιναλίων όπως το είχε στην ιδιοσυγκρασία του, περιμένοντας να μάθει τον λόγο που τον κάλεσα κοντά μου.
– Τι κάνεις εδώ ρε;
– Περιμένω τον αδελφό μου απάντησε. Και από μπόλικη Σαρακατσάνικη υπεροψία, κοιτούσε με την μύτη του τον ουρανό, σίγουρος ότι ξέρει που βρίσκεται, όπως και το τι κάνει εκεί που βρίσκεται.
Τον αδελφό του όμως τον συνάντησα εγώ στο στρατόπεδο πριν από μια ώρα περίπου και μάλιστα με ρώτησε να του πω αν ήξερα, που μπορεί να τον βρει, γιατί παντού τον έψαχνε αλλά πουθενά δεν τον έβρισκε.
– Ο αδελφός σου ρε συ είναι στο στρατόπεδο και σε ψάχνει. Έλα μαζί μου να σε πάω πίσω και μη χασομεράς εδώ ψάχνοντας στο πουθενά.
Δυσπιστούσε λίγο, αλλά και συμφώνησε να με ακολουθήσει. Κατέβηκα από την θέση του οδηγού και τον έβαλα να καθίσει πίσω και στις θέσεις των επιβατών.
Αφού τον έκλεισα εκεί μέσα, έψαχνα μετά μαζί του στο ΚΤΕΛ, όπως και στους γύρω δρόμους, αναζητώντας αργοπορημένους πιθανόν επισκέπτες για την γιορτή μας όπως ανέφερα.
Καθώς έψαχνα για τέτοιους όμως, θυμήθηκα το περιστατικό που είχαμε με τον Σαρακατσάνο, τότε που τον έβγαλαν με δίωρη άδεια στην πόλη του Κιλκίς οι συνάδερφοι, δεδομένου ότι αυτός ποτέ δεν έβγαινε μόνος του έξω από το στρατόπεδο όπως είπα.
Για να τον διασκεδάσουν τον πήραν μαζί τους αυτοί και όλοι μαζί πήγαν για σουβλάκια. Κάθισαν σε ένα από τα λιγοστά τραπέζια που διέθετε το μικρό ταβερνάκι και μέχρι να έρθουν τα σουβλάκια που παρήγγειλαν, τους έφερε ο σερβιτόρος τα μπουκάλια με τις ρετσίνες που ζήτησαν.
Όσο οι υπόλοιποι αστειεύονταν μεταξύ τους περιμένοντας τα σουβλάκια, βρήκε ελεύθερο χρόνο ο Σαρακατσάνος και έκανε τα δικά του. Έπιασε ένα από τα μπουκάλια λοιπόν και πριν τον δει κανείς, γέμισε με ρετσίνα ένα νεροπότηρο που είχε μπροστά του και αυτό το γέμισε μέχρι τα χείλη.
Από σύμπτωση, μπήκα κι εγώ στην παρέα τους εκείνη την στιγμή αφού είχαμε δώσει ραντεβού, γι’ αυτό και κάθισα στην κενή καρέκλα που ήταν δίπλα του.
Είδα το γεμάτο με ρετσίνα νεροπότηρο του Σαρακατσάνου και νομίζοντας ότι κάποιος από την παρέα του το γέμισε, το πήρα από μπροστά και του το άλλαξα με ένα από τα μικρά που υπήρχαν εκεί για την ρετσίνα, στο οποίο και έβαλα λίγη από αυτήν που υπήρχε στο νεροπότηρο, ενώ την υπόλοιπη την μοίρασα στα ποτήρια άλλων μας.
– Αφήστε τα χαζά τους είπα. Δεν ξέρουμε καλά τον άνθρωπο και απ’ ότι φαίνεται, ούτε και αυτός ξέρει τον εαυτό του.
Και ενώ εγώ απευθυνόμουν στους υπολοίπους της παρέας, απάντησε ο Σαρακατσάνος.
– Δεν μεθάω εγώ.
Δεν μεθάω έλεγε και γέμισε πάλι χείλι με χείλι το νεροπότηρο με ρετσίνα. Και πριν προλάβω να του το πάρω από το χέρι, το σήκωσε και κατέβασε την ρετσίνα μονορούφι, έτσι όπως πίνουμε το νερό.
Αφού ρούφηξε και ό,τι έμεινε απ’ αυτήν στα χείλια του, χτύπησε μετά το άδειο πλέον νεροπότηρο στο τραπέζι επιδεικτικά, λέγοντας.
– Έτσι πίνουμε εμείς οι Σαρακατσάνοι! και μας κοίταζε, όπως κοιτάει ο τσέλιγκας τα πρόβατά του.
Ετοιμαζόμουν να τους πω ότι θα έχουμε μπελάδες μαζί του, αλλά δεν πρόλαβα, γιατί μας τους προκάλεσε αυτός πολύ νωρίτερα από όσο εγώ υπολόγιζα. Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα του στην συνέχεια και πριν εμείς καταλάβουμε τι ήθελε να κάνει, έπιασε το τραπέζι με τα δύο του χέρια και το αναποδογύρισε. Μας έκανε όλους μούσκεμα με τις ρετσίνες που χύθηκαν επάνω μας και έτσι όπως έπεσαν τα ποτήρια και τα μπουκάλια κάτω, γέμισε εκείνο το μικρό μαγαζί με σπασμένα γυαλιά.
Έτσι όπως εξελίχθηκε το πράγμα όμως, δεν ήταν δυνατόν να μείνουμε περισσότερο εκεί, γι’ αυτό και τον φορτώθηκε κάποιος στον ώμο του. Αφού τον έβγαλε έξω τρέχοντας, τον έβαλε μετά σ’ ένα ταξί και έτσι μεθυσμένο τον μετέφερε στο στρατόπεδο. Πληρώσαμε τα σουβλάκια που δεν φάγαμε, τις ρετσίνες που δεν ήπιαμε και επιστρέψαμε άπρακτοι στην έδρα μας. Όταν φτάσαμε εκεί όμως, βρήκαμε τον Σαρακατσάνο σε κακό χάλι.
Ξέσχιζε με μανία τα ρούχα του και με ένα σιδερένιο κράνος κτυπούσε το κεφάλι του, από το οποίο και έτρεχαν αίματα. Όπως μας πληροφόρησαν οι παραβρισκόμενοι, το άρπαξε πάνω από ένα κρεβάτι καθώς τον μετέφεραν στο δικό του και πριν προλάβουν να του το πάρουν από τα χέρια, αυτός έβγαζε τα απωθημένα του.
Για να μη τον δει ο αξιωματικός υπηρεσίας σ’ εκείνη την κατάσταση και μεγαλώσουν περισσότερο τα προβλήματά του, τον πιάσαμε από τους ώμους και τον βγάλαμε στον προαύλιο χώρο της πυροβολαρχίας.
Τον μεταφέραμε αρκετά μακριά από τους θαλάμους μας, έτσι ώστε να μην ακούγονται οι φωνές που έβγαζε, όπως και τα λόγια που έλεγε, αν και τίποτε δεν καταλαβαίναμε απ’ όσα ακούγαμε.
Αφού δεν είχε εκεί το κράνος να χτυπάει μ’ αυτό το κεφάλι, τραβούσε τα μαλλιά του με δύναμη και τα έβγαζε τούφες, τούφες. Δεν αισθανόταν ούτε τον πόνο, ούτε το κρύο και δεν άκουγε τίποτε από όσα μάταια εμείς προσπαθούσαμε να του πούμε.
– Καλά είπες ότι θα μπλέξουμε άσχημα με αυτόν, είπε κάποιος. Για να δούμε τώρα, πως θα γλιτώσουμε.
– Πόσο θα κρατήσει αυτό ρε; Μαλλί δεν του έχει μείνει, έλεγε ένας άλλος, και ακόμη κάνει προσπάθειες να βρει τρίχες στο κεφάλι του.
Χειμώνας ήταν κι εμείς κρυώναμε εκεί έξω. Αυτός όμως δεν καταλάβαινε τίποτε. Μ’ αυτά και μ’ αυτά λοιπόν, πιάσαμε τις τρεις το πρωί κι αυτός ήταν αιμόφυρτος. Τα ρούχα του ήταν σχισμένα και έμεινε φαλακρός, γιατί δεν άφησε και πολλά μαλλιά στο κεφάλι του.
– Δεν έχουμε άλλη λύση τους είπα. Θα πάω στις γούρνες, εκεί όπου ξαρμυρίζει ο μάγειρας τον μπακαλιάρο και θα τις γεμίσω με νερό. Λέω να τον βουτήξουμε εκεί μέσα, γιατί μόνον έτσι θα ξεμεθύσει.
Προσέξτε όμως όταν θα τον φέρνετε εκεί. Να έχετε το στόμα του κλειστό και να μη ακούγεται. Έτσι και τους σηκώσουμε όλους από τις φωνές του, δεν θα μπορέσουμε μετά να τον κρύψουμε. Και αν γίνει κάτι τέτοιο; Αλλοίμονο και σε μας, γιατί και εμείς θα βρούμε τον μπελά μας.
Έφυγα λοιπόν από κοντά τους και όντως πήγα και γέμισα τις γούρνες με νερό. Όταν μου τον έφεραν εκεί, τον πιάσαμε όλοι μαζί και τον βουτήξαμε στις γούρνες έτσι όπως ήταν. Με τα ρούχα. Όταν τον τραβήξαμε πίσω, του κόπηκε η αναπνοή από το κρύο αλλά και ακόμη φώναζε, γι’ αυτό και τον βουτήξαμε για δεύτερη φορά.
– Ακόμη ζωντανός είναι, είπε κάποιος και τον βουτήξαμε τρίτη φορά.
Όταν τον βγάλαμε έξω ήταν ήρεμος, αλλά και έτρεμε από το κρύο.
– Καλύτερα να τον σκεπάσουμε με καμιά κουβέρτα τους είπα, μη τυχόν και τον πεθάνουμε εμείς έτσι που τον βρέξαμε.
Είκοσι μέτρα μακριά από τις γούρνες ήταν ο θάλαμος μας, γι’ αυτό και ένας από μας έτρεξε και έφερε μια κουβέρτα. Τον σκεπάσαμε μ’ αυτήν και έτσι σιγά, σιγά, άρχισε να παίρνει ανάσες με κάποιον ρυθμό. Ηρέμησε όμως και έπαψε να φωνάζει. Ρωτούσε ωστόσο να μάθει.
– Που βρίσκομαι; Γιατί είμαι βρεγμένος; Γιατί είμαι σκεπασμένος με την κουβέρτα;
Από τις ερωτήσεις που έκανε, βεβαιωθήκαμε ότι μάλλον ξεμέθυσε, γι’ αυτό και όσο ήταν δυνατόν αθόρυβα, τον πήγαμε πάλι στο κρεβάτι του. Όταν φτάσαμε εκεί, του φόρεσε στεγνά ρούχα ένας συγχωριανός του, ο οποίος και τον έβαλε να ξαπλώσει.
Τον σκέπασε ύστερα με τρεις τέσσερις κουβέρτες και έτσι σκεπασμένος κοιμήθηκε. Μετά από δύο ώρες ξύπνησε και όπως φαινόταν, συνήλθε τελείως από το μεθύσι του. Το κεφάλι του όμως ήταν πρησμένο από τα χτυπήματα που του έκανε με το κράνος, αλλά και από τα τραβήγματα των μαλλιών του.
Για να μην τον δει ο λοχαγός μας σ’ αυτήν την κατάσταση την ώρα της πρωινής μας αναφοράς, πήγα μέχρι το ιατρείο και έφερα στον θάλαμο μας τον δόκιμο γιατρό, ο οποίος και ήταν υπηρεσία εκείνο το βράδυ.
Αφού του περιποιήθηκε τις πληγές του αυτός, του ζήτησα να τον βγάλει ελεύθερο υπηρεσίας για λίγες μέρες, με την δικαιολογία ότι έπεσε στα μαγειρεία και ότι χτύπησε άσχημα εκεί στο κεφάλι του.
– Μέχρι να συνέρθει γιατρέ του είπα. Ούτως ή άλλως, από πουθενά δεν θα λείπει αυτός, αφού πουθενά δεν είναι τοποθετημένος. Είναι μόνιμος στα μαγειρεία όμως, γι’ αυτό και θα σταθεί η δικαιολογία που θα πούμε.
Δεν θυμάσαι τότε που τον απείλησε ο διοικητής μας στην αναφορά, ότι θα τον περάσει από το στρατοδικείο, γιατί δεν ανέβαινε σε αυτοκίνητο αν και είναι οδηγός εξ ειδικότητος;
– Θυμάμαι τι έλεγε τότε, είπε ο δόκιμος. Τέντωνε το κεφάλι του προς τα πάνω αρνητικά κι εμείς γελούσαμε. Περάστε με από Στρατοδικείο. Στήστε με στα τρία μέτρα. Σκοτώστε με αν θέλετε. Εγώ, όμως; Δεν ανεβαίνω στο αυτοκίνητο. Αυτό, το φοβάμαι πιο πολύ από το να πεθάνω.
Μιχάλης Αλταλίκης