Πάσχα στο στρατόπεδο

pap7  Μετά από λίγο καιρό και όταν πια πλησιάζαμε προς το Πάσχα εκείνης της χρονιάς, μας είπε ο διοικητής μας μια μέρα και στην πρωινή μας αναφορά.
– Αποφασίσαμε με τους αξιωματικούς της μονάδας μας, να γιορτάσουμε εδώ στο στρατόπεδο την ημέρα του Πάσχα που μας πλησιάζει και να γιορτάσουμε όλοι μαζί. Εσείς κι εμείς, παρέα με τους συγγενείς σας και τους φίλους σας.
Γι’ αυτό λοιπόν, μπορείτε να καλέσετε από τώρα αυτούς που θα ήθελαν να μας επισκεφτούν και να διασκεδάσουν μαζί μας το Πάσχα εδώ, στον χώρο δηλαδή, όπου τα αγαπημένα τους πρόσωπα υπηρετούν την πατρίδα τους. Για τους αξιωματικούς σας δε, θα είναι πολύ μεγάλη τιμή το να γνωρίσουν από κοντά τους γονείς σας, όπως και τους φίλους σας.
Μετά από εκείνη την δήλωση, οριοθετήθηκε όπως ήταν επόμενο η απόφαση των αξιωματικών μας, γι’ αυτό και αμέσως σχεδόν άρχισαν οι σχεδιασμοί και οι προετοιμασίες της γιορτής μας. Το που θα έμπαιναν οι ψησταριές μας δηλαδή, πόσα αρνιά θα ψήναμε, τι άλλο θα περιελάβανε το μενού μας, όπως και το που θα στρώναμε τα τραπέζια μας.
Πόσους φίλους και συγγενείς θα φιλοξενούσαμε και προπαντός, με ποιο πρόγραμμα θα γινόταν όλα αυτά. Εγώ δε; Από κανένα σχεδιασμό και από κανένα πρόγραμμα δεν έλειπα, αφού όπως έλεγε ο διοικητής μας, ήμουν ο καλλιτεχνικός τους διευθυντής, γι’ αυτό και έπρεπε να επιλαμβάνομαι όλων των θεμάτων που αφορούσαν την διευθέτηση της γιορτής μας.
Σχεδιάζαμε λοιπόν και προγραμματίζαμε τα της επερχόμενης Πασχαλινής γιορτής και όπως ήταν φυσικό αυτό, εκτός από την μόνιμη απασχόληση μου στα της υπηρεσίας μου, ήμουν απασχολημένος και με πολλές άλλες υποχρεώσεις.
Μαζί μ’ όλα αυτά όμως, είχα και ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Όταν πήγα να παρουσιαστώ νέος ακόμη στην μονάδα μας, βρέθηκα κάτω από τις διαταγές ενός αξιωματικού, που για λίγες μέρες μόνον ήταν λοχαγός στην πυροβολαρχία μας.
Για κάποιους λόγους που ποτέ δεν έμαθα, αυτός ο λοχαγός, καθόλου δεν με συμπαθούσε. Εγώ βέβαια δεν του έδωσα καμιά αφορμή, ώστε να είναι δικαιολογημένη η συμπεριφορά του, αλλά αφού έτσι ήθελε; Τι μπορούσα να κάνω; Υπέμεινα αδιαμαρτύρητα την αντιπάθεια του.
Μετατέθηκε όμως αυτός και για εκπαιδευτικούς λόγους όπως μας είπαν τότε, τον έστειλαν μετά από λίγες μέρες στον Βόλο αν θυμάμαι καλά. Τον διεδέχθη ως νέος λοχαγός μας, εκείνος που με κατέστησε ζωγράφο της μονάδας μας, ο οποίος και έμεινε στην θέση του μέχρι τις πρώτες μέρες που άρχισαν οι προετοιμασίες μας, για την αντιμετώπιση της γιορτής του Πάσχα που περιμέναμε.
Μείναμε για λίγες μέρες χωρίς λοχαγό και όπως ήταν προγραμματισμένο μάλλον αυτό, ήρθε να τον αντικαταστήσει, εκείνος ο λοχαγός που δεν με συμπαθούσε. Επιστρέφοντας αυτός από την εκπαίδευση του, κατέλαβε την πρότερη του θέση και έγινε πλέον ο νέος λοχαγός μας.
Για τους δικούς του λόγους όμως, δεν ξέχασε την αντιπάθεια του, γι’ αυτό και με είχε καθημερινά σχεδόν αναφερόμενο. Μου έκανε δε συνεχώς άστοχες παρατηρήσεις και ότι στραβό γινόταν στην πυροβολαρχία από τους άλλους, εμένα έβγαζε στην αναφορά. Έψαχνε με λίγα λόγια αφορμή, ώστε να μου επιβάλει πιθανόν, την τιμωρία που είχε βάλει στο μυαλό του.
Υπέμεινα φυσιολογικά την κατάσταση, σκεπτόμενος ότι στρατός είναι και ότι θα περάσει, έστω και αν χρειαστεί να υπηρετήσω άδικα και λίγες μέρες παραπάνω από το κανονικό.
Ακόμη και ο μόνιμος αρχιλοχίας με υπερασπίστηκε ένα πρωί, όταν με είδε πάλι να βρίσκομαι αναφερόμενος για κάτι που δεν έφταιγα, γι’ αυτό και του είπε μπροστά σ’ όλους.
– Αφού δεν μας έδωσε ποτέ και καμιά αφορμή. Και αφού δεν έκανε ποτέ κάτι κακό. Δεν είναι υπερβολή, το να τον κυνηγάς από πίσω κάθε μέρα, ψάχνοντας με το ζόρι να βρεις κακό εκεί που δεν υπάρχει;
– Εσύ να κοιτάς την δουλειά σου του είπε θυμωμένα ο λοχαγός και γυρίζοντας σε μένα, μου έλεγε με κακία σχεδόν.
– Πού θα μου πας; Δεν θα σε βρω πουθενά πρόχειρα; Τότε θα δεις τι έχουμε να πούμε.
Έβλεπε την συμπεριφορά του και ο δόκιμος της πυροβολαρχίας μας όμως, γι’ αυτό και πήγε στον διοικητή μας μια μέρα και του ανέφερε όλα όσα μου έκανε αναίτια ο λοχαγός μας. Εκείνος πάλι, δεν πήρε καμιά θέση επ’ αυτού και άφησε τον λοχαγό ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει.
Κυριευμένος λοιπόν από άκρατο εγωισμό αυτός, συνέχιζε να με έχει αναφερόμενο πυροβολαρχίας και δεν αρκέστηκε σ’ αυτό, αλλά άρχισε να με βγάζει και στην αναφορά της μοίρας.
Ούτε και σ’ αυτές βέβαια είχε να πει κάτι σοβαρό, γι’ αυτό και όταν με έβλεπε αναφερόμενο ο διοικητής μας, κοιτούσε προς τον αρχιλοχία μας, σαν να ζητούσε απ’ αυτόν εξηγήσεις. Κουνούσε αρνητικά το κεφάλι του εκείνος, υπονοώντας ότι τίποτε δεν έχω κάνει.
Θεωρώντας βάσιμη μάλλον την μαρτυρία του ο διοικητής μας, με προσπερνούσε επιδεικτικά και χωρίς να μου απευθύνει κανένα λόγο, πήγαινε στον επόμενο αναφερόμενο, σαν να μην ήμουν εκεί.
Έτρωγε τα ‘’λυσσακά’’ του ο λοχαγός όταν το έβλεπε αυτό, γι’ αυτό και πεταγόταν μπροστά και πολύ θυμωμένος έλεγε στον διοικητή μας.
– Πάλι στην αναφορά είναι. Τον βλέπετε;
Δεν του απαντούσε εκείνη την στιγμή ο διοικητής μας, αλλά όταν τελείωνε με τους υπόλοιπους, πήγαινε κοντά του και τον ρωτούσε.
– Για ποιόν λόγο είναι αυτός εδώ;
Σκεφτόταν ο λοχαγός το τι έπρεπε να πει και επειδή δεν έλεγε κάτι που να δικαιολογεί την δική του ενέργεια, γελούσαν οι άλλοι αξιωματικοί. Και όσο γελούσαν αυτοί, τόσο περισσότερο θύμωνε αυτός μαζί μου.
Του είχε γίνει έμμονη ιδέα το πως θα μου επιβάλει την τιμωρία που είχε στο άρρωστο μυαλό του και επειδή δεν έβρισκε καμιά αιτία και αφορμή προκειμένου να ικανοποιήσει τον δικό του εγωισμό, υπέφερε αναζητώντας την τιμωρία μου οπουδήποτε, έστω και με το ζόρι.
Τις μέρες λοιπόν που εγώ έτρεχα με διαταγή του διοικητού μας για τις προετοιμασίες της γιορτής του Πάσχα, αυτός με έβγαζε στην αναφορά αντί να βοηθήσει καθώς είχε υποχρέωση.
Δεν τον άφηναν αβοήθητο οι άλλοι αξιωματικοί, γι’ αυτό και καθημερινά σχεδόν τον συμβούλευαν.
– Χωρίς σοβαρό λόγο, γίνεσαι φανερά άδικος. Όπως ο διοικητής μας, έτσι κι εμείς, ήμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι, τόσο από την συμπεριφορά αυτού του στρατιώτη που ήρθε να υπηρετήσει την πατρίδα του, όσο και από την άψογη αντιμετώπιση όλων των υπηρεσιών που μέχρι στιγμής του έχουμε αναθέσει. Είναι ανάρμοστη λοιπόν και αντιδεοντολογική η εμμονή σου, του να ζητάς λάθη εκεί που δεν υπάρχουν.
Θολωμένος όμως αυτός, συνέχιζε να αναζητά λόγους που να με εκθέτουν, αδιαφορώντας για τις συμβουλές των συναδέλφων του.
Τελείωσαν όμως οι προετοιμασίας για την γιορτή μας και όταν πια ήρθε η μέρα του Πάσχα, μας βρήκε καθ’ όλα έτοιμους να αντιμετωπίσουμε την γιορτή μας έτσι και όπως την σχεδιάσαμε, γι’ αυτό και με κάλεσε πάλι στο γραφείο του ο διοικητής μας.
– Όλα είναι τακτοποιημένα έτσι, όπως και τα οργανώσαμε. Ένα πράγμα έμεινε ακόμη να κάνουμε με τον καλύτερο τρόπο. Το πως θα φέρουμε από την πόλη του Κιλκίς, τους καλεσμένους μας. Αυτούς δηλαδή που ενδεχομένως δεν έχουν δικό τους μέσο μεταφοράς και σκοπεύουν να έρθουν εδώ με την συγκοινωνία.
Τι λες; Μπορούμε να τους φέρουμε εδώ με το δικό μας λεωφορείο; Δεν θέλω να κάνουν και άλλα έξοδα οι άνθρωποι, προκειμένου να μας επισκεφτούν.
– Μπορούμε κύριε διοικητά. Σε δύο ώρες και με οκτώ δρομολόγια, έχουμε την δυνατότητα να μεταφέρουμε εκατόν εξήντα άτομα και με τον ίδιο ρυθμό να τους επιστρέψουμε.
– Δεν νομίζω να είναι τόσοι πολλοί. Ας αρχίσουμε όμως να τους φέρνουμε και βλέπουμε πάλι το πράγμα στην πορεία του. Να θυμάσαι όμως, ότι η γιορτή θα αρχίσει με την άφιξη του Ταξίαρχου και ότι αυτός θα είναι εδώ στη μία το μεσημέρι. Αυτό που θέλω από σένα λοιπόν, είναι να τους έχεις φέρει όλους μέχρι τότε, όσοι και αν είναι.
Εμείς βέβαια ζητήσαμε απ’ όλους αυτούς, να είναι εδώ, ή στο Κιλκίς, το αργότερο μέχρι τις δώδεκα. Κανόνισε λοιπόν τα δρομολόγιά σου έτσι, ώστε στις δώδεκα και μισή το πολύ, να μη βρίσκετε κανείς από τους επισκέπτες μας έξω από το στρατόπεδο.
– Στις διαταγές σας κύριε διοικητά του είπα και βγήκα έξω από το γραφείο του.
Πριν ξεκινήσω για το πρώτο μου δρομολόγιο, πήγα καθώς είχα υποχρέωση και ενημέρωσα τον λοχαγό μας για όσα με διέταξε ο διοικητής μας. Από σύμπτωση αυτός, ήταν και αξιωματικός υπηρεσίας εκείνη την ημέρα, ο οποίος και άκουσε αυτά που του είπα, αλλά και καμιά σημασία δεν μου έδωσε. Ήταν και ο δόκιμος μας όμως εκεί, οπότε αισθανόμουν ασφαλής, γι’ αυτό και έφυγα ήσυχος από κοντά τους.
Μετά απ’ αυτόν, ενημέρωσα σχετικά και τον λοχαγό που είχε την ευθύνη της γιορτής μας, ο οποίος και με ευχαρίστησε για όσα τον πληροφόρησα. Ελεύθερος λοιπόν από όλους, μπήκα στο λεωφορείο και πήγαινα στον πρώτο προορισμό μου, κατά τις έντεκα δηλαδή.
Ενώ κατευθυνόμουν προς την πύλη του στρατοπέδου μας, παρατηρούσα αυτούς που ήρθαν έγκαιρα στο στρατόπεδο και με δικά τους μέσα. Ήταν πολλοί αυτοί, γι’ αυτό και σκεπτόμουν την χαρά που θα είχε ο διοικητής μας, βλέποντας την αθρόα προσέλευση τόσων επισκεπτών.
Όταν έφτασα στην πύλη της μοίρας, βρήκα να με περιμένει εκεί μια ομάδα στρατιωτών. Ο οδηγός του διοικητού, ο οδηγός του υποδιοικητού και πέντε έξι ακόμη. Μαζί με αυτούς, ήταν και ένας από τους δοκίμους μας. Με ξάφνιασαν έτσι όπως τους είδα συγκεντρωμένους, γι’ αυτό και τους ρωτούσα.
– Τι τρέχει ρε παιδιά; Γιατί αυτή η σύναξη;
– Κοίταξε, είπε ο δόκιμος εξ ονόματος όλων. Οι δικοί μας γονείς δεν θα έρθουν. Ούτε και οι δικοί σου, όπως μας είπες. Σκεφτήκαμε λοιπόν να το διασκεδάσουμε λίγο παραπάνω από το επιτρεπτό σήμερα. Όπως το βλέπεις, δεν θα μας δοθεί άλλη ευκαιρία ώστε να βρεθούμε ξανά όλοι μαζί. Και επειδή μερικοί από μας θα απολυθούν σε λίγο καιρό από τώρα, σκεφτήκαμε να το ρίξουμε εντελώς έξω σήμερα και να μεθύσουμε, αν βέβαια συμφωνείς κι εσύ. Τι λες; Είσαι; Θα μας κάνεις το χατίρι;
– Και τι θα γίνουν ρε οι άνθρωποι, που τώρα πάω να τους φέρω μέσα; Δεν θα πρέπει να τους επιστρέψουμε στο Κιλκίς;
– Το κανονίσαμε. Θα τους επιστρέψει με το λεωφορείο σου, ο οδηγός εφοδιασμού. Μην σ’ απασχολεί αυτό. Έχουμε ενημερώσει σχετικά και τον αρχιλοχία μας, γιατί και αυτός είναι υπηρεσία σήμερα.
– Και τι θα βγει ρε σεις με ένα μεθύσι; Δεν θυμάστε τι πάθαμε τις προάλλες, μ’ εκείνον τον μεθυσμένο Σαρακατσάνο;
– Έλα τώρα; Ξέχασε τον αυτόν. Για μας μιλάμε και για το τι θα κάνουμε εμείς. Κι εμείς, θέλουμε να θυμόμαστε κάτι καλό από τον στρατό, όταν θα έχουμε απολυθεί .
– Καλά τους είπα, θα δω τι θα κάνω και έφυγα για το Κιλκίς.
Έκανα τέσσερα απανωτά δρομολόγια και έφερα από εκεί όλους όσους βρήκα. Δεν ήταν και πολλοί όμως, αφού οι περισσότεροι ήρθαν με τα δικά τους αυτοκίνητα στο στρατόπεδο όπως είπα και όλα αυτά, τα βάλαμε σε ένα χώρο εξωτερικά του στρατοπέδου.
Ήταν όμως πολύ νωρίς ακόμη και ο διοικητής μας που παρακολουθούσε τα πάντα περιφερόμενος ανάμεσα στους καλεσμένους μας, μου είπε κάποια στιγμή.
– Πήγαινε βρε παιδί μου ακόμη μια φορά και δες, μήπως ήρθαν άνθρωποι καθυστερημένα και περιμένουν να τους φέρουμε στο Στρατόπεδο.
Τον χαιρέτισα λοιπόν και πήγα να εκτελέσω την τελευταία διαταγή του.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *