Αντεπεξήλθα πλήρως των υποχρεώσεων μου μέχρι και τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς υπηρετώντας τους, γι’ αυτό και με κάλεσε στο γραφείο του ο λοχαγός και διοικητής τους, όπως πολύ συχνά το έκανε.
Αφού με ευχαρίστησε για τις άψογες μέχρι τότε υπηρεσίες μου όπως είπε, ζήτησε στην συνέχεια να ξανασκεφτώ την πρόταση που μου έκαναν, να μείνω δηλαδή μαζί τους ως μόνιμος οδηγός τους και μετά την απόλυση μου από τον στρατό, αφού αυτή αναμενόταν να γίνει μετά από λίγες μέρες.
Μετά απ’ αυτό, μου ζήτησε να τους βοηθήσω και στην ετοιμασία για την γιορτή που ήθελαν να κάνουν στον χώρο τους, λόγω της πρωτοχρονιάς του 1970 που επίσης μας πλησίαζε.
Ήθελαν να είναι πολύ πιο εορταστική αυτή από τις άλλες φορές, για τον λόγο ότι αποχαιρετούσαν δύο παλιούς στρατιώτες τους, οι οποίοι και θα αποστρατεύονταν τις επόμενες μέρες.
Μαζί μ’ αυτούς, θα γιόρταζαν και τα τριακοστά γενέθλια τους δύο ακόμη εκ των στρατιωτών τους και αυτό ήταν κάτι που δικαιολογούσε την επιθυμία τους να κάνουν την πρωτοχρονιά τους όσο γινόταν ποιο εορταστική.
Αυτό όμως προϋπέθετε γερό πάρτι μέχρι το πρωί κατά τις συνήθειες τους και προπαντός, πολύ καλά στολισμένο τον χώρο τους, από την ανάλογη παρουσία γυναικών.
Δεν ήταν επιτρεπτό αυτό για τα στρατιωτικά τους δεδομένα, όπως και το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, αλλά από μια άτυπη και μυστική μεταξύ τους συμφωνία, όντως τις δεχόταν και μάλιστα ευχαρίστως όταν έκαναν τα ανάλογα πάρτι τους.
Τα συγκεκριμένα κορίτσια, εγώ τα έφερνα στο στρατόπεδο τους, μόνον που αυτό γινόταν τόσο αφανώς, όσο και σιωπηρώς από μένα, πράγμα που και τότε ήθελε να μου εμπιστευτεί ο λοχαγός τους, γι’ αυτό και μου έλεγε εμπιστευτικά.
– Δεν θέλω να γίνουμε στόχος για σχολιασμούς από τους Έλληνες στρατιωτικούς της περιοχής μας, οι οποίοι πολλά θα μας σέρνουν αν δουν να φέρνουμε γυναίκες μέσα στο στρατόπεδο.
Αφού έτσι το γιόρταζαν αυτοί δεν μπορούσα εγώ να αλλάξω τις συνήθειες τους, αλλά και αντιρρήσεις δεν μπορούσα να τους φέρω, γι’ αυτό και υποσχέθηκα στον λοχαγό τους ότι θα κάνω ότι μου ζητήσει και βεβαίως όπως πάντα, σιωπηρώς και αφανώς.
Το ίδιο έκανα και στα καθημερινά μου καθήκοντα άλλωστε, γι’ αυτό και ακολουθούσα τα προγράμματα τους όπως ακριβώς τα σχεδίαζε λεπτό προς λεπτό ο αρχιλοχίας τους, στον οποίο μονίμως έδινα αναφορά για το κάθε τι που μου ανέθεταν να εκτελέσω.
Μπήκα ενεργά λοιπόν και σ’ εκείνο το προγραμματισμένο πάρτι τους, γι’ αυτό και όταν πια φτάσαμε στην παραμονή της πρωτοχρονιάς, έβλεπα τους στρατιώτες να πίνουν από το πρωί εκείνη την ημέρα μπίρες, όσοι βέβαια απ’ αυτούς δεν είχαν υπηρεσία την παραμονή όπως και την ημέρα της πρωτοχρονιάς.
Όσο για μένα; Κανείς απ’ αυτούς δεν ήθελε να βρίσκομαι εκεί ως απλός θεατής της γιορτής τους, γι’ αυτό και όποιος με συναντούσε μπροστά του, μου έδινε και ένα μπουκάλι ή ένα κουτί μπίρας να πιω μαζί του.
Έκανα πως πίνω εγώ για να τους κάνω το χατίρι, αλλά μετά από λίγο έκρυβα τα μπουκάλια που μου έδιναν όπου έβρισκα χώρο, γιατί με τον ρυθμό που αυτοί έπιναν και νερό να ήταν αυτό που μου προσέφεραν, θα με μεθούσαν από πολύ νωρίς το πρωί.
Κατά τις τρεις το μεσημέρι όμως, ζήτησα άδεια από τον διοργανωτή να μου επιτρέψει να κοιμηθώ για δύο ώρες και μετά να επιστρέψω στις εγκαταστάσεις τους, προκειμένου να ξεκουραστώ λίγο αλλά και να κρατήσω δυνάμεις για το βραδινό πρόγραμμα που θα ακολουθούσε και αυτό δεν θα ήταν καθόλου εύκολο για μένα.
Έφυγα λοιπόν με την άδεια του και πήγα να ξαπλώσω στο δικό μου στρατιωτικό κρεβάτι, αυτό που βρισκόταν στον θάλαμο του δικού μας στρατοπέδου, με την υποχρέωση βέβαια να επιστρέψω στην θέση μου το αργότερο στις πέντε και μισή το απόγευμα.
Όταν πλησίασε η συγκεκριμένη ώρα, εγώ συνέχισα να ξαπλώνω λόγο του ότι ήμουν αρκετά κουρασμένος από τα άλλα μου καθήκοντα και όταν πάλι είδα ότι έπρεπε να αναχωρήσω για τις εγκαταστάσεις τους, σκεφτόμουν την κόπωση που με περίμενε εκεί, αφού δεν είχα να αντιμετωπίσω μόνον το ξενύχτι, αλλά και το ολονύχτιο γλέντι τους, γι’ αυτό και καθυστερούσα την αναχώρηση μου.
Βλέποντας όμως οι Αμερικάνοι στρατιώτες να καθυστερώ αρκετά και να μην εμφανίζομαι εγκαίρως και στην ώρα μου στον χώρο τους όπως τους το υποσχέθηκα, ήρθαν να με σηκώσουν αυτοί από το κρεβάτι μου.
Έφεραν δε μαζί τους γι’ αυτόν τον σκοπό και ένα ολόκληρο κιβώτιο γεμάτο με μπίρες σε κουτάκια, τα οποία και μοίρασαν στους στρατιώτες που έμεναν μαζί μου και στον ίδιο θάλαμο με μένα.
Αφού με πήραν αγκαζέ στην συνέχεια, κρατώντας και μια μπίρα στα χέρια του ο καθένας, με πήγαν όχι μόνον σηκωτό, αλλά και τραγουδώντας μέχρι την αίθουσα που γινόταν η γιορτή τους.
Όταν είδε αυτή την σκηνή ο λοχαγός και διοικητής τους, γελούσε με την συμπεριφορά τους, αλλά και έλεγε σε μένα.
– Βλέπεις πόσο σ’ αγαπούν οι στρατιώτες μας;
– Βλέπω του έλεγα εγώ, ενώ αυτός πρόσθετε.
– Έκλεισα το ραντεβού με τα κορίτσια. Θέλω να πας και να τα πάρεις κατά τις δέκα το βράδυ. Από σένα όμως, θέλω και κάτι άλλο. Να μη πιείς πολύ, για να μπορέσεις όχι μόνον να τα φέρεις εδώ, αλλά και να τα επιστρέψεις με ασφάλεια στο σπίτι τους.
Όπως καταλαβαίνεις, δεν θέλω να δώσω αφορμή να μας σχολιάζουν και αυτές.
– Μην ανησυχείτε του είπα. Όλα θα γίνουν όπως εσείς το θέλετε.
Ενώ λοιπόν ο διοικητής τους έλεγε αυτά σε μένα, ο υπολοχαγός τους, αυτός που όπως είπα και στα προηγούμενα ήταν υποδιοικητής τους και Ελληνικής καταγωγής αλλά γενίτσαρος στο φρόνημα, ζήλεψε από όσα έβλεπε να κάνουν για μένα οι στρατιώτες τους.
Και όχι μόνον ζήλεψε, αλλά και θύμωσε μαζί μου, γιατί ενώ εμένα με έφεραν εκεί σηκωτό από το κρεβάτι μου και τραγουδώντας οι δικοί τους στρατιώτες, αυτόν κανείς τους δεν τον κάλεσε στην γιορτή τους, γιατί ήταν πολύ στεναχωρημένοι μαζί του από την πολύ κακή συμπεριφορά του.
Αφού με ήθελαν λοιπόν αυτοί στην παρέα τους, δεν μπορούσα παρά να ανταποκριθώ αρκούντως καλά κι εγώ στις απαιτήσεις του πάρτι τους, αλλά και δεν έπινα σχεδόν καθόλου, εφόσον είχα υπηρεσία.
Όσες μπίρες μου έδιναν όμως να πιω, τις κρατούσα για λίγο στο χέρι μου έτσι ώστε να φαίνεται ότι πίνω, αλλά μετά από λίγο τις άδειαζα όπου έβρισκα, ακόμη και μέσα στις γλάστρες τους.
Τα άδεια μπουκάλια όμως, τα στοίβαζα και εγώ όπως έκαναν και αυτοί, πάνω στο πολύ μεγάλο τραπέζι της τσόχας, αυτό που είχαν εκεί για να παίζουν χαρτιά, διαστάσεων ενάμισι επί τρία περίπου.
Έβαζαν όλοι τους το ένα άδειο μπουκάλι πάνω στο άλλο όπως έκαναν και με τα κουτιά δηλαδή και ήδη γέμισαν εκείνο το μεγάλο τραπέζι από αυτά, αφού από το πρωί έπιναν μπίρες.
Έτσι συνεχίζοντας όμως, σχημάτισαν έναν τριώροφο όγκο από άδεια μπουκάλια και κουτιά πάνω στο τραπέζι της τσόχας και ο στόχος τους ήταν να τον κάνουν δεκαόροφο εκείνον τον όγκο, πίνοντας μπίρες μέχρι το πρωί της πρωτοχρονιάς.
Όπως ήταν στο πρόγραμμα τους όμως, όταν ήρθε η προκαθορισμένη ώρα, πήγα και τους έφερα τα κορίτσια από τον γνωστό επαγγελματικό τους χώρο, τα οποία και μπήκαν αμέσως στον ρυθμό της γιορτής τους.
Βλέποντας τες εκεί οι Αμερικανοί στρατιώτες, όντως το διασκέδαζαν κατά το έθιμο τους, ενώ εγώ πιστός στις διαταγές του λοχαγού τους, επέβλεπα μη τυχόν και εκτραπεί κάποιος απ’ αυτούς και χωρίς να το επιδιώκει τους χαλάσει την γιορτή.
Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που μου ζήτησε να πίνω με μέτρο μαζί τους και τόσο, που να μπορώ να ελέγχω την δική μου όσο και την κατάσταση των δικών του στρατιωτών.
Όσο ήμουν νηφάλιος λοιπόν εγώ, θα μπορούσα να επιστρέψω σώα και αβλαβή τα κορίτσια στο σπίτι τους όπως το ήλπιζε και ήταν συμφωνημένο, αφού ούτως ή άλλως, η όποια συμμετοχή τους στην γιορτή δεν ήταν τίποτε παραπάνω από διακοσμητική και μόνο.
Για τις ανάγκες εκείνου του πάρτι, ολόκληρη ορχήστρα είχαν στήσει εκεί οι Αμερικανοί στρατιώτες για την διασκέδαση τους, δεδομένου ότι πολύ απ’ αυτούς έπαιζαν διάφορα μουσικά όργανα, ένας εκ των οποίων ήταν όχι μόνον ο μαέστρος τους, αλλά και ο ντράμερ τους.
Υπακούοντας λοιπόν στους ρυθμούς της μουσικής τους, χόρευαν όλοι τους παρέα με τα κορίτσια που τους έφερα, αν και αυτά προτιμούσαν να κάνουν το ίδιο με την δική μου συμμετοχή, λόγο καταγωγής προφανώς.
Ο υπολοχαγός τους όμως, που μπήκε εκεί για τους δικούς του λόγους αφού δεν ήταν καλεσμένος, έψαχνε να βρει με ποιο τρόπο θα μπορούσε να με κάνει να εκτεθώ, γι’ αυτό και δοκίμαζε επάνω μου οτιδήποτε νόμιζε πως ήταν δυνατόν, ώστε μ’ αυτό να πετύχει το στόχο που έβαλε στο περίεργο μυαλό του.
Το κατάλαβα όμως εγώ, γι’ αυτό και φυλαγόμουν από οτιδήποτε γινόταν γύρω μου. Πρόσεχα τους πάντες και τα πάντα εκεί, γι’ αυτό και όταν ήρθε η ώρα, πήρα τα κορίτσια με την συγκατάθεση του διοικητού τους και τα πήγα μόνος μου στο σπίτι τους, παραβλέποντας τις επίμονες παρακλήσεις όσων ήθελαν να μ’ ακολουθήσουν.
Όταν επέστρεψα, ήταν ήδη τρεις το πρωί και οι Αμερικάνοι στρατιώτες δεν με άφηναν να φύγω από το πάρτι τους, αν και οι μεθυσμένοι μουσικοί της πρόχειρης ορχήστρας, εγκατέλειψαν το πρόγραμμα τους.
Εφόσον όμως εγώ δεν είχα άλλη υπηρεσία την ημέρα της πρωτοχρονιάς που ακολουθούσε, μου ζήτησαν να πιω μαζί τους μέχρι τελικής πτώσεως.
Κάποιος απ’ αυτούς όμως, μου εκμυστηρεύτηκε πάνω στο μεθύσι του, ότι αυτήν την σκέψη τους την έβαλε ο υπολοχαγός τους στο μυαλό, ο οποίος και τους είπε ότι ήθελε να εκθέσει με κάθε τρόπο τον Έλληνα στρατιώτη, τον οποίο έβλεπε να είναι τόσο πολύ προσεκτικός.
Κάθισα μαζί τους αφού δε γινόταν διαφορετικά, αλλά συνέχισα όπως και πριν να πίνω με τον ίδιο τρόπο, αδειάζοντας δηλαδή τις μπίρες όπου έβρισκα κενό χώρο και αφού αυτοί δεν το καταλάβαιναν, τους έκανα παρέα μέχρι το πρωί, παριστάνοντας τους τον μεθυσμένο.
Όσοι απ’ αυτούς είχαν τον νου τους όμως και στα στρατιωτικά τους καθήκοντα, έφυγαν έγκαιρα από το πάρτι, γιατί σε λίγο θα χτυπούσε η σάλπιγγα τους για την καθιερωμένη πρωινή τους αναφορά και σ’ αυτήν, έπρεπε να είναι όλοι τους όχι μόνον παρόντες, αλλά και άψογα ενδεδυμένοι.
Όταν δεν είχαν υπηρεσία οι Αμερικάνοι, κανείς και τίποτε δεν μπορούσε να τους ενοχλήσει. Όταν είχαν όμως; Αλίμονο σ’ εκείνον τον στρατιώτη που έδινε αφορμή για το παραμικρό, γιατί τότε όπως έλεγε και ο Στρατηγός τους, δεν αναγνώριζαν ούτε φίλο, ούτε συνάδελφο, ούτε άνθρωπο, αλλά ούτε και αδελφό.
Η ώρα της πρωινής τους αναφοράς ήταν ώρα υπηρεσίας για όλους, είτε είχαν κάποια υπηρεσία εκείνη την ημέρα είτε όχι. Και σ’ αυτήν; Έπρεπε να είναι όλοι τους παρόντες, καθαροί, σιδερωμένοι, γυαλισμένοι και προσεκτικά κουμπωμένοι, πολύ δε περισσότερο, να είναι νηφάλιοι.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που οι έχοντες νουν, έφυγαν νωρίς από το πάρτι, προκειμένου να ετοιμαστούν για την πρωινή τους αναφορά, όπως έκανε και ο διοικητής τους δηλαδή.
Ενώ αυτοί έφυγαν από εκεί σκεπτόμενοι πως να προστατέψουν τον εαυτό τους από κάποιο μικρό έστω λάθος τους, ο υπολοχαγός τους έφευγε από εκεί ενοχλημένος και σκασμένος από το κακό του, γιατί παρά τις ύπουλες προσπάθειες του, δεν έβλεπε να μεθά ο Έλληνας στρατιώτης.
Άφησε όμως πίσω του και σε κακό χάλι, εκείνους που έβαλε να με μεθύσουν υπακούοντας στις χαζές εντολές του, έστω και αν αυτό δεν το έκαναν και τόσο ευχάριστα, αλλά από φόβο θα έλεγα, μη βρεθούν και αυτοί αντιμέτωποι μ’ εκείνον τον κακόψυχο συνάδελφο τους.
Όταν έφυγε και αυτός λοιπόν από την αίθουσα, έπιασα και τους έβγαλα όλους έξω από κείνο τον χώρο και έναν έναν τους πήγαινα μετά στον θάλαμο τους, αν και ήταν πέντε τον αριθμό.
Ένας απ’ αυτούς όμως ήταν όχι μόνον ανυπόμονος, αλλά και σκνίπα στο μεθύσι. Δεν περίμενε όπως έκαναν οι υπόλοιποι να επιστρέψω και να τον μεταφέρω εγώ στον θάλαμο του, γι’ αυτό και βγήκε τρικλίζοντας μόνος του έξω από το μπαρ.
Προσπάθησε στην συνέχεια να ανέβει τα τρία σκαλοπάτια του θαλάμου του, αυτού που βρισκόταν σε μια απόσταση δέκα μέτρων από εκεί που τα έπινε αλλά δεν μπόρεσε, γιατί έχασε την ισορροπία του και έπεσε κάτω.
Πέφτοντας όμως, καρφώθηκε το κεφάλι του στην σιδερένια ξύστρα που είχαν εκεί έξω, προκειμένου να καθαρίζουν τα παπούτσι τους από τις λάσπες.
Έτρεξα κοντά του να τον συμπαρασταθώ όταν τον είδα να πέφτει, όπως θα έκανα και για τον οποιονδήποτε δηλαδή, αλλά με σταμάτησε ο υπολοχαγός τους εκείνος ο γενίτσαρος, που βρέθηκε στην αυλή εκείνη την στιγμή και ήταν ντυμένος και στολισμένος και έτοιμος για την πρωινή τους αναφορά.
– Αυτός είναι Αμερικάνος στρατιώτης έλεγε σ’ εμένα και μπορεί να σηκωθεί μόνος του. Δεν χρειάζεται βοήθεια από κανέναν και προπαντός από έναν Έλληνα στρατιώτη σαν κι εσένα.
Αδιαφορώντας για τα χαζά που έλεγε αυτός, έκανα να τρέξω προς τον σοβαρά τραυματισμένο άνθρωπο, αλλά με σταμάτησε ο αρχιλοχίας τους που και αυτός ήταν έτοιμος, αλλά επειδή στεκόταν πίσω μου, δεν τον είδα.
– Δεν μπορείς να του κάνεις τίποτε είπε. Έπρεπε να προσέχει μόνος του τον εαυτό του και να θυμάται όλες τις υποχρεώσεις που έχει και πιο πολύ απ’ όλα, έπρεπε να θυμάται ότι είναι στρατιώτης που πληρώνεται να είναι στην θέση του και όρθιος όταν έρθει η ώρα όπως τώρα.
– Μα είναι ακίνητος του είπα και τρέχουν αίματα από το κεφάλι του.
– Όπως βλέπεις, εμείς είμαστε πολύ χαλαροί. Ήμαστε όμως και πολύ αυστηροί συγχρόνως. Αν δεν σηκωθεί από μόνος του αυτός από εκεί που είναι πεσμένος, κανείς δεν έχει την άδεια να τον πλησιάσει.
Όταν όμως έρθει η ώρα να πάρουμε την πρωινή μας αναφορά και αυτός δεν θα βρίσκεται στην θέση του όπως οφείλει, τότε και μόνο τότε μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτόν και αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να τον δηλώσουμε αδικαιολογήτως απόντα.
Εφόσον κάποιος από μας δηλωθεί απόν στην αναφορά μας, τότε μόνον είμαστε υποχρεωμένοι να τον ψάξουμε. Από εκεί και μετά, όπου και όπως τον βρούμε, του καταλογίζουμε τις ανάλογες ευθύνες αν έχει, όπως αυτός που βρίσκετε τώρα πεσμένος κάτω από ανεξέλεγκτο μεθύσι.
Αυτά μου εξηγούσε ο αρχιλοχίας για την στρατιωτική τους τάξη, ενώ εγώ έβλεπα έναν έναν τους υπόλοιπους να βγαίνουν από τους θαλάμους τους και να μπαίνουν έτοιμοι στην γραμμή, για την πρωινή τους αναφορά.
Μου έκανε όμως εντύπωση το γεγονός, ότι όλοι τους έκαναν να τον πλησιάσουν εκείνον τον στρατιώτη που έβλεπαν να είναι ξαπλωμένος κάτω και να αιμορραγεί, αλλά και τον προσπερνούσαν συγχρόνως, αδιαφορώντας θαρρείς για την κατάσταση του.
Όπως το ήλπιζαν αυτό, μάλλον περίμεναν να σηκωθεί από μόνος του αυτός από εκεί που ήταν πεσμένος, αλλά μάταια. Αδυνατούσε να το κάνει, αφού όπως έδειχνε το πράγμα, είχε την συμπεριφορά ενός νεκρού.
Μετά από λίγο όμως άρχισε να κουνιέται και έτσι σιγά σιγά κατάφερε επιτέλους να σταθεί όρθιος στα πόδια του. Απλοί παρατηρητές εμείς των δικών του προσπαθειών, τον είδαμε επιτέλους να ανεβαίνει έστω και μετά βίας ύστερα τα τρία σκαλοπάτια και κρατώντας το κεφάλι του που ακόμη αιμορραγούσε, μπήκε στον θάλαμο τους.
Μη μπορώντας να αντέξουν το αυστηρό τους τυπικό μερικοί εκ των στρατιωτών, που και αυτοί βρισκόταν έτοιμοι στην αυλή, έτρεξαν να τον βοηθήσουν αφού τον είδαν να είναι όρθιος, έχοντας διάθεση και πρόθεση να τον συμπαρασταθούν αν το μπορούσαν.
Στα γρήγορα εκεί μέσα του έβαλαν την επίσημη στολή του, όπως έκανα όλοι τους άλλωστε στην ώρα της αναφοράς τους και με τον ίδιο ρυθμό τον έβγαλαν έξω στην αυλή, δεδομένου ότι ήδη χτύπησε γι’ αυτόν τον σκοπό η σάλπιγγα τους και όπως είπαμε, έπρεπε να είναι όλοι τους παρόντες.
Για να κατέβει όμως από τα σκαλοπάτια και για να σταθεί όρθιος στην θέση του και μάλιστα σε στάση προσοχής, δύο από τους συναδέλφους του αναγκάζονταν να τον κρατούν με τους ώμους τους, ένας από αριστερά και ένας από τα δεξιά του.
Το τραύμα του βέβαια πρόλαβαν και το κάλυψαν με τσιρότο και έτσι δεν έτρεχε πια αίμα, αυτός όμως δεν μπορούσε να σταθεί με τίποτε όρθιος χωρίς την βοήθεια τους, όχι τόσο γιατί ήταν τραυματισμένος, αλλά γιατί ήταν πολύ μεθυσμένος.
Τον στήριζαν γι’ αυτόν τον σκοπό με τους ώμους τους οι συνάδελφοι του, ώστε να μην βρεθεί και πάλι πεσμένος κάτω, δεδομένου ότι όλοι ήξεραν, το πόσο αυστηρές θα ήταν γι’ αυτόν οι κυρώσεις από την υπηρεσία τους, αν δεν μπορούσε να σταθεί μόνος του και στα δικά του πόδια.
Το τραύμα του ήταν λίγο πιο πάνω από δεξί του μάτι και για να σταθούν οι γάζες εκεί με το τσιρότο που του έβαλαν, σκέπαζαν αναγκαστικά και το δεξί του μάτι. Βλέποντας τον έτσι κανείς, όσο και αν το ήθελε, δεν θα μπορούσε να τον βοηθήσει παραβλέποντας το ατόπημα του.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που όταν ήρθε και ο λοχαγός τους εκεί, τον κοιτούσε και σκεφτόταν τι να κάνει μαζί του και πως να τον βοηθήσει, αλλά για ευνόητους λόγους δεν μπορούσε να κουκουλώσει το περιστατικό.
Ζήτησε ωστόσο από τον αρχιλοχία να πάρει την προβλεπόμενη αναφορά και όταν όλοι δήλωσαν παρόντες, ζήτησε μέσω αυτού να κάνουν και κάμποσες φορές προσοχή ανάπαυση, επιδιώκοντας να πέσει απ’ αυτές τις κινήσεις ο μεθυσμένος και τραυματισμένος στρατιώτης του αλλά τον στήριζαν τόσο καλά με τους ώμους τους οι άλλοι δύο, οπότε και δεν έπεφτε.
Αφού δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα ο λοχαγός τους, ζήτησε στην συνέχεια από τον αρχιλοχία να επιβάλει στοίχιση στους παρατεταγμένους στρατιώτες του, έχοντας απλωμένα τα δύο τους χέρια και έτσι στοιχισμένοι να κάνουν ένα βήμα μπρος και ένα πλάγια.
Όταν έγινε αυτό, βρέθηκαν όλοι τους μακριά ο ένας από τον άλλον και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το να μείνει και πάλι μόνος του ο μεθυσμένος, οπότε και έπεσε κάτω.
Αφού διαπιστώθηκε και επισήμως η πτώση του κατά την διάρκεια της αναφοράς, όπως και το ότι όντως ήταν μεθυσμένος εκείνος ο στρατιώτης και ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει εξαιτίας της μέθης του των υποχρεώσεων του, τότε μόνον έδωσε εντολή ο λοχαγός τους στον γιατρό τους, προκειμένου να περιποιηθεί την πληγή του, αλλά και να συντάξει την αναφορά του για την σοβαρότητα του τραύματος του.
Όταν εκείνος τον εξέτασε, διαπίστωσε ότι όντως ήταν πολύ σοβαρό το τραύμα του, γι’ αυτό και σε διάστημα μισής ώρας περίπου, ήρθε ένα ελικόπτερο και τον πήρε μαζί του, μόνον που δεν τον είδαμε ξανά να επιστρέφει στην θέση του, αν και μάθαμε ότι έγινε καλά.
Πιθανόν να τον έστειλαν κάπου αλλού, υπέθεταν οι συνάδελφοί του και σε λίγες μέρες ξέχασαν, όχι μόνον το περιστατικό του τραυματισμού του, αλλά και την ίδια του την ύπαρξη.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως πέρασε ο καιρός και στα μέσα περίπου του Ιανουαρίου του 1970, ήρθε η ώρα να απολυθεί και κείνος ο Κρητικός, που με αποχαιρετούσε κλαίγοντας.
– Σε είχα φίλο μωρέ και κοιμόμουν ήσυχος κοντά σου. Τώρα που θα πάω στην Κρήτη, δεν ξέρω τι με περιμένει.
Του έδωσα το τηλέφωνο του σπιτιού μου, ώστε να μιλάμε όποτε θα το ήθελε, αυτός όμως ποτέ δεν έκανε κάτι τέτοιο και δεν ξέρω τον λόγο. Στο τέλος του ίδιου μήνα όμως, έφυγε με το απολυτήριο στο χέρι και ο Λαρισαίος με τα ζούδια, βεβαιωμένος πια ότι αυτά έφυγαν από κοντά του και ότι δεν θα του έκαναν ποτέ ξανά επίσκεψη.
Την ίδια μέρα, πήρε κι ο δικός μας λοχαγός επιτέλους την απόφαση να με απαλλάξει από υπηρεσίες, γι’ αυτό και με αντικατέστησε στέλνοντας άλλον οδηγό στους Αμερικάνους.
Δεν τον δέχτηκαν όμως αυτοί, δεδομένου ότι βρήκαν έναν πολίτη για οδηγό τους, αφού όπως το ανέφερα αυτό, εγώ αρνήθηκα την θέση που μου πρότειναν.
Στις αρχές του επόμενου μήνα, ήρθε η ώρα να απολυθώ κι εγώ, γι’ αυτό και χαιρέτησα όλους τους δικούς μας, όπως και τους Αμερικάνους στρατιώτες και αξιωματικούς έναν έναν χωριστά και στις δύο δευτέρου του 1970, από το πρωί εκείνης της μέρας περίμενα εναγωνίως να μου δώσουν το απολυτήριο μου.
Αυτό μου το έδωσαν στις δώδεκα το μεσημέρι ακριβώς και έτσι συμπλήρωσα είκοσι επτά μήνες συνεχούς θητείας και πέντε μέρες φυλακής που υπηρέτησα τελικά αφού δεν μου τις χάρισαν.
Μ’ εκείνο το απολυτήριο στο χέρι όμως, είχα πλέον το δικαίωμα να ενταχθώ κι εγώ στην κοινωνία ως ένας εκ των πολιτών της, υποσχόμενος να ανταποκριθώ επαρκώς στις υποχρεώσεις μου απέναντι της, όποιες και αν ήταν αυτές που θα με ακολουθούσαν στην μετά τον στρατό ζωή μου.
Μιχάλης Αλταλίκης