Όπως είπα και άλλοτε, αν και η θρησκευτική μου παιδεία ήταν νηπιακής μορφής, η εμπειρική μου πίστη παρέμενε λογικά εδραιωμένη, γιατί όλες αυτές οι παρεμβάσεις της Παναγίας μας στην ζωή μου, δεν έκαναν τίποτε άλλο, εκτός από το να διατηρούν ζώσα μέσα μου αυτήν την λογική πίστη.
Μπορεί να μην ήξερα τον ακριβή λόγο των παρεμβάσεων Της, ήξερα όμως ότι ήμουν υποχρεωμένος πλέον να προσαρμόσω την ζωή μου έτσι, ώστε στο μέλλον τουλάχιστον να ζω συνυφασμένος μ’ αυτές.
Μου ήταν άγνωστος ο τρόπος που θα μπορούσα να το κάνω αυτό μόνος μου, γι’ αυτό και παιδευόμουν όπως καταλαβαίνετε στην προσπάθεια μου να τις αποδώσω, αφού ούτε και αυτές ήξερα ποιες ακριβώς ήταν.
Χωρίς οδηγό λοιπόν και χωρίς να βλέπω κάποιου άλλου το παράδειγμα, όχι μόνον ποιες ακριβώς ήταν οι υποχρεώσεις μου ήξερα, αλλά ούτε και πως να ζήσω ήξερα αποδίδοντας τες.
Πάλευα μόνος μου με τον εαυτό μου δηλαδή, γιατί από την μια έβλεπα τις δυνατότητες που είχα σαν άνθρωπος και ήθελα να τις εκμεταλλευτώ όπως κάνουν όλοι και από την άλλη, δεν ήθελα να αθετήσω την συμφωνία που έκανα από μικρός με τον Θεό, όταν του ζητούσα να ζήσω την ζωή μου για την αρετή και μόνον.
Ζώντας λοιπόν μέσα σ’ αυτό το μπέρδεμα, δεν μπορούσα να βάλω σε καμιά τάξη και σειρά την ζωή μου, αφού από την μια έψαχνα να βρω ένα χώρο που να μου επιτρέπει να αποδώσω την συσσωρευμένη ενέργεια που διέθετα και ήθελα να την αξιοποιήσω και από την άλλη, ζητούσα από τον εαυτό μου να επιλέξει έναν τέτοιο χώρο εργασίας, στον οποίο να μπορεί να ευδοκιμήσει η αρετή πρωτίστως.
Αυτόν όμως πουθενά δεν τον έβρισκα και αυτή ήταν η αιτία που δεν μπορούσα να ησυχάσω αναζητώντας τέτοιον χώρο, τον οποίο βέβαια έψαχνα παντού και οπουδήποτε αλλού να βρω, αλλά μακριά και έξω από το μπακάλικο του πατέρα μου.
Και τότε που τυχαία πήγα να εργασθώ στον χώρο της ασφάλισης, επαγγελματική αποκατάσταση έψαχνα και νόμισα ότι θα μπορούσε αυτή να καλύψει τις ανησυχίες μου αλλά τίποτε, γιατί όπως αποδείχτηκε στην πορεία, ούτε εγώ είχα τα δεδομένα του ασφαλιστή, αλλά ούτε και οι ασφάλειες ήταν ο χώρος που έβαζα εγώ με το μυαλό μου.
Το κατάλαβε και ο εργοδότης μου αυτό άλλωστε, γιατί μετά από λίγο καιρό μου είπε ότι μάλλον δεν κάνω γι’ αυτήν την δουλειά και μ’ απέλυσε.
Ξεκρέμαστος και πάλι, βρέθηκα να είμαι ξανά στο μπακάλικο του πατέρα μου και να συνυπάρχω μαζί του σ’ εκείνον τον χώρο που ποτέ μου δεν ήθελα.
Ωστόσο, έμεινα εκεί και μαζί του έναν ολόκληρο χρόνο και σ’ αυτό το διάστημα έκανα πολλές προσπάθειες να αποδεχθώ το μπακάλικο μας ως τον χώρο της επαγγελματικής μου αποκατάστασης, αλλά δεν μπορούσα να το κάνω.
Χρειαζόταν βοήθεια βέβαια ο πατέρας μου, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να κρατήσει το μπακάλικο μόνος του και η μητέρα μου που ερχόταν από την άλλη άκρη της Θεσσαλονίκης προκειμένου να τον βοηθήσει κουραζόταν διπλά, γιατί μαζί με την συμμετοχή της στο μπακάλικο είχε να φροντίσει το σπίτι μας και όλους εμάς που ζούσαμε σ’ αυτό.
Έμενα λοιπόν στο μαγαζί γιατί συναισθηματικά δεν μπορούσα να τους αφήσω να παλεύουν μόνοι τους, ωστόσο όμως έψαχνα συνεχώς και παντού να βρω μια ευκαιρία να φύγω από εκεί.
Πάλευα με τον εαυτό μου όπως είπα, γιατί δεν ήθελα αυτό που είχα και δεν ήξερα τι να θέλω από αυτά που δεν είχα. Κι εγώ δύσκολα περνούσα δηλαδή και ζοριζόμουν πολύ όταν πίεζα τον εαυτό μου να μου δώσει μια απάντηση στο ερώτημα που του έθετα.
– Να φύγω από το μπακάλικο του πατέρα μου, αλλά που να πάω και τι δουλειά να κάνω;
Όπως πάντα όμως, απαντούσε αντί για μένα εκείνος που μπορούσε να το κάνει αυτό μέσα από μένα και αυτός μονίμως έλεγε το ίδιο. – Παππάς!
Όταν τον άκουγα να μου κάνει αυτήν την πρόταση πολύ θύμωνα και αυτό γιατί ήταν αδύνατον να δεχθώ αυτό το ενδεχόμενο σαν δουλειά και ύστερα καθόλου δεν το ήθελα.
Επιπλέον, αυτά που άκουγα να διαδίδονται από τους ανθρώπους για τον χώρο της εκκλησίας, δεν ήταν καθόλου κολακευτικά για τους παππάδες και μετά, δεν μπορούσα να σκεφτώ, το πως θα μπορούσα να το κάνω αυτό.
Θα πήγαινα δηλαδή σε μια εκκλησία και θα τους έλεγα να με κάνουν παπά; Μήπως πήγαινα και στην εκκλησία; Από Πάσχα σε Χριστούγεννα και αυτό πάλι, πολύ μου φαινόταν. Ήταν λόγος αυτός, ώστε να γίνω εγώ παπάς;
Με κούραζαν αυτές οι σκέψεις όπως καταλαβαίνετε και επειδή δεν έβρισκα λύση στο πρόβλημα της επαγγελματικής μου αποκατάστασης, τα έβαζα με το Θεό, γιατί μ’ όλες αυτές της παρεμβάσεις Του στην ζωή μου με μπέρδεψε τόσο, που δεν μπορούσα να βρω πουθενά ησυχία.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που προσπάθησα να Τον αρνηθώ εκείνο το διάστημα, προκειμένου να γλιτώσω από τις δεσμεύσεις που μόνος μου άλλωστε έβαλα στην ζωή μου.
Όσες προσπάθειες κι αν έκανα όμως να αρνηθώ Αυτόν και το περιβάλλον Του, ποτέ δεν τα κατάφερα, γιατί όλα όσα μου συνέβαιναν φώναζαν πολύ δυνατά μέσα μου την αλήθεια, τόσο της ύπαρξης Του όσο και της απέραντης ανοχής Του.
Όλοι μπορούν να πουν, έλεγα στον εαυτό μου, ότι δεν υπάρχει Θεός, εγώ όμως με τόσα που έζησα, δεν μπορώ να κρύψω την ύπαρξή Του όσο και αν το προσπαθώ.
Έχοντας τέτοιες σκέψεις στο μυαλό μου λοιπόν και αφού δεν είχα άλλη λύση, παρέμενα στο μπακάλικο του πατέρα μου με το σκεπτικό να βοηθήσω τουλάχιστον τους γονείς μου, μέχρι που να δω τι θα γίνει.
Εν τω μεταξύ και η μικρή μου αδελφή περνούσε πολύ δύσκολα την εφηβεία της, γι’ αυτό και είχαμε πολλές προστριβές στο σπίτι μας. Κανείς από μας δεν ήξερε πως να την αντιμετωπίσει και αυτό δυσκόλευε περισσότερο τα πράγματα.
Όσο εμείς ήμασταν μικροί, αγαπιόμασταν με το παραμικρό, όταν όμως μεγαλώσαμε, εύκολα μαλώναμε για το παραμικρό, γι’ αυτό και οι εντάσεις ήταν μεγάλες στο σπίτι μας και οι εγωισμοί υπερίσχυαν της λογικής.
Μεγαλώσαμε βλέπετε και όταν μεγαλώνει κανείς, το πρώτο που κάνει είναι να υπερασπίζεται με μανία τα δίκαια του, χωρίς να τον απασχολεί και τόσο, αν είναι ή δεν είναι αυτά όντως δίκαια.
Παρ’ όλα αυτά όμως, η ζωή μας κυλούσε ελεγχόμενα και αρμονικά μέσα στις δικαιολογημένες ή αδικαιολόγητες διαφωνίες μας και έτσι ζώντας, αντιμετωπίζαμε την δύσκολη ζωή μας.
Μαζί μ’ όλα αυτά, ξέκοψα εκείνο το διάστημα και από τους παλιούς μου φίλους, όπως και από τις παρέες που είχα πριν πάω στρατιώτης, αφού όλοι μας πλέον είχαμε διαφορετικές υποχρεώσεις και αυτές; Εμπόδιζαν αρκετά πλέον την περαιτέρω συναναστροφή μας.
Ωστόσο, έμειναν μερικοί απ’ αυτούς κοντά μου, τους οποίους είχαμε από συνήθεια οικότροφους στο σπίτι μας. Μαζί μ’ αυτούς, έμειναν για πάντα φίλοι, ένας από την γειτονιά μου και μερικοί ακόμη συμμαθητές μου απ’ το δημοτικό, οι οποίοι ήταν φοιτητές τότε.
Ήταν όλοι τους διαθέσιμοι όμως, γι’ αυτό και συμμετείχαν σε όλες μας τις εκδηλώσεις. Τα βράδια όπως και παλιά, περνούσαμε πολύ καλά όταν όλοι μαζί περιμέναμε να επιστρέψει ο πατέρας μου από το μαγαζί του, για να καθίσουμε όπως πάντα μαζί στο τραπέζι.
Μετά από το βραδινό μας φαγητό, στρωνόταν όλοι γύρω του και καθισμένοι στις καρέκλες και στις πολυθρόνες του σαλονιού μας, παρακολουθούσαν με αγωνία το καθιερωμένο τάβλι που έπαιζε αυτός, έχοντας αντίπαλο πότε τον έναν και πότε τον άλλον κολλητό μου φίλο.
Ήταν η αδυναμία τους όχι μόνον το τάβλι, αλλά και οι καθημερινοί τους καβγάδες, για το ποιος θα πάρει την ρεβάνς της νίκης από τον πατέρα μου, ο οποίος τους κέρδιζε συνεχώς, γι’ αυτό και θεωρούσε τον εαυτό του καθηγητή.
Εγώ δε, ποτέ δεν συμμετείχα σ’ αυτές τις ”ταβλικές εκδηλώσεις”, γιατί δεν μου άρεσε αυτή η εξάρτιση, γι’ αυτό ή έφευγα από την παρέα τους για άλλου είδους διασκέδαση, διαφορετικά, έβλεπα στον ίδιο χώρο μόνος τηλεόραση. Ήταν της μόδας τότε αυτή, αν και είχε όλο και όλο τρία κανάλια μόνο και αυτά πάλι, έδειχναν άχρωμα τις ταινίες.
Μιχάλης Αλταλίκης