Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, δεν κατάλαβα πότε ήρθαν και πότε πέρασαν τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς, όπως και πότε ήρθαν οι Απόκριες που ακολούθησαν μετά την πρωτοχρονιά του 1973.
Ούτε και το πότε βρεθήκαμε τόσο γρήγορα στην Μεγάλη Εβδομάδα μπόρεσα να εξηγήσω στον εαυτό μου και ο λόγος που μου έκανε να χάσω όλες εκείνες τις πολλές μέρες που μεσολάβησαν, δεν ήταν άλλος από τον επίσης μεγάλο φόρτο εργασιών που είχα να διεκπεραιώσω μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.
΄Έχοντας λοιπόν τον νου μου προσηλωμένο στις δραστηριότητες έπρεπε να οργανώσω από την αρχή, μέσα σ’ εκείνον τον αφιλόξενο χώρο όπως σας τον περιέγραψα, δεν μου περίσσευε καθόλου χρόνος να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο βρισκόταν εκτός του εργασιακού μου ενδιαφέροντος.
Τα χέρια μου μόνον μου θύμιζαν ότι βρισκόμουν στον χειμώνα κι αυτό πάλι, γιατί επανήρθε το πρόβλημα που είχα με τις χιονίστρες στα πόδια και στα χέρια μου. Είχαν πρηστεί ξανά τα δάχτυλά μου και σκίστηκαν όπως παλιά, γι’ αυτό και έτρεχαν συνεχώς αίματα.
Το ότι βρισκόμουν στο ύπαιθρο όλη την ημέρα και το ότι δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με τις χιονίστρες μου, αυτό επιδείνωσε την κατάστασή τους. Το μόνο βοήθημα που μπορούσα να προσφέρω στα πληγωμένα μου δάκτυλά, ήταν το να τα βρέχω με λεμόνι αφού είχα μπόλικα από αυτά εκεί κι αυτό πάλι, γιατί τα λεμόνια κρατούσαν κάπως μαλακό το δέρμα τους, αν εξαιρέσω βέβαια το τσούξιμο που με προκαλούσαν, όταν έμπαινε ο χυμός τους στις χαραμάδες των πληγών μου.
Κατά τα άλλα, είχα οριστικοποιήσει πλέον ένα αρκετά μεγάλο εισόδημα για μένα ανά μήνα, το οποίο και διέθετα ολόκληρο στον πατέρα μου, προκειμένου να ενισχύσει αυτός οικονομικά τις μικρές του εμπορικές δραστηριότητες, αλλά και για να καλύψει με αυτά και τις ανάγκες του οικογενειακού μας περιβάλλοντος.
Αφότου έβαλα όμως σε σειρά όλες τις δουλειές μου στον Σταθμό και τοποθέτησα τον Γιώργο πλέον να μετρά με το χάρισμα του αντί για μένα ότι έβαζα εγώ μέσα στα βαγόνια, εξοικονόμησα και αρκετό χρόνο από την καθημερινή μου απασχόληση, με αποτέλεσμα να ξεκουράζομε έστω και για λίγο όταν ξάπλωνα τα μεσημέρια στο σπίτι μετά το φαγητό, γιατί και αυτό πλέον μπορούσα να κάνω εκ του περισσεύματος του χρόνου που απέκτησα.
Ξεκουραζόμουν κάπως βέβαια, αλλά οι ευθύνες που με περιστοίχιζαν, δεν περιόριζαν αυτοβούλως το άγχος που μου μετέφεραν, γι’ αυτό και με προκαλούσαν τέτοια και ανάλογη αναστάτωση στο πεπτικό μου σύστημα, που ως αποτέλεσμα αυτό, επηρέαζε αρκετά επώδυνα την ακατάστατη δυσκοιλιότητα μου, αυτήν που από μικρό παιδί με συνόδευε αλλά και με βασάνιζε.
Το στομάχι μου μ’ ενοχλούσε πολλές ώρες την ημέρα τότε και επειδή δεν είχα χρόνο να επισκεφτώ κάποιον γιατρό γι’ αυτό το θέμα, δοκίμαζα κι εγώ ένα σωρό γιατροσόφια, όπως έκαναν άλλωστε και πολλοί άλλοι από τον περίγυρο μου, αν και χωρίς αποτέλεσμα βέβαια.
Παριστάνοντας τον γιατρό λοιπόν, όλα αυτά τα προβλήματα υγείας που συνόδευαν την ζωή μου, τα απέδιδα στο άγχος που είχα, δεδομένου ότι για έναν ολόκληρο χρόνο τότε δούλευα με εξοντωτικούς ρυθμούς, χωρίς καμιά προϋπόθεση υγιεινής, σε άγνωστους και αφιλόξενους χώρους, με άγνωστα για μένα αντικείμενα, χωρίς να μπορώ να φέρω αντίρρηση στον εαυτό μου που με ήθελε όπως πάντα υπεύθυνο για όλους και όλα και με στόχο, το να φέρω καλό αποτέλεσμα και εκεί ακόμη που δεν υπήρχαν καθόλου ευνοϊκές προϋποθέσεις.
Ωστόσο, όταν τελικά βρέθηκε από τα ανέλπιστα και για μένα ελεύθερος χρόνος, δεν τον άφησα να περάσει ανεκμετάλλευτος. Έσπευσα αμέσως να επανασυνδεθώ και πάλι με τους φίλους και την παρέα μου, τους οποίους λόγω των αναγκών μου δεν μπορούσα να συναναστρέφομαι.
Μου έλειψε η συντροφιά τους, γι’ αυτό και πάλι άρχισα να βγαίνω μαζί τους για καφέ τα απογεύματα, όπως και πάλι άρχισα να κάνω μαζί τους τις γνωστές για νέα παιδιά μεταμεσονύκτιες διασκεδάσεις.
Επέτρεπα στον εαυτό μου να κάνει κάτι τέτοιο εν μέσω τόσων πολλών εργασιακών υποχρεώσεων, αφού το μόνο που είχα να κάνω κατά την διάρκεια των απογευματινών και βραδινών ωρών, ήταν μόνον το να παρακολουθώ την έκβαση των φορτώσεων, δεδομένου ότι τον χρονοβόρο τελικό έλεγχο μετρήσεων τον είχε αναλάβει προσωπικά ο χαρισματικός Γιώργος.
Από την στιγμή όμως που δέχτηκα εγώ την συμμετοχή του Γιώργου στις δικές μου υποχρεώσεις ως δώρο από τον Θεό για μένα, επωφελήθηκα από αυτό το δώρο, γι’ αυτό και το απολάμβανα ως νεαρός.
Στο μεσοδιάστημα βέβαια, από όπου και αν βρισκόμουν και όπου αν ήμουν απασχολημένος, έπαιρνα κατά τακτά διαστήματα ΤΑΧΙ και με αυτό πήγαινα στον σταθμό, προκειμένου να ρίξω μια ματιά για το πώς εξελισσόταν το πρόγραμμα των φορτώσεων μου, αυτών που ανέθετα όχι στους εργάτες να κάνουν αντί για μένα, αλλά στους συνεργάτες μου όπως έπρεπε πλέον να τους αποκαλώ.
Αυτούς δε; Ποτέ δεν τους άφηνα μόνους και αβοήθητους, αφού ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εκδηλωθεί μια εμπλοκή σε κάποια από την φορτώσεις μου και αυτός ήταν ο λόγος που πήγαινα να δω τι γινόταν στον σταθμό. Αν όλα ήταν καλά και σύμφωνα με το πρόγραμμα που τους άφηνα, πάλι επέστρεφα εγώ στον χώρο της διασκέδασης μου.
Αφού κατανοούσαν οι συνεργάτες μου, της δικές μου νεανικές ανάγκες και ευχαρίστως κάλυπταν και μάλιστα επάξια την παρουσία μου όπου και αν αυτή τους χρειαζόταν, ήταν ποτέ δυνατόν να τους άφηνα εγώ μόνους;
Με την συμπεριφορά μου βέβαια, συνεχώς τους το αποδείκνυα αυτό, γιατί πολλές φορές την ημέρα επαναλάμβανα την επιστροφή μου στον σταθμό, αφού βεβαίως και ήθελα να βρίσκομαι πανταχού παρόν και τα πάντα πληρών ως υπεύθυνα εργαζόμενος και καθόλου δεν στεναχωρούσα την παρέα μου, όταν τους άφηνα για λίγη ώρα μόνους, μέχρι και πάλι να επιστρέψω κοντά τους.
Από τον τελικό έλεγχο των εργασιών μου όμως ποτέ δεν έλειπα, αφού χωρίς εμένα αυτός δεν θα μπορούσε να γίνει, έστω κι αν αναγκαζόμουν να τον κάνω τις μεταμεσονύκτιες ώρες, λόγο των πολλών φορτώσεων.
Για την διευκόλυνση δε της μεταξύ μας σχέσεως, έκανα για στέκι μου μια καφετέρια που είχε την έδρα της κοντά στον λευκό πύργο κι εκεί με έβρισκε όποιος ήθελε να με συναντήσει, ή να πληροφορηθεί οτιδήποτε αφορούσε τα θέματα των φορτώσεων που επιστατούσα.
Ο έμπειρος εργολάβος των εργατών, ήξερε ανά πάσα στιγμή το που βρίσκομαι, όπως κι εγώ φρόντιζα ώστε να ενημερώνω το άτυπο γραφείο μου, το περίπτερο του Σταθμού δηλαδή, για το που βρίσκομαι και σε πιο τηλέφωνο μπορούσε κανείς να με βρει, όταν κάποιος σοβαρός ή μη λόγος το απαιτούσε, αφού όπως είπαμε δεν υπήρχαν τότε κινητά τηλέφωνα.
Ρολόι λοιπόν πήγαιναν όλα και τίποτε δεν τάραζε τις συνήθειες μας, όπως και κανένας λόγος δεν μας ανάγκασε να απολογηθούμε για κάποιο λάθος, είτε μικρό, είτε μεγάλο θα μπορούσε να μας προκύψει.
Μιχάλης Αλταλίκης