Πλησιάζαμε στην πρωτομαγιά όμως και θέλοντας να κάνω τους γονείς μου όπως και τους γονείς των φίλων μου να χαρούν μαζί μας, πρότεινα στους κολλητούς μου να τους πάρουμε και να πάμε κάπου όλοι μαζί να ψήσουμε το αρνί μας, συμμετέχοντας κι εμείς στο κοινό έθιμο.
Δέχτηκαν και οι γονείς μας την πρόταση μου, γι’ αυτό και μαζευτήκαμε όλοι το πρωί της πρωτομαγιάς σε μια καφετέρια, καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι δηλαδή, από όπου και πήραμε το λεωφορείο κατευθυνόμενοι προς το δάσος του Πανοράματος.
Τους είπα εγώ βέβαια ότι δεν έπρεπε πάρουν μαζί τους τίποτε άλλο για φαγητό, αφού όπως και τους το εξήγησα, το αρνί που κράτησα για όλους μας ήταν τόσα κιλά, όσοι ήμασταν κι εμείς.
– Αν πάρουμε μαζί μας άλλα πράγματα, τους τόνισα, θα μας μείνει το ψητό απείραχτο.
Ναι, ναι μου είπαν αυτοί, αλλά από συνήθεια πήραν ένα σωρό πράγματα μαζί τους και άδικα εγώ μαζί με έναν από τους φίλους μου έψηνα εκείνο το μεγάλο αρνί.
Όση ώρα το ψήναμε εμείς, αυτοί έτρωγαν και έπιναν ασυναίσθητα, από τα πάμπολα μεζεδάκια που έφεραν τελικά από συνήθεια μαζί τους.
Όταν πια ψήθηκε το αρνάκι και ήταν διαθέσιμο προς βρώσιν, κανείς από όσους ήταν εκεί δεν ήθελε να φάει, αλλά ούτε και να το δοκιμάσει. Κάθισα τότε κι εγώ μαζί με τον δεύτερο ψητά και το τρώγαμε μόνοι μας, με την συνοδεία της απαραίτητης μπίρας.
Δεν προλάβαμε να το φάμε όλο όμως, γιατί έπιασε ξαφνικά πολύ δυνατή βροχή και όπως ήταν επόμενο, μαζέψαμε στα γρήγορα τα σύνεργα μας και φύγαμε από εκεί τρέχοντας σχεδόν.
Δεν είχαμε αυτοκίνητα στην διάθεση μας όπως είπα, γι’ αυτό και συμφωνήσαμε ώστε να κατεβούμε μεν από το Πανόραμα με το αστικό στο κέντρο της πόλης, αλλά και να συνεχίσουμε το γλέντι μας στο σπίτι του φίλου που ήταν το πλησιέστερα ευρισκόμενο.
Έστω και με τα χίλια ζόρια, κατεβήκαμε με τα πόδια τελικά εμείς οι νεαροί από το Πανόραμα στο κέντρο της πόλης, αφού από τον πολύ συνωστισμό στα λεωφορεία, δεν μπορούσαμε να μπούνε ούτε όρθιοι σ΄ αυτά. Τους γονείς μας όμως τους τακτοποιήσαμε, γι’ αυτό και κατέβηκαν οδικώς στον προορισμό τους.
Επιστρέφοντας εμείς, τους βρήκαμε στα κέφια, αφού έστησαν το τραπέζι τους και τραγουδούσαν όλοι μαζί ευχαριστημένοι από την αγάπη που τους δείξαμε.
Λίγο γιατί έφαγα πολύ όμως εγώ, λίγο γιατί ήπια πολύ μπίρα, λίγο γιατί τραντάχτηκε το στομάχι μου από το περπάτημα, άρχισε αυτό να με ενοχλεί πολύ.
Δεν ήθελα να χαλάσω την χαρούμενη παρέα τους, γι’ αυτό και κάθισα κοντά τους συνεχίζοντας το φαγοπότι, με αποτέλεσμα να πιώ και να φάω χωρίς λόγο πάρα πολύ.
Αφού έφαγα το μισό αρνί και ήπια μια κάσα μπίρες, έπεσα ξερός στο πάτωμα, γι’ αυτό και με πήγαν σηκωτό στο ταξί, όπως και σηκωτό με ανέβασαν στο σπίτι μας και έτσι με τοποθέτησαν στο κρεβάτι μου.
Μην αντέχοντας τους ισχυρούς πόνους που με προκαλούσε το στομάχι μου την επόμενη μέρα, με την προτροπή και συνοδεία των φίλων μου, κατέληξα ώστε να επισκεφτώ τελικά έναν γιατρό.
Αφού μου έδωσε αυτός να πιώ ένα υγρό σαν τον στουπέτσι, έσκυψε πίσω από ένα παραβάν και έβλεπε το στομάχι μου στις ακτίνες, ενώ ρωτούσε να του πω τι έφαγα.
Για να μην επηρεάσω την γνωμάτευση του, του έλεγα σεμνά, ότι εχθές έφαγα λίγο αρνάκι. Οι φίλοι μου όμως, φώναζαν από έξω.
– Ένα αρνί έφαγε γιατρέ, όχι λίγο.
– Κατάλαβα είπε ο γιατρός, αλλά άσχετα με αυτό, το τρύπησες το στομάχι σου αγαπητέ.
Μου έδωσε στην συνέχεια μια συνταγή για φάρμακα και αμέσως μετά ζήτησε να την ακολουθήσω αυτήν για ένα ολόκληρο χρόνο. Μαζί με αυτά μου έδωσε και μια ειδική δίαιτα να ακολουθήσω κι όπως το έβλεπα αυτό, μου απαγόρευε πολλά από τα φαγητά που μου άρεσαν. Πιο πολύ όμως με στοίχησαν δύο ακόμη απαγορεύσεις που με πρόσθεσε και αυτές πήγαιναν μαζί τότε.
– Το τσιγάρο και ο καφές κομμένα από τώρα και στο επόμενο τρίμηνο θέλω να σε ξαναδώ.
Δεν έτρωγα καλά εκείνο το χρονικό διάστημα όπως είπα, αλλά και οι πολλές ώρες απασχόλησης μου στον σταθμό, με ανάγκαζαν να πίνω πολλούς καφέδες την ημέρα, αν και αυτό το έκανα περισσότερο για να καθίσω λίγο και να ξεκουραστώ από το πολύ τροχάδην.
Το τσιγάρο; Δεν το είχα και τόσο ανάγκη, γιατί ποτέ μου δεν κατάπινα τον καπνό του. Το κάπνιζα όμως έστω κι έτσι για να μη φαίνομαι παράταιρος με όλους τους άλλους που κάπνιζαν στον σταθμό, όπως έκαναν και οι φίλοι μου άλλωστε στην καφετέρια.
Αγόραζα βέβαια τέσσερα πακέτα τσιγάρα την ημέρα τότε, αλλά όλα αυτά ή και τα πιο πολλά από αυτά τα μοίραζα σε όσους ήταν όντως καπνιστές. Με το πρόβλημα που έβγαλα όμως, έπρεπε κι αυτά να κόψω και τους καφέδες να κόψω και αντί αυτών να πίνω γάλα αν ήθελα κάτι να πιώ.
Αυτό κι έκανα λοιπόν, γι’ αυτό και στην καφετέρια μου έκαναν πολλές καζούρες οι φίλοι μου όταν έμαθαν τι έπαθα. Κράτησα όμως την δίαιτα για όσο καιρό μου το ζήτησε ο γιατρός κι έτσι μου πέρασαν οι πόνοι, πλην όμως μου έμεινε το πρόβλημα στο στομάχι έως ότου αναγκάστηκα πλέον να το εγχειρίσω μετά από είκοσι χρόνια βέβαια.
Μιχάλης Αλταλίκης