Αφότου λοιπόν έβαλα κάποια τάξη και σειρά στην εργασιακή μου ζωή, τοποθετώντας τον χαρισματικό Γιώργο ανάμεσα σε μένα και στις δικές μου υποχρεώσεις, χαλάρωσα κάπως θα έλεγα.
Μειώνοντας όμως τον χρόνο ενασχόλησης μου, όχι μόνον χαλάρωσα από το να τρέχω συνεχώς πίσω από τις φορτώσεις μου, αλλά και να ψάχνω άρχισα, για το τι άλλο θα μπορούσα να κάνω μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα της ημερήσιας απασχόλησης μου και αυτό να είναι τέτοιο μάλιστα που να μου αρέσει πρωτίστως, αλλά και για χόμπι μου ήθελα να το έχω.
Μετά από την ανάπαυλα της πρωτομαγιάς λοιπόν και αφού μπήκαμε πια προς το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, αρχίσαμε να κάνουμε μαζί με τα υπόλοιπα και εξαγωγές ηλεκτρονικού υλικού από τον σιδηροδρομικό σταθμό.
Αναλαμβάνοντας όμως και αυτή την υποχρέωση, ήταν επόμενο ότι θα ερχόμουν κάποια στιγμή σε επαφή και με τους ανθρώπους της εταιρείας που επιχειρούσαν εκείνη την εξαγωγή, επιδιώκοντας την εποικοδομητική μεταξύ μας συνεργασία, για τον κοινό μας σκοπό.
Εξαιτίας αυτής της επαφής λοιπόν, γνωρίστηκα μαζί με τους υπόλοιπους και με ένα ζευγάρι νεαρών ανθρώπων, τους οποίους και έκανα όχι μόνον μέλη της παρέας μου ως συνομήλικος τους, αλλά και φίλους των φίλων μου.
Από αυτούς όμως και από τον δικό τους επαγγελματικό κύκλο γνωριμιών, γνωρίστηκα και με έναν ηλικιωμένο κύριο, ο οποίος καταγόταν μεν από την Αθήνα, αλλά εδώ στην Θεσσαλονίκη διοργάνωνε μικρές εκθέσεις σε επαγγελματικούς χώρους, με θέμα το ηλεκτρολογικό υλικό που αυτός ήθελε να προωθήσει.
Ήταν έμπειρος άνθρωπος αυτός και από την μεταξύ μας καθημερινή σχεδόν συναναστροφή, προέκυπτε το να μαθαίνω εγώ πολλά πράγματα και γύρο από την δική του δουλειά, έστω και αν αυτή δεν ήταν μέσα στην σφαίρα του άμεσου ενδιαφέροντος μου.
Παρατηρώντας τις κινήσεις του όμως, μου δόθηκε το έναυσμα να τον παρακολουθώ επισταμένως και από πολύ κοντά μάλιστα, επιδιώκοντας να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτό που έκανε και αν αυτό ήταν κάτι που θα μπορούσε να ενδιαφέρει κι εμένα ως έργο στο εγγύς μέλλων.
Με αφορμή λοιπόν την καθημερινή μας συναναστροφή, ήταν επόμενο ότι θα τον έβαζα κι αυτόν κάποια στιγμή στην παρέα μας, γι’ αυτό και όπως ήταν αναμενόμενο, μας ακολουθούσε όταν έγινε μόνιμο μέλος της, όπου βέβαια ήταν δυνατόν να βρίσκεται κι αυτός μαζί μας, αφού τα εβδομήντα και βάλε χρόνια του, δεν του επέτρεπαν και πολλά περιθώρια συμμετοχής στις δικές μας νεανικές εξόδους.
Ωστόσο; Κάναμε καλή παρέα μαζί του κι όπως συνήθιζα να το κάνω αυτό από πολύ μικρός εγώ, να συναναστρέφομαι δηλαδή και με πολύ μεγαλύτερους στην ηλικία από εμένα ανθρώπους, τον κρατούσα στην παρέα μας αλλά και αναζητούσα την συντροφιά του, δεδομένου ότι είχα να σπουδάσω πολλά και από την δική του ζωή όπως το εκτιμούσα.
Μου άρεσε σαν αντικείμενο εργασίας αυτό που αυτός έκανε, γι’ αυτό και άρχισα πάλι να βλέπω έξω από το επαγγελματικό παράθυρο που προς στιγμήν ανοιγόταν μπροστά μου, αφού αυτό που ακολουθούσα εγώ ως εργαζόμενος, ήταν ότι πρόχειρα βρήκα να κάνω μπροστά μου και όχι αυτό που ενδεχομένως θα ήθελα να ακολουθήσω.
Ως εκ τούτου λοιπόν, αν έβρισκα κάπου αλλού και σε έναν άλλον χώρο το επαγγελματικό ενδιαφέρον που έψαχνα, καθόλου δεν θα δίσταζα να το ακολουθήσω, όποιο και αν ήταν αυτό, αρκεί βέβαια να μου άρεσε, αλλά και να ήταν μέσα στα φυσιολογικά όρια που εγώ τοποθετούσα στον εαυτό μου ως νομίμως εργαζόμενος.
Συγκρινόμενος ωστόσο μ’ εκείνον τον έμπειρο άνθρωπο, έβλεπα ότι είχα να μάθω πολλά ακόμη ως επαγγελματίας εργαζόμενος, γι’ αυτό και τον είχα από πολύ κοντά, μήπως και διακρίνω να βγαίνει κάτι χρήσιμο για μένα, μέσα από την μεταξύ μας συναναστροφή.
Στην καφετέρια που σύχναζα όμως, την οποία χρησιμοποιούσα ως στέκι για τους φίλους μου όπως είπα, αλλά και για τις επαγγελματικές μου ενασχολήσεις, έκανα εκ των πραγμάτων παρέα και με πολλούς άλλους νέους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί για τους δικούς τους λόγους.
Αυτό ως αποτέλεσμα, συνετέλεσε ώστε να επεκτείνω εγώ κατά πολύ τον ήδη μεγάλο αριθμό των εν ενεργεία φίλων μου, με τους οποίους και όντως περνούσαμε πολύ καλά τις ελεύθερες μας ώρες.
Πέρασαν και άλλοι από την συγκεκριμένη καφετέρια, αλλά κατά γενική ομολογία, τόσο των θαμώνων, όσο και των εργαζομένων σ’ αυτήν ανθρώπων, η δική μου παρέα άφησε ανεξίτηλη την μνήμη της εκεί, για το άψογο της συμπεριφοράς της, για την πληθώρα των μελών της, αλλά και για την ευχάριστη παραμονή της στον χώρο τους.
Δεν σας κρύβω δε, ότι στα μέσα εκείνου του καλοκαιριού, δεν αφήναμε να περάσει από μπροστά μας απαρατήρητο κανένα από τα κορίτσια που ερχόταν εκεί για καφέ μόνα τους ή με παρέα και δεν το κάναμε αυτό τυχαία και όπως, όπως.
Επιχειρούσαμε να τις κάνουμε όλες αν ήταν δυνατόν μέλη της παρέας μας και αυτό; Ομολογουμένως το είχαμε για χόμπι μας. Πολλές μπήκαν στην παρέα μας και από αυτές πάλι, αρκετές βρήκαν τον άνθρωπό τους ανάμεσα στους φίλους μου, όπως και πολλές πέρασαν κι έφυγαν από εκεί αρκετά προβληματισμένες, γιατί δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν όταν βρέθηκαν απροετοίμαστες, ανάμεσα σε νεαρούς που το διασκέδαζαν με τον τρόπο τους, αλλά και με την άνεση τους.
Όσες σταθεροποιήθηκαν όμως κοντά μας, έμεναν μαζί μας γιατί και αυτές περνούσαν πολύ καλά και ευχάριστα ανάμεσα μας ως μόνιμα μέλη της παρέας μας και κανείς από εμάς δεν σκεφτόταν να τις ενοχλήσει.
Και τότε μάλιστα που ήταν στην μόδα οι ντισκοτέκ της εποχής μας, παίρναμε όλα τα κορίτσια της παρέας μας αγκαζέ και μαζί τους τις επισκεπτόμασταν πολύ συχνά τα βράδια, πράγμα που κάναμε ως συνήθως μετά και από τον βραδινό μας καφέ, τόσο τα Σαββατοκύριακα όσο και τις καθημερινές.
Παιδιά ήμασταν εμείς και όπως ήταν φυσικό αυτό για μας, περνούσαμε όντως καλά, γιατί τα προβλήματα που μας απασχολούσαν τότε δεν ήταν άλλα, απ’ αυτά που η ηλικία μας μπορούσε να μας δικαιολογήσει.
Όσον αφορά εμένα πάντως, εκείνο το διάστημα εγώ είχα κλείσει πια τα 23 μου χρόνια και βάδιζα προς τα 24, δεδομένου ότι ήμουν γεννημένος στις αρχές του Απριλίου.
Ως εκ τούτου λοιπόν, δεν είχα καμιά διάθεση να κάνω σοβαρές σκέψεις για παντρολογήματα. Άλλωστε, είχα πάρει από πολύ φόβο τις γυναίκες και δεν ήθελα να παντρευτώ, αφού όπως και το έβλεπα αυτό να γίνεται στον περίγυρο μου, οι περισσότερες από αυτές έβγαζαν μετά από το γάμο τους πολλά προβλήματα.
Όσο θυμόμουν δηλαδή εκείνη την, μικροσκοπική και δείγμα από γυναίκα, σύζυγο του κουταλιανού της γειτονιάς μας, για την οποία αναφέρθηκα στα προηγούμενα και η οποία χρησιμοποιούσε όπως πολύ το φοβόμουν αυτό τότε κάποια κόλπα, μέσω των οποίων έκανε εκείνο το θηρίο τον άντρα της να την φοβάται τόσο πολύ, που έτρεμε μπροστά της.
Ήταν λοιπόν δυνατόν να τολμήσω εγώ να βρεθώ παντρεμένος με ένα τέτοιο πλάσμα, την στιγμή που την φοβόταν αυτός που για ψύλλου πήδημα έδερνε τους πάντες όταν τους συναντούσε στον δρόμο του;
Όταν πάλι θυμόμουν εκείνη την ναζιάρα γυναίκα του συνεταίρου μας, που ξόδευε τόσα πολλά χρήματα και δεν ήξερε ο άντρας της που τα διέθετε, όπως κι εκείνη την ρουφήχτρα κόρη του αφεντικού μου, που στην κυριολεξία καταβρόχθιζε τόσα πολλά χρήματα σε άγνωστους χώρους, ήταν ποτέ δυνατόν να παντρευόμουν κάτι παρόμοιο και να τραβάω κι εγώ σαν τον άντρα της μετά τα μαλλιά μου;
Αυτός ο φόβος λοιπόν, με ανάγκαζε να κρατώ αποστάσεις από αυτό το θέμα, αλλά όλο και έψαχνα διεξοδικά όποια κι αν είχα κοντά μου, αν θα μπορούσα για κάποιους λόγους να την εμπιστευτώ.
Δεν τις έψαχνα για να διαλέξω κάποια από αυτές για γυναίκα μου, αφού αυτό όπως είπα το απέκλεια από τον εαυτό μου, αλλά έτσι από συνήθεια το έκανα, για να ξέρω με ποια έκανα παρέα.
Είχαμε τρεις φίλους στην παρέα μας, οι οποίοι ήταν ήδη παντρεμένοι από παλιά και είχαν παιδιά. Είχαμε και άλλους τόσους, που παντρεύτηκαν εκείνο το διάστημα κάποια από τα κορίτσια της παρέας μας, με τα οποία έτυχε να γνωρίζονται πριν βρεθούν αυτές ανάμεσα μας.
Οι κοπέλες αυτές φερόταν φυσιολογικά. Έκαναν καλή παρέα και οι φίλοι μου ήταν ευχαριστημένοι μαζί τους. Εγώ βέβαια δεν έψαχνα να βρω κάτι το ιδιαίτερο στην εκάστοτε συντροφιά μου, αν σκεφτεί κανείς ότι θα μου αρκούσε να έχω μια συμβατική κοπέλα δίπλα μου ως σύζυγο.
Απλά όμως, ήθελα να είναι αποφασισμένη, ώστε να αντιμετωπίσει την ζωή μας όπως και αν μας παρουσιαζόταν. Αυτό το δυναμικό εν ολίγοις ήθελα να βλέπω στην μέλλουσα γυναίκα μου και αυτός κυρίως ήταν ο λόγος που με έκανε να είμαι τόσο επιφυλακτικός μαζί τους σκεπτόμενος τον γάμο.
Είδα να γίνονται πολλές παράδοξες συμπεριφορές ανάμεσα στα ζευγάρια κι αντιμετώπισα άλλες τόσες συναναστρεφόμενος με τους ανθρώπους κι επειδή εγώ ήμουν σίγουρος για την δική μου ελεγχόμενη συμπεριφορά, έκρινα λογικό το να θέλω να εξασφαλίσω και κάτι ανάλογο για μένα από την κοπέλα που πιθανόν θα έκανα σύζυγό μου.
Ήμουν δε τόσο ψαγμένος για το θέμα του έγγαμου βίου, που ήταν βέβαιο πια ότι θα μπορούσα να καλύψω, όχι μόνον αυτά που θα μου αναλογούσαν, αλλά και το ογδόντα τοις εκατό απ’ αυτά που λογικά θα έπρεπε να αναλογούν στην μέλλουσα γυναίκα μου.
Μπορούσα να το κάνω αυτό, γιατί από μικρός ήμουν πεπεισμένος περί αυτού, ότι έτσι αρμόζει στον άντρα να κάνει, ώστε να διευκολύνει την ζωή της γυναίκας του, όσο κι όπου αυτή δεν θα μπορούσε για κάποιους λογικούς λόγους να σηκώσει τις δικές της υποχρεώσεις, αυτές που θα αφορούσαν την κοινή μας πια ζωή.
Για κανένα λόγο όμως δεν ήθελα να βρεθώ εγώ θύμα κάποιας γυναίκας, που θα είχε για σκοπό της ζωής της το να ζει μόνον για τον εαυτό της, κούφια, ανόητα και προπαντός απροσδιόριστα.
Με βάση αυτόν τον γνώμονα ήθελα να σκέφτομαι το γάμο κι επειδή δεν έβλεπα να υπάρχει σε καμιά από όσες γνώριζα μια τέτοια διάθεση, του να θέλει να ζει δηλαδή προσφερόμενη όπως κι εγώ, περιόριζα τις σχέσεις μου στα πρόχειρα πράγματα και μόνον σ’ αυτά.
Είχα και τον ηλικιωμένο φίλο μου, που με σεκοντάριζε πάνω σ’ αυτό το θέμα λέγοντας.
– Καλά είσαι έτσι και μη σκέφτεσαι τις παντρειές. Έχεις ακόμη χρόνια μπροστά σου γι’ αυτό τον σκοπό.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, δεν με απασχολούσε σχεδόν καθόλου το θέμα. Οι φίλοι μου όμως είχαν διάθεση και ήθελαν να παντρευτούν, γι’ αυτό και έψαχναν να βρουν σύντροφο στην ζωή τους.
Όταν λοιπόν ερχόταν καμιά κοπέλα στην παρέα μας και με τον χαρακτήρα της υποσχόταν ότι είναι σε θέση να παλέψει για την ζωή της, τότε εγώ τους πίεζα να προχωρήσουν.
– Καλή είναι ρε, πάρ’ την.
Καλοκαίρι όμως ήταν όπως είπα και στον σταθμό δεν είχαμε να κάνουμε πολλές φορτώσεις καλοκαιριάτικα, γι’ αυτό και τίποτε δεν με υποχρέωνε να κάθομαι στον σταθμό όπως τους προηγούμενους μήνες μέχρι τα άγρια χαράματα.
Τελειώναμε σχεδόν νωρίς το απόγευμα και αν δεν είχα να τρέχω πίσω από προβλήματα, είχα να παραδώσω μόνον τις φορτωτικές των βαγονιών. Αφού έκανα τις υποχρεώσεις μου λοιπόν στον σταθμό και έβλεπα ότι είχα περίσσευμα χρόνου, πήγαινα και έπινα ύστερα τον καφέ μου στο μπαλκόνι της γνωστής καφετέριας, με όση άνεση το μπορούσα.
Μιχάλης Αλταλίκης