Καθώς είχε υποχρέωση να κάνει ο σταβλάρχης, ενημέρωσε το επόμενο πρωινό τα γραφεία μας, ότι ανάμεσα στα διακόσια μοσχάρια που ήρθαν με τον πρόσφατο συρμό στους στάβλους του, βρέθηκε ένα πολύ βαριά τραυματισμένο.
Πρέπει να θανατωθεί τους είπε, γιατί όχι μόνον υποφέρει από φρικτούς πόνους το ζώο, αλλά και λόγο του σοβαρού του τραυματισμού, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει τα υπόλοιπα στην επανεξαγωγή τους.
Να μεριμνήσετε τους είπε, για την έκδοση των απαραίτητων όσο και ειδικών Τελωνιακών εγγράφων, μέσω των οποίων θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η νόμιμη τελωνειακή απουσία του, από τα υπόλοιπα ζώα εκείνης της επανεξαγωγής.
Το να θανατωθεί ένα ζώο, λόγω του σοβαρού τραυματισμού που φέρει όπου κι αν αυτό βρίσκεται, ίσως να είναι κάτι απλό. Όταν όμως ένα ζώο βρίσκεται μέσα σε Τελωνειακό χώρο, η θανάτωση του δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση.
Επειδή λοιπόν το συγκεκριμένο ζώο ήταν προϊόν υπό Τελωνειακού καθεστώτος, κανείς δεν ήταν δυνατόν να το καταστρέψει αυτοβούλως, αν δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί πρωτίστως και εγγράφως μάλιστα, ο νομίμως λόγος της θανάτωσης του.
Αφού ενημερώθηκαν όμως για τα παραπάνω οι διευθυντές μας, λόγο πείρας και πάλι, σ’ εμένα ανέθεσαν την διεκπεραίωση αυτής της διαδικασίας κι αφού εγώ έπρεπε να μεριμνήσω για τα περεταίρω, πήγα πρωτίστως να δω σε ποια κατάσταση βρισκόταν το ζώο, αλλά και γιατί έπρεπε αυτό να θανατωθεί.
Όταν έφτασα εκεί; Μετά λύπης μου διαπίστωσα, ότι το τραυματισμένο ζώο δεν ήταν άλλο, από εκείνον τον ζωηρό ταύρο που ήταν λυμένος και έφερνε βόλτες μέσα στο βαγόνι όταν έκοψε το σκοινί που τον κρατούσε δεμένο και μαζί του εγώ ταξίδευα με το ίδιο τρένο από τον συνοριακό σταθμό, μέχρι τον εμπορευματικό σταθμό της πόλης μας.
Γλίστρησε πιθανών ο άτυχος μέσα στους στάβλους και μάλλον έκανε ΄΄σπαγκάτο΄΄ πέφτοντας εκεί, με αποτέλεσμα να βρεθεί σκισμένος στα δύο. Από πίσω, μέχρι και την μέση του.
Όταν ταξίδευα μαζί του μέσα στο ίδιο βαγόνι όπως σας είπα, παρατήρησα ότι δεν ήταν δεμένα τα πίσω πόδια του κι εξ αιτίας αυτού κινδύνευε από σοβαρό ατύχημα.
Δυστυχώς λοιπόν, έπαθε αυτό που δεν θα ήθελε να πάθει για κανένα λόγο έστω και αν δεν έφταιγε αυτός, αλλά αυτοί που έβαλαν το ζώο μέσα στο βαγόνι και από αμέλεια ξέχασαν να του δέσουνε τα πόδια.
Σχισμένος στα δύο όμως; Σίγουρα υπέφερε από πολύ ισχυρούς πόνους το ζώο και καλά στέφτηκε ο σταβλάρχης την θανάτωση του. Θαύμαζα όμως από την στάση του και την υπομονή του, αλλά και από την καρτερικότητα που έχουν τα ζώα. Άχνα δεν έβγαζε ο δύστυχος.
Αν ήταν άνθρωπος και πάθαινε κάτι τέτοιο; Οι φωνές του θα ακουγόταν εκατοντάδες μέτρα μακριά, αν δεν είχε πεθάνει βέβαια πρωτίστως κάτω από τέτοιους πόνους. Μόνον στα μεγάλα μάτια του ήταν ζωγραφισμένος ο πόνος του, αλλά και μεγάλη απορία έβλεπα να διαθέτει μέσα σ’ αυτά, για το πως και δεν μπορούσε να σηκωθεί όρθιος, αυτός που μια μέρα πριν ήταν κυρίαρχος και κανείς και τίποτε δεν μπορούσε να τον σταματήσει.
Τον λυπήθηκα στην κατάσταση που βρισκόταν και δεν σας κρύβω ότι θα ήθελα να του δώσω εγώ και εκείνη την στιγμή μάλιστα τέλος στο φρικτό του μαρτύριο, δεδομένου ότι ήξερα και την πολυδαίδαλη και χρονοβόρα νόμιμη διαδικασία που μεσολαβούσε, μέχρι να του επιτραπεί η θανάτωση του.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που πριν τρέξω να μαζέψω όλες εκείνες τις απαραίτητες υπογραφές που μεσολαβούσαν, πριν ακόμη φτάσω στον κτηνίατρο που θα έδινε την λύση ως τελικός αποδέκτης των εντολών, σκέφτηκα να το κάνω ανάποδα και όντως το έκανα, επισκεπτόμενος πρώτα τον κτηνίατρο.
Αφού του εξήγησα τους λόγους που με ανάγκαζαν να παρακάμψω όλη την διαδικασία, τον έπεισα στο τέλος ότι έπρεπε να έρθει αυτός πρώτα στο ζώο, πριν ακόμη πάρω εγώ τις απαραίτητες γι’ αυτόν τον λόγο υπογραφές από τα Τελωνειακά όργανα.
Βλέποντας την επιμονή μου αυτός με ακολούθησε στους στάβλους, όπου με μια ένεση και ανώδυνο τρόπο, επέτρεψε σ’ εκείνον τον άτυχο ταύρο να ξεκουραστεί εντελώς πια από τους πόνους που τον βασάνιζαν.
Τρεις μέρες χρειάστηκε να τρέχω εγώ από γραφείο σε γραφείο έως ότου συμπληρωθούν με υπογραφές τα απαραίτητα τελωνειακά έγγραφα και όταν πια όλα τελείωσαν, έκανα την παραλαβή του νεκρού ζώου από τους στάβλους και με την συνοδεία ενός απαραίτητου τελωνειακού οργάνου, το μετέφερα στην πιο κοντινή χωματερή, όπου κι έπρεπε σύμφωνα με τις διατάξεις, να καταστρέψουμε το τυμπανισμένο κουφάρι του.
Πρώτη μου φορά επισκέφτηκα εκείνη την χωματερή και όπως ήταν λογικό, εντυπωσιάστηκα από την πληθώρα των ανθρώπων που έβλεπα να υπάρχουν εκεί, αλλά και από τον τρόπο που έψαχναν αυτοί να βρουν ανάμεσα στα πεταμένα, ό,τι νόμιζαν πως γι’ αυτούς έχει κάποια αξία.
Δεν είχα δει άλλη φορά τέτοιο θέαμα και ούτε φαντάστηκα ποτέ ότι θα έβλεπα κάποια μέρα ανθρώπους ανακατεμένους με τα σκουπίδια και αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να ξεχάσω προς στιγμήν θα έλεγα, τον λόγο που βρισκόμουν εκεί, όπως και την έντονη δυσοσμία που απέπνεε η χωματερή και όπως ήταν επόμενο, αφέθηκα να παρατηρώ τις κινήσεις των ρακοσυλλεκτών.
Ο Τελωνιακός όμως βρέθηκε πολλές φορές σ΄ εκείνη την χωματερή για τους ίδιους λόγους και αυτός ήταν που μας οδήγησε στον χώρο της. Είδε πολλές φορές δηλαδή το θέαμα με τους ρακοσυλλέκτες, γι’ αυτό και δεν εντυπωσιάστηκε από αυτό όπως εγώ.
Μην αντέχοντας όμως την δυσοσμία του χώρου, τον άκουσα να μου λέει κάποια στιγμή, τραβώντας με συγχρόνως από το μανίκι, στην προσπάθεια του να με επαναφέρει στον λόγο της επίσκεψης μας.
– Έλα να τελειώνουμε. Ας ρίξουμε το ζώο εδώ και να φύγουμε, γιατί δεν αντέχω άλλο αυτήν την μυρωδιά.
Υπακούοντας στο αίτημα του, αφού αυτός ήταν υπεύθυνος εκεί κι όχι εγώ, έδωσα με την σειρά μου εντολή στον τρικυκλά, να πετάξει το ζώο πάνω σε ένα σωρό από σκουπίδια που βρισκόμασταν.
Όταν είδαν όμως οι ρακοσυλλέκτες να πετάμε το μοσχάρι κάτω, έτρεξαν αμέσως κοντά μας και ούτε λίγο ούτε πολύ, μου ζητούσαν να τους το δώσω.
– Τρεις μέρες ψόφιο είναι ρε το ζώο. Τι θα το κάνετε; Δεν βλέπετε ότι ήδη είναι τυμπανισμένο;
Απτόητοι όμως αυτοί, μου το ζητούσαν, εκλιπαρώντας με.
– Δώσε μας το μοσχάρι βρε παιδί και μη στεναχωριέσαι εσύ, αν αυτό είναι ψόφιο. Εμείς τα τρώμε αυτά. Και μη φοβάσαι, γιατί τίποτε δεν πρόκειται να πάθουμε. Ξέρεις τι γλέντι έχουμε να κάνουμε εμείς μ’ αυτό το μοσχάρι;
Αυτά μου έλεγαν και εν χορώ φώναζαν όλοι μαζί και ήταν αρκετοί αυτοί που μαζεύτηκαν γύρο μας.
– Δώσε μας το μοσχάρι βρε παιδί. Γιατί να το πετάξεις αφού εμείς μπορούμε να το φάμε;
Φοβήθηκα από όσα άκουσα να λένε εκείνη οι ρακοσυλλέκτες και μια κακή σκέψη περνούσε από το μυαλό μου εκείνη την στιγμή. Αν το πετούσαμε κάπου εκεί πρόχειρα, όπως μου ζητούσε ο Τελωνιακός να κάνω; Αυτοί σίγουρα θα το έπαιρναν και όπως το ομολογούσαν, θα το έτρωγαν έστω και αν αυτό ήταν τρεις μέρες ψόφιο και τυμπανισμένο.
Αν το έτρωγαν όμως θα πέθαιναν όπως πολύ το φοβόμουν και τι θα έλεγα μετά στον εαυτό μου εγώ για μια τέτοιου είδους ανευθυνότητα; Αυτήν σκεπτόμενος; Πήγα αμέσως προς τον άνθρωπο που είδα να χειρίζεται εκεί μια μπουλντόζα.
Ήταν πολύ μεγάλη αυτή και με το βάρος των διαστάσεων της, πατούσε και έστρωνε ισομερώς ο χειριστής της, τα σκουπίδια που του έφερναν συνεχώς τα απορριμματοφόρα της πόλης μας.
– Έλα σε παρακαλώ του είπα και σκάψε ένα λάκκο να χώσουμε μέσα αυτό το ζώο που έφερα, γιατί αυτοί εδώ με απειλούν ότι θα το φάνε κι εγώ πολύ φοβάμαι ότι θα το κάνουν αν το αφήσουμε στην διάθεση τους.
Ανταποκρίθηκε ο άνθρωπος κι όντως ήρθε στην θέση που βρισκόμασταν μαζί με την μπουλντόζα του κι αφού έσκαψε έναν μεγάλο λάκκο όπως του το ζήτησα, περίμενε μετά την εντολή του Τελωνιακού οργάνου να του επιτρέψει την ρίψη του ψόφιου ζώου εντός αυτού, εις μεγάλη λύπη βέβαια των ρακοσυλλεκτών, οι οποίοι κλαίγοντας σχεδόν μου έλεγαν.
– Γιατί είσαι τόσο κακός βρε παιδί; Θα τρώγαμε εμείς, θα έτρωγαν και τα παιδιά μας. Τι σε πειράζει εσένα αν αυτό είναι ψόφιο ή όχι; Άφησε μας να το πάρουμε και μη φοβάσαι. Τίποτε δεν θα πάθουμε.
Αυτά έλεγαν αυτοί κλαίγοντας, ενώ άκουγα τον Τελωνειακό να ζητά από τον μεταφορέα να του δώσει λίγο πετρέλαιο, προκειμένου να κάψει το ζώο πρώτα σύμφωνα με το πρωτόκολλο καταστροφής που είχε στα χέρια του και μετά να επιτρέψει το θάψιμο του.
Αδιαφορώντας λοιπόν ο Τελωνιακός για τα κλαψουρίσματα των ρακοσυλλεκτών, έβρεξε καλά, καλά το ζώο από μέσα κι από έξω με πετρέλαιο και μετά έδωσε την άδεια στον μπουλντοζιέρη να το ρίξει μέσα στον λάκκο που άνοιξε.
Έβρεξε ύστερα κι ένα πανί με το ίδιο πετρέλαιο κι αφού το έβαλε φωτιά, το πέταξε πάνω στο πετρελαιωμένο ζώο, το οποίο άρχισε να φλέγεται σαν λαμπάδα. Και δεν φλεγόταν απλώς, αλλά άρχισε σιγά, σιγά να καίγεται ολόκληρο κι εμείς δεν φύγαμε από εκεί, παρά μόνον όταν είδαμε το περισσότερο από αυτό τουλάχιστον, να έχει απανθρακωθεί.
Αφού είδαμε να γίνεται και αυτό, τότε πια επέτρεψε ο Τελωνιακός να ρίξουμε πάνω από το καμένο σώμα του ζώου, αρκετούς τόνους μπαζών, ώστε να αποτρέψουμε τους ενδιαφερομένους να το διασκεδάσουν τρώγοντας το.
Εκτελέσαμε βέβαια εμείς την νόμιμη αποστολή μας και φεύγαμε μετά από λίγο από εκείνη την χωματερή, αλλά ακόμη έβλεπα τα παραπονεμένα μάτια των ρακοσυλλεκτών. Και τα απογοητευμένα χτυπήματα που έκαναν αυτοί στους μηρούς τους έβλεπα, για όσα μπορούσαν αυτοί να γευτούν από αυτά που εγώ τους στέρησα από φόβο μη πεθάνουν.
Δεν ήταν βέβαια και στο χέρι μου να τους το δώσω, αλλά ούτε και κανείς άλλος μπορούσε να το κάνει αυτό όσο κι αν το ήθελε, αφού το ψόφιο ζώο ήταν Τελωνιακό προϊόν και ως τέτοιο έπρεπε να καταστραφεί και μάλιστα με τον τρόπο που σας ανέφερα παραπάνω, σύμφωνα πάντα με το νόμιμο Τελωνιακό πρωτόκολλο.
Μιχάλης Αλταλίκης