Τον Οκτώβριο λοιπόν εκείνης της χρονιάς κι όπως ήταν από καιρό πριν αυτό προγραμματισμένο, κάναμε τις πρώτες μας μετά χούντας εκλογές, κατά τις οποίες ψήφισε ο λαός μας το κόμμα της αρεσκείας του εκτελώντας το νόμιμο δικαίωμα του.
Ψήφισαν δηλαδή ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, αυτό που έμαθαν να δέχονται μετά από τόσα χρόνια συνεχούς πλύσης εγκεφάλου, ότι το κόμμα της δικής τους επιλογής, θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο γι’ αυτούς και την πατρίδα τους, από αυτό που οι άλλοι επέλεξαν να ψηφίσουν.
Ικανοποιημένοι μετά από την δική τους σωστή επιλογή κατά την άποψη τους, βάλθηκαν να μαλώνουν και πάλι με τους γνωστούς και φίλους τους, κατηγορώντας τους ότι δεν έμαθαν ακόμη να ψηφίζουν.
Τι είχες Γιάννη; Ότι είχα πάντα και τα πρόβατα σαράντα λέει η παροιμία. Τίποτε ουσιαστικό λοιπόν. Δεν μας ενδιέφερε το πώς θα μπορούσαμε να μεταμορφωθούμε επιτέλους εμείς οι Έλληνες και πως μετά από τόσα χρόνια πρόχειρης διαβίωσης θα μπορούσαμε επιτέλους να θυμηθούμε ξανά, ότι ήμαστε γνήσια τέκνα αξίων προγόνων, αυτών δηλαδή που έζησαν και μεγαλούργησαν πριν από μας στον ίδιο χώρο, ξεπερνώντας τον εαυτό τους, αλλά και πλείστα όσα εμπόδια τους έβαζαν και τότε αυτοί που μόνον τέτοια μελετούν το πως να φορτώσουν στους ανθρώπους.
Θα μπορούσαμε κι εμείς να μεγαλουργήσουμε μιμούμενοι τους άξιους προγόνους μας αφού όντως και το μπορούμε, αλλά δεν μας ενδιέφερε. Σαν να είμαστε καθυστερημένοι στο μυαλό δηλαδή, δεν βλέπουμε πίσω μας και προς τους προγόνους μας, αλλά προς το να ξεχάσουμε και διά παντός μάλιστα την καταγωγή μας, απασχολημένοι μόνον με το πίσω από πιο κόμμα θα τρέχουμε εγκλωβισμένοι, λες και ποτέ δεν είδαμε, όπως και ποτέ δεν καταλάβαμε, ότι τα κόμματα υπάρχουν μόνον για να μας εκμεταλλεύονται αυτοί που τα εφηύραν.
Αυτοί που τα εφηύραν όμως διαβάζουν κι όχι απλώς διαβάζουν, αλλά και μελετούν την ιστορία των δικών μας προγόνων αφού δική τους δεν έχουν και σπουδάζοντάς από αυτήν, κυριαρχούν παντού και καταδυναστεύουν όλους τους λαούς της γης, αφού μόνον αυτό κατάλαβαν από την δική μας ιστορία και για να μην χάσουν τα κεκτημένα τους, κατάντησαν κι εμάς τους φορτωμένους με τέτοια βαριά κληρονομιά, να ζούμε σαν βλάκες.
Για να επανέλθω όμως σ’ εκείνες τις εκλογές, έχω να πω ότι από πολύ νωρίς ακόμη φάνηκαν στον ορίζοντα τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας κι αυτά έδειχναν ότι αυτός που θα σχημάτιζε κυβέρνηση την επομένη το πρωί, θα ήταν ο αυτοεξόριστος πολιτικός, ο οποίος και κέρδιζε με πολύ μεγάλη διαφορά τις εκλογές, έστω κι αν μας έλεγε ότι δεν βρέθηκαν χρήματα στα ταμεία του κράτους κι ότι έπρεπε να ζούμε στο εξής με σφιγμένο το ζωνάρι.
Στην αντιπολίτευση βέβαια, φάνηκε να κυριαρχεί ο άλλος ξενόφερτος πολιτικός. Αυτός δηλαδή που φορούσε το ζιβάγκο μπλουζάκι αντί για πουκάμισο με γραβάτα, ο οποίος βομβάρδιζε συνεχώς και αδιαλείπτως προεκλογικά τον λαό μας με ονειρώδεις υποσχέσεις όπως το ανέφερα στα προηγούμενα και αυτό το έκανε από την πρώτη ημέρα της εμφάνισης του στα πολιτικά δρόμενα, μέχρι και την τελευταία ώρα της προεκλογικής του αναμέτρησης.
Αυτός λοιπόν ο νεοφερμένος πολιτικός, αν και πήρε για πρώτη φορά μέρος στις εθνικές εκλογές, κατάφερε να πείσει με την ακατάσχετη υποσχεσιολογία του, το δεκαεπτά τοις εκατό των ψηφοφόρων, οι οποίοι και του έδωσαν με την ψήφο τους την δυνατότητα να είναι ισχυρός αντιπολιτευτικός παράγοντας στο κοινοβούλιο, εντός του οποίου και εξασκούσε αργότερα, με πολύ σθένος τα καθήκοντα του.
Μετά κι από αυτές τις εκλογές, όλοι μαζί λαός και πολιτικοί, έδειξαν ότι ήταν αρκετά ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα, μόνο που ο λαός μας όπως ήταν φυσικό, περίμενε από τα κόμματα να φροντίσουν, ώστε να μην μας συμβούν άλλα ανεπιθύμητα γεγονότα, σαν και αυτά που μας τάραξαν την ζωή τα προηγούμενα από την επταετή περίοδο χρόνια.
Όταν λοιπόν ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας το κόμμα που κέρδισε στις εκλογές και όλα μπήκαν σε πρόγραμμα, ακούγαμε τον πρωθυπουργό μας να επαναλαμβάνει συνεχώς από τα έδρανα της βουλής, ότι δυστυχώς τα ταμεία του κράτους μας ήταν άδεια κι ότι η κυβέρνηση παραλαμβάνει από τους προκατόχους στρατιωτικούς, καμένη γη, όπως την αποκαλούσε.
Αυτούς δε τους πρόχειρους στρατιωτικούς, αφού τους φυλάκισε διά παντός όπως μας έλεγε με βαρύγδουπους λόγους, μας υποσχόταν στην συνέχεια ότι θα τους περάσει και από το στρατοδικείο.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αποφάσισαν να τους τιμωρήσουν αυτούς και μάλιστα παραδειγματικά για όσα προκάλεσαν στην πατρίδα μας και αυτή η απόφαση έβρισκε σύμφωνους όλους τους πολιτικούς μας.
Όλοι μαζί δηλαδή οι πολιτικοί μας αναθεμάτιζαν εκείνους τους ανίδεους στρατιωτικούς, οι οποίοι άδικα προσπαθούσαν να πείσουν το δικαστήριο και τον λαό μας, ότι όσα έκαναν, τα έκαναν από καθήκον και μόνον για την πατρίδα τους και τίποτε περισσότερο.
Δικάστηκαν λοιπόν οι στρατιωτικοί και η διαδικασία της εκδίκασης τους κράτησε αρκετό καιρό. Το αποτέλεσμα όμως παρέμενε το ίδιο με αυτό που αρχικά διατυπώθηκε από τον αρχηγό της κυβέρνησης και αυτό έτσι ακριβώς διατυπωνόταν.
– Μέσα όλοι δια παντός.
Μέσα όλους δια παντός επέμενε να λέει εκείνος και στο τέλος αυτό έγινε. Κι έγινε επίτηδες αυτό, ώστε να μην μπορεί κανείς στο εξής από τούς στρατιωτικούς του μέλλοντος χρόνου να σκεφτεί να κάνει κάτι παρόμοιο.
Για τον εαυτό τους όμως οι σωτήρες μας οι πολιτικοί, κανόνισαν αλλιώς το πράγμα μετά από λίγο καιρό. Ψήφισαν δηλαδή έναν τέτοιον νόμο όλοι μαζί, που να τους απαλλάσσει από κάθε ενδεχόμενο κατηγορίας, για όσα ηθελημένα ή άθελα θα έκαναν αυτοί αργότερα εις βάρος μας και εις βάρος της πατρίδας μας κατ’ επέκτασιν.
Για να μην βρεθούν λοιπόν κι αυτοί, στην ίδια θέση με τους κακούς και απροστάτευτους στρατιωτικούς, υπερψήφισαν τον νόμο και κανείς από τους τριακόσιους δεν δήλωσε από ευθιξία τουλάχιστον, ότι διαφωνεί με την θέση του εν λόγω νόμου, αφού από μακριά φαίνεται αυτό, ότι τους καθιστά όλους αθώους, κλέφτες και μη.
Κι όχι μόνον τον νόμο υπερψήφισαν, αλλά και αφαίρεσαν από την όποια συνείδηση τους την σκέψη, ότι εξαιτίας αυτού του νόμου θα είναι συνένοχοι πλέον, για όσες κακόβουλες ενδεχομένως ενέργειας κάνει κάποιος ή κάποιοι από τους συναδέλφους τους.
Υπέγραψαν λοιπόν και ανέχθηκαν αυτόν τον νόμο απαλλαγής και επειδή δεν μπορούν τώρα να τον ακυρώσουν, καταπλακώνουν την συνείδηση τους και δεν αισθάνονται καμιά ντροπή για όσα είναι υπόλογοι, έστω κι αν δεν ήταν όλοι σε θέσεις που να μπορούν να αδικήσουν, να κλέψουν ή και να προδώσουν την πατρίδα τους και τον λαό της.
Μιχάλης Αλταλίκης