Έχοντας εμπιστοσύνη στον Θεό πρώτα και κατ’ επέκτασιν στην Παναγία μας που ποτέ δεν με εγκαταλείπει, πήρα πλέον την απόφαση να ζήσω την μετέπειτα από τον γάμου μου ζωή, ως ένας πολύ απλός μισθοσυντήρητα εργαζόμενος άνθρωπος, όπως έκαναν άλλωστε κι όλοι οι συνάδελφοι μου.
Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν προχωρώντας προς το να παντρευτώ, μπήκαμε και χρονικά πλέον στο 1975, οπότε διαπίστωσα ότι πήρα αύξηση στον μισθό μου κι ότι αυτός έγινε πέντε χιλιάδες και πεντακόσιες δραχμές πλέον, από τρία επτακόσια πενήντα που έπαιρνα μέχρι τότε.
Αφού πήρα στα χέρια μου τα χρήματα του νέου μου μισθού, είπα και πάλι στον εαυτό μου. Με αυτόν τον μισθό θα πρέπει να αντιμετωπίσεις πλέον το κόστος της ζωής σου, έστω κι αν από εδώ και πέρα και μετά τον γάμο σου θα έχεις σύζυγο, ίσως και παιδιά.
Αυτό του είπα κι αυτό έκανα στην συνέχεια. Προχώρησα δηλαδή με θάρρος κι αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσω το κόστος της ζωής μου, όποιο κι αν ήταν αυτό, όπως κι αν μου παρουσιαζόταν.
Καθώς προχωρούσαν οι μέρες όμως μετά το νέο έτος, προς το να φτάσω στον γάμο μου, θυμήθηκε η μητέρα μου ότι είχα μια υποχρέωση προς την Παναγία μας, βάση της οποίας έπρεπε να πάω στην εκκλησία του χωριού μας, για να αποδεσμευτώ από την αφιέρωση που μου είχαν κάνει στην χάρη Της όταν ήμουν μικρός, αφού κατά το έθιμο μας, δεν έπρεπε να παντρευτώ ενώ ήμουν ακόμη αφιερωμένος.
Δεν ήξερα τι ήταν όλα αυτά, αλλά αφού η μητέρα μου επέμενε ότι έτσι έπρεπε να γίνει, την άκουσα και πήγαμε μαζί να κάνουμε αυτήν την υποχρέωση.
Όταν ανακοινώσαμε στον παπά του χωριού μας τον λόγο της επίσκεψης μας, εκείνος έδειξε ότι ήξερε το θέμα κι αφού με πήρε από το χέρι, με πέρασε τρεις φορές μέσα από το ιερό ενόσω αυτός κάτι διάβαζε και αφού με άφησε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, μου είπε κάτι που και με ελευθέρωνε από την υποχρέωση, αλλά και πολύ με προβλημάτισε.
– Τώρα είσαι ελεύθερος μου είπε. Κι έτσι όπως ελευθερώθηκες, μπορείς πλέον να παντρευτείς.
Ελευθερώθηκες μου είπε ο παπάς, αλλά εγώ πάγωσα όταν το άκουσα. Δεν ήθελα να φύγω από την αγκαλιά Της, γιατί έζησα πολλά κοντά Της και αμέτρητες φορές προστατευτικά. Πως λοιπόν να έφευγα οικειοθελώς από εκεί που ήμουν εξασφαλισμένος;
Δεν σας κρύβω, ότι αισθάνθηκα πολύ άσχημα ακούγοντας εκείνη την λέξη < ελευθερώθηκες > και όχι μόνον για το ότι πράγματι κι όντως προστατεύτηκα πολλές φορές από την χάρη Της, αλλά γιατί ήταν σαν να ήμουν αποκομμένος πλέον στην ζωή.
Σαν να άκουσα δηλαδή, ότι δεν θα είχα στο εξής μητέρα. Αυτό, με έκανε να αισθάνομαι μια απέραντη μοναξιά εκείνη την στιγμή, την οποία με κανένα τρόπο δεν ήθελα να την ζω δια παντός κι όπως είναι κατανοητό αυτό, ούτε και την να δικαιολογήσω μπορούσα.
Αρκετά φορτισμένος λοιπόν από όσα αισθανόμουν, στάθηκα μπροστά στην θαυματουργή της εικόνα και με όση ειλικρίνεια μπορούσα να διαθέτω εκείνη την στιγμή Της έλεγα εσωτερικά.
– Εσύ ξέρεις, ότι εγώ δεν θέλω να φύγω από κοντά σου. Σε ευχαριστώ όμως για όσα μου συμπαραστάθηκες όλα αυτά τα χρόνια της μέχρι τώρα ζωής μου κι αν δεν είναι κακό αυτό, θέλω να συνεχίσω να έχω την αίσθηση ότι είσαι μητέρα μου.
Δάκρυσα συναισθανόμενος αυτό που Της είπα και στα γρήγορα έφυγα από την εικόνα Της, για να μη δουν οι άλλοι το τι ακριβώς μου συνέβαινε.
Φύγαμε ωστόσο από την εκκλησία και επιστρέψαμε στην έδρα μας, αλλά εγώ ακόμη έλεγα μέσα μου απευθυνόμενος προς στην χάρη Της.
– Κι αν ακόμη με διώχνεις Εσύ, εγώ ποτέ δεν θα φεύγω από κοντά σου. Θα σε έχω για πάντα μητέρα μου.
Αυτά Της είπα τότε και ακόμη τα τηρώ, αλλά όταν ήρθε η ώρα να πάω στην εκκλησία ως γαμπρός, τότε μόνον θυμήθηκα ότι για πάρα πολύ καιρό, δεν πήγα για κανένα άλλο λόγο στην εκκλησία κι αυτό με έκανε να αισθανθώ μεγάλη ενοχή.
Την ίδια ενοχή αισθάνθηκα κι όταν στήθηκα μπροστά στην πόρτα του Αγίου Δημητρίου, προκειμένου να υποδεχτώ την νύφη όπως είχα υποχρέωση, αφού μόνον σε γάμους έμπαινα στις εκκλησίες. Το ίδιο έκανα
και εκείνη την Κυριακή, έστω κι αν ήταν ο δικός μου γάμος. Πως λοιπόν να μην αισθανόμουν ένοχος;
Αυτά σκεπτόμουν όσο περίμενα την νύφη, η οποία άργησε να φανεί σαν όλες τις νύφες του κόσμου κι όταν ήρθε, μου έδωσε το χέρι της ο πατέρας της κι αυτά μου έλεγε.
– Να την προσέχεις. Μια την έχω.
Του υποσχέθηκα ότι θα το κάνω κι αφού μας πήρε χαμογελαστός ο πρωτοσύγκελος από το χέρι, μας οδήγησε μέσα στην εκκλησία, όπου και μας έβαλε να σταθούμε στην ορισμένη θέση για μελλόνυμφους, μπροστά και απέναντι από την ωραία πύλη δηλαδή.
Εν τω μεταξύ και λίγο πριν φτάσει η νύφη στην είσοδο της εκκλησίας, ήρθε κοντά μου εκείνος ο γνωστός μου, αυτός δηλαδή που ανέλαβε να μας κάνει τις μπομπονιέρες και αυτά μου έλεγε μαζί με τις ευχές του.
– Έφερα μαζί μου ακόμη διακόσιες πενήντα μπομπονιέρες και μαζί με αυτές που σου έδωσα προχθές, θα έχουμε χίλιες στην έξοδο. Αν δεν φύγουν όμως από τον χώρο της εκκλησίας οι καλεσμένοι που είναι ακόμη εδώ από τον προηγούμενο γάμο, δεν θα μπορέσω να καταλάβω πόσοι είναι οι δικοί σου.
Μείνε ήσυχος όμως κι από πείρας σου το λέω αυτό, ότι θα μας περισσέψουν οι μπομπονιέρες. Οπότε και θα τις πάρω πίσω, για να μην πάν χαμένες. Θα είμαι εδώ άλλωστε μέχρι που να τελειώσει ο γάμος.
Εγώ περίμενα την νύφη κι αυτός μου έλεγε εκείνη την ώρα το πρόβλημα που είχε με τις μπομπονιέρες του. Του φάνηκαν πολλές οι χίλιες που του ζήτησα να μου ετοιμάσει κι όταν τελικά πείστηκε ότι πρέπει να τις κάνει, τις έφερε την τελευταία στιγμή. Τι άλλο μπορούσα να του πω λοιπόν;
– Κάνε ότι θέλεις. Πολύ φοβάμαι όμως, ότι μάλλον θα εκτεθούμε σήμερα εξαιτίας της τσιγκουνιά σου.
Την στιγμή που μας έστησε ο παπάς στην θέση μας και λίγο πριν αρχίσει ακόμη το μυστήριο, πάλι ήρθε αυτός κοντά μου κι αυτά μου έλεγε πολύ αγχωμένος αυτή τη φορά.
– Δεν έφυγε κανείς. Όσοι βρίσκονται εδώ, μάλλον είναι δικοί σας καλεσμένοι. Πρώτη μου φορά πάντως βλέπω τόσο πολύ κόσμο σε γάμο. Όπως μπορώ να υπολογίζω, μέσα στην εκκλησία βρίσκονται αυτήν την στιγμή πάνω από δύο χιλιάδες άνθρωποι. Τι θα κάνουμε τώρα; Είναι βέβαιο πια, ότι δεν θα μας φτάσουν οι μπομπονιέρες.
Τι να του έλεγα λοιπόν εκείνη την στιγμή που ο παππάς περίμενε να σταματήσουμε, προκειμένου να αρχίσει αυτός την εκτέλεση του μυστηρίου;
– Τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε τώρα του έλεγα στα γρήγορα. Δώσε από μία μπομπονιέρα σε όσους είναι μόνοι τους και σε όσους είναι ζευγάρια, δώσε μόνον στις γυναίκες. Στα παιδιά που έχουν μαζί τους όμως μην δώσεις, μπας και μας φτάσουν.
Μετά τον γάμο, κανόνισα να πάω ταξίδι. Όταν επιστρέψω όμως, θα έρθω να σε βρω και τότε τα λέμε. Άσε μας τώρα να τελειώσουμε το μυστήριο.
Μόλις τελείωσε η δική μας κουβέντα, άρχισε με κατανόηση να εκτελεί κι ο πρωτοσύγκελος το μυστήριο, στο οποίο ήμουν πολύ προσηλωμένος και παρακολουθούσα με πολύ ενδιαφέρον όσα έλεγε κι έκανε αυτός, γι’ αυτό και δεν κατάλαβα πότε πέρασε η ώρα.
Όταν τον άκουσα να μας εύχεται βίον ανθόσπαρτο, τότε μόνον κατάλαβα ότι μάλλον τελείωσε το μυστήριο. Μετά από αυτό κι όπως γίνεται σε όλους τους γάμους, σταθήκαμε στη θέση που έπρεπε να μας χαιρετίσουν οι καλεσμένοι μας κι όταν πια πέρασαν όλοι τους από μπροστά μας ευχόμενοι κατά τα ήθη και έθιμα μας, έμειναν τελευταίοι οι πολύ κοντινοί μας φίλοι, από τούς οποίους και μάθαμε, ότι το μυστήριο κράτησε πολύ περισσότερο από όσο είχαν αυτοί υπόψη τους κι ότι μέχρι να έρθει η ώρα να μας χαιρετίσουν και αυτοί, πέρασαν τρεις ώρες.
Αφού λοιπόν πέρασαν και αυτοί από μπροστά μας, πήγαμε πιασμένοι χέρι, χέρι με την γυναίκα μου πλέον στο γραφείο της εκκλησίας, όπου και βάλαμε τις σχετικές υπογραφές.
Τελειώνοντας και από αυτήν την υποχρέωση, μπήκαμε στο αυτοκίνητο του πρώην κουμπάρου και με αυτόν οδηγό πήγαμε στον σπίτι μας αντί για το φωτογραφείο, όπου και βγάλαμε τις γαμήλιες φωτογραφίες μας.
Αμέσως μετά και πριν ακόμη προλάβουμε να ησυχάσουμε όπως είχαμε συνεννοηθεί με τους οικείους μας, μας έκαναν έκτακτη επίσκεψη, όλοι όσοι ήξεραν ότι έπρεπε να ετοιμαστούμε και ξεκούραστοι να ακολουθήσουμε το προγραμματισμένο γαμήλιο ταξίδι μας.
Αδιαφορώντας αυτοί για το δικό μας πρόγραμμα, έμειναν κοντά μας μέχρι και τα ξημερώματα και προκειμένου να δείξουν την αγάπη που μας είχαν, καθόλου δεν πτοήθηκαν. Μας συνόδευσαν εκείνη την ώρα μέχρι και τον σταθμό των λεωφορείων, από όπου εμείς θα παίρναμε το λεωφορείο για τα Ιωάννινα. Έφυγαν κι αυτοί τελικά για τα σπίτια τους, αλλά μόνον κι όταν μας είδαν να απομακρυνόμαστε από τον σταθμό.
Μετά από πολλές ώρες ταξιδιού πάντως εκείνο το πρωινό, φτάσαμε τελικά κατάκοποι στα Ιωάννινα, όπου και μείναμε για μία βραδιά μόνον σε κάποιο από τα ξενοδοχεία της.
Την επομένη το πρωί ξεκινήσαμε πολύ νωρίς για τον καθ’ αυτόν προορισμό μας, την Κέρκυρα δηλαδή, όπου και καταλήξαμε το απόγευμα πια στο ξενοδοχείο της επιλογής μας.
Ήταν η πρώτη μας φορά που πηγαίναμε κάπου τόσο μακριά και μάλιστα τόσο καλά όπως ήταν η Κέρκυρα, γι’ αυτό και δεν χορταίναμε να βλέπουμε επισκεπτόμενοι τις πάμπολλες ομορφιές της.
Είκοσι του Γενάρη ήταν όμως όταν επισκεφτήκαμε εμείς την Κέρκυρα, γι’ αυτό και ήταν δικαιολογημένη η απουσία πολλών επισκεπτών. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που όπου κι αν πηγαίναμε, δεν βρίσκαμε κανέναν τουρίστα σαν κι εμάς, ώστε να μας φωτογραφίσει μαζί, γι’ αυτό και σε καμιά από τις φωτογραφίες που βγάλαμε εκεί με φόντο τις ομορφιές της, δεν είμαστε μαζί, αφού μόνοι μας βγάζαμε φωτογραφίες ο ένας τον άλλον.
Μια εβδομάδα όλο κι όλο μείναμε στην Κέρκυρα κι όμως μας έμειναν αξέχαστες εκείνες οι λίγες μέρες, γι’ αυτό κι όταν πια ήρθε η ώρα να κάνουμε την επιστροφή μας στον τόπο μας, αλλά και στο σπίτι μας, πολύ στεναχωρηθήκαμε.
Ωστόσο, πήραμε το λεωφορείο της επιστροφής κι αφού περάσαμε μια δεύτερη βραδιά στα ωραία Ιωάννινα, ξεκινήσαμε με τον ίδιο τρόπο το επόμενο πρωί, για να βρεθούμε το συντομότερο δυνατόν στο σπίτι μας αποφασισμένοι από κοινού πια να αντιμετωπίσουμε την ζωή μας, όπως κι αν αυτή ήθελε να μας παρουσιαστεί.
Οι φίλοι και οι συγγενείς μας ήταν εκεί και περίμεναν την επιστροφή μας, γι’ αυτό και μας καλωσόριζαν χαρούμενοι με τα απαραίτητα για την περίσταση οινοπνευματώδη σκευάσματα.
Μας κράτησαν παρέα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες όπου και μας άφησαν επιτέλους ελεύθερους να κοιμηθούμε μόνοι και για πρώτη φορά στο προσωπικά δικό μας κρεβάτι.
Καλή ήταν η εκδρομή που κάναμε στην Κέρκυρα, αλλά είχαμε και δουλειά. Αυτήν ποτέ δεν την ξεχνάμε, γι’ αυτό κι όπως το είχα στο καθημερινό μου πρόγραμμα αυτό, το να σηκώνομαι από το κρεβάτι μου στις πέντε τα χαράματα δηλαδή κάθε πρωί, έτσι έκανα και την πρώτη μέρα που ξύπνησα στο δικό μου σπίτι παρέα με την δική μου γυναίκα.
Ντύθηκα λοιπόν στα γρήγορα και έφυγα τρέχοντας σχεδόν προς την εξώπορτα, ενώ απαντούσα στην γυναίκα μου, που κάτι μου έλεγε για πρωινό, όπως και για το τι φαγητό θα ήθελα να μου έχει έτοιμο, όταν πια θα επέστρεφα από την δουλειά μου.
– Δεν έχω καθόλου χρόνο για πρωινό. Όσο για το φαγητό; Κάνε ό,τι θέλεις. Ότι κι αν κάνεις πάντως θα το φάω, γιατί εκείνη την ώρα θα πεινώ κι όπως σου το είπα αυτό, δεν έχω ιδιαίτερες προτιμήσεις.
Αυτά τις είπα εκείνη την ώρα κι όπως έπρεπε να το συνηθίσω κι αυτό, τρέχοντας έφτασα στην στάση για το λεωφορείο. Μέσα στο καθημερινό μου πρόγραμμα, έπρεπε να προσθέσω και μισής ώρα διαδρομή μέχρι να βρεθώ στον χώρο της δουλειάς μου, αφού αυτός ήταν στην δυτική πλευρά, ενώ το σπίτι μας βρισκόταν ήταν στην ανατολική πλευρά της πόλης μας.
Όταν τελικά βρέθηκα εκεί και συνάντησα αργότερα τον φίλο και συνάδελφό μου, του εξιστόρησα το πως περάσαμε στο ταξίδι μας και μαζί με αυτό, του ανέφερα και την κουβέντα που είχα το πρωί με την γυναίκα μου.
Αυτήν δηλαδή που αφορούσε το πρωινό όπως και το μεσημεριανό μου φαγητό και με αυτήν την ευκαιρία, τον κάλεσα να έρθει κι αυτός στο σπίτι μας, ώστε να φάμε μαζί το μεσημέρι κι αυτά του έλεγα.
– Έλα να φάμε μαζί σήμερα, ώστε να γιορτάσουμε την πρώτη μέρα που θα τρώμε για πρώτη μας φορά ως παντρεμένοι και στο δικό μας σπίτι.
Είχε αντίρρηση αυτός, αλλά τελικά δέχτηκε να έρθει, με την προϋπόθεση, να μην στεναχωρήσω την γυναίκα μου, αν το φαγητό που θα μας είχε, δεν θα ήταν καλό, ή δεν θα μας άρεσε.
– Αφού κι αυτή για πρώτη φορά ρε θα είναι νοικοκυρά. Είναι δυνατόν να την μαλώσω εγώ, αν δεν ξέρει να μαγειρεύει;
Όπως ξέρεις, η μητέρα της είναι πολύ νέα, γι’ αυτό και δεν την αφήνει να μπει στην κουζίνα της. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ξέρει πως μαγειρεύουν; Άλλωστε, εικοσιδύο χρονών είναι μόνον. Μέχρι να μάθει πως μαγειρεύουν, έχει να χαλάσει πολλά φαγητά. Είναι δυνατόν λοιπόν να την μαλώνω εγώ, γι’ αυτό τον λόγο;
Έλα τώρα να φάμε σήμερα μαζί κι όπως είναι λογικό, ότι κι αν μας μαγειρέψει, θα είναι χάλια. Θα κάνω τον θυμωμένο εγώ, αφού το φαγητό θα είναι χάλια και θα πετάξω για πλάκα την κατσαρόλα από το παράθυρο.
Μετά από αυτό, θα πάμε να φάμε κάπου έξω όλοι μαζί κι έτσι θα καλμάρουμε την στεναχώρια που ενδεχομένως θα έχει.
Για να γελάσεις όμως, θα σου το πω κι αυτό. Όταν ερχόμασταν από το ταξίδι, αυτή είχε πολύ μεγάλο άγχος για το τι φαγητό θα μαγειρέψει όταν πια θα είναι νοικοκυρά κι επειδή και προφανώς δεν ήξερε να μαγειρεύει τίποτε άλλο εκτός από φακές, μου είπε κάποια στιγμή. Ξέρεις; Βαρέθηκα τόσες μέρες τα κρεατικά. Θέλεις να σου κάνω φακές την Δευτέρα;
Κάνε ότι θέλεις της είπα τότε για να ησυχάσει, αλλά όπως κι αν έχει το πράγμα, ένα είναι σίγουρο, το φαγητό που θα αποφασίσει να μαγειρέψει, δεν θα τρώγεται. Γι’ αυτό λοιπόν και επιμένω να έρθεις μαζί μου, αφού είναι σίγουρο ότι θα φάμε έξω.
Αυτά είπαμε εκείνη την ώρα με τον φίλο μου και όταν πια αργά το μεσημέρι εκείνης της Δευτέρας πήγαμε παρέα στο σπίτι μας, χάρηκε η γυναίκα μου όταν τον είδε μαζί μου, γι’ αυτό κι αμέσως έστρωσε το τραπέζι για τους τρείς μας.
Πρώτος από όλους, δοκίμασε το φαγητό ο φίλος μου κι επειδή είχε στον νου του να με εμποδίσει να κάνω αυτό που του είπα, ότι θα πετάξω δηλαδή την κατσαρόλα από το παράθυρο της κουζίνας στον δρόμο, αν δεν μας άρεσε το φαγητό, με κράτησε από το χέρι και ενθουσιασμένος μου έλεγε.
– Δοκίμασε να δεις. Είναι πολύ νόστιμες οι φακές.
Δοκιμάζοντας κι εγώ το πρώτο φαγητό της, όντως διαπίστωσα ότι και ήταν νόστιμες αυτές, γι’ αυτό και ρώτησα την νέα νοικοκυρά.
– Μήπως ήρθε η μαμά σου από εδώ σήμερα;
– Όχι απάντησε αυτή. Μόνη μου τις μαγείρεψα. Ήξερα να τις μαγειρεύω, γι’ αυτό και σου είπα ότι βαρέθηκα τα κρεατικά.
Αποτέλεσμα αυτού του γεύματος λοιπόν, ήταν ότι, όχι μόνον δεν πέταξα την κατσαρόλα όπως το σχεδίαζα, αλλά κι από δύο πιάτα φακές φάγαμε λόγο της νοστιμιάς τους, επιτρέποντας έτσι την νέα μαγείρισσα και με το δίκαιο της άλλωστε να υπερηφανεύεται για το πρώτο της επίτευγμα.
Μιχάλης Αλταλίκης