Παντρεμένος πια και με την βέρα στο δεξί, ξεκίνησα να αντιμετωπίσω την ζωή μου, με στόχο να κάνω οικογένεια, να την στηρίξω και να την διατηρήσω στην ζωή, έτσι όπως και σύμφωνα με τα δεδομένα της παραδοσιακής ζωής που γνώρισα από τους γονείς μου, αυτής που κι εγώ ήθελα ν’ ακολουθήσω. Αυτά βέβαια δεν είχα σκοπό να τα επιβάλω ούτε στην γυναίκα μου, αλλά ούτε και στα παιδιά που ενδεχομένως θα έκανα αργότερα, αν και κράτησα στην σκέψη μου το ενδεχόμενο να τους τα παρουσιάσω τουλάχιστον κι αν αυτοί θέλουν να ζήσουν έτσι και στην δική τους ζωή, τότε να ξέρουν τουλάχιστον πως θα το κάνουν αυτό εύκολα για τον εαυτό τους και χρήσιμα για όλους.
Την βέρα μου ωστόσο, από τότε που αρραβωνιάστηκα δεν την φορούσα, γιατί με τόσες επικίνδυνες κινήσεις που εξακολουθούσα να κάνω όταν σκαρφάλωνα και περνούσα ανάμεσα από τα εν κινήσει βαγόνια, φοβόμουν μη τυχόν βρεθώ κι εγώ κρεμασμένος από την βέρα μου σε κάποιο βαγόνι, αν αυτή σκάλωνε σε κάποια από τις προεξοχές τους. Βάλε την βέρα σου, μου έλεγε η αρραβωνιαστικιά μου, αλλά εγώ για τους παραπάνω λόγους δεν την φορούσα. Της έγινε συνήθεια όμως πλέον, γι’ αυτό και τίποτε δεν μου έλεγε, όταν και παντρεμένος πλέον δεν την φορούσα.
Δυσκολεύτηκα λίγο έως ότου προσαρμοστώ στον νέο τρόπο ζωής, αλλά κι εκείνες οι επισκέψεις των συγγενών στο σπίτι μας που δεν έλεγαν να τελειώσουν, με δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο. Ήταν πολλοί αυτοί που δεν μπόρεσαν να έρθουν στον γάμο μας προκειμένου να μας ευχηθούν, γι’ αυτό και μας έκαναν εκ των υστέρων επισκέψεις. Έπρεπε όμως και σ’ αυτούς να δώσουμε μια μπομπονιέρα, γι’ αυτό και πήγα πάλι σ’ αυτόν που μου έκανε τις μπομπονιέρες του γάμου μας όπως του το υποσχέθηκα προκειμένου να τον πληρώσω και μαζί μ’ αυτό, του ζήτησα να μου κάνει κι άλλες διακόσιες πενήντα, οπότε και τον πλήρωσα σύνολο, για χίλιες διακόσιες πενήντα μπομπονιέρες, όσο και αν αυτό του φαινόταν περίεργο.
Με τόσες πολλές επισκέψεις κάθε μέρα στο σπίτι μας, έμοιαζε αυτό με καφετέρια πολλών υποχρεώσεων. Η γυναίκα μου ήταν μικρή όπως είπα κι άντεχε την κόπωση, αλλά δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από την κουζίνα της, αφού πολλά πιάτα είχε να πλύνει καθημερινά. Σήμερα θα τελειώσουν, αύριο θα τελειώσουν οι επισκέψεις, δεν πήραμε είδηση πότε πέρασαν δύο μήνες από τον γάμο μας, αλλά ούτε και το ότι ήταν έγκυος η γυναίκα μου στο πρώτο μας παιδί.
Ο γιατρός που την εξέτασε, μας είπε ότι όλα έχουν καλώς και ότι είναι όντως έγκυος και ότι το παιδί θα μας έρθει με το καλό στα μέσα του ερχόμενου Οκτώβρη. Ούτε κι εγώ βέβαια ήμουν μεγάλος, αφού μετά από δύο μήνες έκλεινα τα είκοσι έξι και έμπαινα στα είκοσι επτά μου χρόνια και πάνω που ετοιμαζόμασταν για το πως θα γιορτάσουμε τα δικά μου γενέθλια, έκανε την εμφάνιση του το πρώτο μας παιδί. Όλα γρήγορα έρχονται σκέφτηκα, δεν πρόλαβα να παντρευτώ και σε λίγο καιρό θα γίνω και μπαμπάς.
– Δεν πειράζει, είπα στην γυναίκα μου και μη φοβάσαι, θα τα αντιμετωπίσουμε όλα και μάλιστα όπως πρέπει.
– Δεν φοβάμαι είπε αυτή, αλλά να, δεν ξέρω τι και πως να κάνω όταν θα είμαι μαμά. – Θα τα μάθεις όλα της είπα, τότε και όταν έρθει η ώρα για το κάθε τι. Έχε όμως θάρρος κι εμπιστοσύνη στην Παναγία μας κι Αυτή να είσαι σίγουρη ότι θα τα φροντίσει όλα και θα τα κάνει έτσι που θα είναι καλύτερα απ’ όσα εσύ κι εγώ μπορούμε να σκεφτούμε.
Σ’ όλη μου την ζωή εγώ την έχω προστάτιδα πρόσθεσα κι Αυτή είναι πάντα εκεί που πρέπει και την ώρα που χρειάζομαι την προστασία της και μάλιστα πολύ πιο πριν εγώ της το ζητήσω. Με προστατεύει από παιδί και πολλές είναι οι φορές που ρωτώ τον εαυτό μου να μου πει κι απάντηση δεν παίρνω. Μα τι καλό έκανα εγώ, ώστε να έχω μια τέτοια φροντίδα και τέτοια προστασία από την Παναγία μας, που λογικά πολλοί θα την ήθελαν και δεν την έχουν, έστω κι αν έχουν να δείξουν πολλά καλά που κάνουν στην ζωή τους;
Δεν τελείωσαν καλά καλά, οι επισκέψεις που μας έκαναν για τον γάμο μας και ήδη άρχισαν να μας έρχονται επισκέπτες για το χαρμόσυνο της εγκυμοσύνης μας. Δεν προλαβαίναμε να φύγουμε από το σπίτι μας για κάποιο λόγο κι αμέσως μας γύριζαν από τις σκάλες πίσω, αυτοί που μας προλάβαιναν κι όταν πάλι μας έβρισκαν στο σπίτι οι επόμενοι, ήταν πολύ δύσκολο να τους αποφύγουμε, γι’ αυτό και ήμασταν πάντα εγκλωβισμένοι.
Σ’ αυτόν τον εγκλωβισμό συνέβαλε και η θέση που βρισκόταν το σπίτι μας, αφού αυτό ήταν στον πρώτο όροφο μιας γωνιακής πολυκατοικίας και στην συμβολή μιας πασίγνωστης διασταύρωσης, απ’ όπου περνούσαν όσοι ήθελαν να πάνε κάπου με τα αυτοκίνητα τους, ή όσοι γύριζαν από κάποια έξοδο τους. Όσοι λοιπόν ήξεραν πού μέναμε, σταματούσαν σε μας για ένα καφέ, είτε πριν από την έξοδο τους, είτε μετά απ’ αυτήν, γι’ αυτό και ποτέ δεν μας έλειπαν οι επισκέπτες αν και ποτέ δεν είχαμε καλεσμένους.
Για καφέ βέβαια σταματούσαν όλοι αυτοί, αλλά ποτέ δεν περιοριζόταν σ’ αυτόν, γι’ αυτό και μας κούραζαν όπως και μας κόστιζαν αρκετά αυτές οι απρογραμμάτιστες επισκέψεις τους αλλά και μας άρεσε συγχρόνως, γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μας επισκεπτόταν, μας αγαπούσαν κι ερχόταν να μας δουν. Δεν τους χρωστούσαμε κι ερχόταν να μας ζητήσουν τα χρωστούμενα…
Μαζί με τούς επισκέπτες μας περνούσαμε κι εμείς καλά όμως, γι’ αυτό και ευχαριστιόμασταν τις επισκέψεις τους, έστω κι αν μας τις έκαναν στα ξαφνικά, έστω κι αν δεν μπορούσαμε εξαιτίας τους ούτε λεπτό να ξεμυτίσουμε από το σπίτι μας.
Μιχάλης Αλταλίκης