Αν και είχα ακόμη το κεφάλι μου βαρύ, πιστός στο καθήκον, σηκώθηκα από τις πεντέμισι το επόμενο πρωινό κι αφού ετοιμάστηκα βγήκα από το σπίτι βιαστικά, έτσι ώστε να προλάβω το λεωφορείο που θα με πήγαινε στον σταθμό. Όταν έκλεισα πίσω μου την εξώπορτα του σπιτιού μας όμως, γύρισα από συνήθεια να την κοιτάξω, όπου και για πολλοστή φορά από τότε που πήγαμε σε κείνο το σπίτι, είδα να είναι κρεμασμένο σ’ αυτήν ένα ακόμη ραβασάκι, σαν αυτά που συχνά μας έστελνε με τον ίδιο τρόπο κάποιος από τους ένοικος και δεν ξέραμε ποιος θα μπορούσε να είναι.
Όλα τα ραβασάκια που μας έστελνε αυτός ο άγνωστος αποστολέας, ήταν καθαρογραμμένα, με καλλιγραφικά γράμματα και το στυλ της γραφής του μου θύμιζε δάσκαλο. Ρώτησα όλους όσους ήξερα απ’ αυτούς που έμεναν στην πολυκατοικία, αλλά κανείς δεν ήξερε να μου πει, ποιος θα μπορούσε να μου στέλνει αυτά τα μικρά ραβασάκια, που όλα εμπεριείχαν μηνύματα διαμαρτυρίας όπως αυτά.
– Όταν μένουμε με άλλους ανθρώπους, τους σεβόμαστε. – Οι άνθρωποι κοιμούνται για να ησυχάσουν. – Κάντε επιτέλους ησυχία το μεσημέρι και τέτοια . Στο τελευταίο που μας έστειλε έλεγε. – Βάλτε τάπες κάτω από τις καρέκλες. Εκείνο που βρήκα το πρωινό που αναφέρομαι έγραφε με θυμό. – Αγαπητέ συγκάτοικε, αφού δεν σέβεσαι τους ανθρώπους, πρέπει να σου πω ότι είσαι ανάγωγος.
Βαρέθηκα αυτά τα ραβασάκια, αλλά και δεν ήξερα που να βρω τον αποστολέα τους, γι’ αυτό δεν το έσκισα όπως άλλες φορές, αλλά το πήρα μαζί μου για να ασχοληθώ με αυτό αργότερα. Όταν επέστρεψα το απόγευμα από την δουλεία μου, πήγα στο σπίτι του εργολάβου όπου και του εξέθεσα το θέμα, ελπίζοντας ότι αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να με οδηγήσει στον αποστολέα τους.
– Δεν μπορώ να καταλάβω ποιος μπορεί να είναι, αλλά όπως είπες και εσύ, το ύφος της γραφής και εμένα σε δάσκαλο με παραπέμπει κι επειδή αυτός που κάθεται κάτω από σένα είναι δάσκαλος, μάλλον αυτός τα στέλνει. Μου κάνει όμως εντύπωση ο τρόπος που θέλει να σου πει αυτό που τον ενοχλεί, γιατί δεν ταιριάζει στο στυλ αυτού του εξαίρετου ανθρώπου. Επειδή όμως αυτός μένει κάτω από σένα, ρώτησε τον με τρόπο να σου πει, τι ακριβώς θέλει και για ότι σου ζητήσει κοίταξε σε παρακαλώ να του φανείς χρήσιμος.
– Ούτε ξέρω του είπα αν μένει κάποιος από κάτω μας, ούτε τον είδα ποτέ, ούτε ξέρω από που μπαίνει στο σπίτι του αυτός, αφού πόρτα δεν βλέπω και απορώ πως δεν τον ξέρει κανείς άλλος στην οικοδομή και προπαντός απορώ πως εμείς μπορεί να τον ενοχλούμε. Όλη την ημέρα η γυναίκα μου είναι μόνη της και όταν έρχομαι εγώ το απόγευμα, με την κούραση που έχω, πιο πολύ είμαι ξαπλωμένος παρά όρθιος. Δεν μπορώ να καταλάβω λοιπόν πως και πότε εμείς τον ενοχλούμε.
– Δεν θέλω προβλήματα στην οικοδομή μου είπε αυτός, γι’ αυτό κι όταν μπεις στην είσοδο της οικοδομής, μην ανέβεις τα σκαλιά, αλλά κάνε τον κόπο να τα κατέβεις προς τα κάτω. ‘Όταν βρεθείς στο υπόγειο, προχώρησε μέχρι το τέρμα του διαδρόμου κι εκεί θα δεις την πόρτα του σπιτιού του. Κτύπησε το κουδούνι και εξήγησε του σε παρακαλώ, όλα όσα μου είπες.
Πήγα αμέσως εγώ εκεί, αλλά δεν τον βρήκα. Πήγα κι αργότερα, όπως πήγα και πολλές άλλες φορές σε κατάλληλες και ακατάλληλες ώρες, αλλά ποτέ δεν τον βρήκα στο σπίτι του. Αυτός όμως εξακολουθούσε να μου στέλνει ανελλιπώς τα ραβασάκια του. Αφού δεν τον έβρισκα, αποφάσισα κι εγώ να πιάσω με τον ίδιο τρόπο κουβέντα μαζί του, γι’ αυτό και του ετοίμασα ένα σημείωμα, το οποίο πήγα και το κόλλησα στην πόρτα του. Έγραφα δε στο δικό μου ραβασάκι.
– Ήρθα πολλές φορές να σε βρω, αλλά ποτέ δεν σε βρήκα. Μη μου στέλνεις σε παρακαλώ γράμματα. Αν θέλεις να συναντηθούμε, κτύπησε το κουδούνι μας και εμείς θα σε ανοίξουμε. Είμαι ο πάνω από σένα συγκάτοικος, ευχαριστώ.
Μετά από λίγες μέρες όμως κι όταν εγώ επέστρεψα το απόγευμα από την δουλειά μου στο σπίτι, είδα και πάλι ένα ραβασάκι κρεμασμένο στην πόρτα μας και σ’ αυτό διάβασα την απάντηση του άγνωστου συγκάτοικου, που μου έλεγε.
– Δεν φτάνει που είσαι ενοχλητικός, είσαι και πολύ ανορθόγραφος. Ξεκρέμασα το ραβασάκι εγώ και μ’ αυτό στα χέρια, αντί να μπω στο σπίτι, κατέβηκα τα σκαλιά που οδηγούσαν στο δικό του σπίτι κι έτσι όπως ήμουν θυμωμένος και αρκετά κουρασμένος, άρχισα να κτυπώ με την παλάμη μου, πολύ δυνατά την πόρτα του.
Μετά από τόσο θόρυβο, ήθελε δεν ήθελε αυτός μου άνοιξε.
– Αντί να με ενοχλείς είπε μόλις με είδε, θα ήταν καλύτερα να κάνετε ησυχία και πήγε να μου κλείσει την πόρτα.
Έδωσα μια σπρωξιά την πόρτα του εγώ και πέρασα μέσα στο σπίτι του. Πρώτη μου φορά τον έβλεπα. Ήταν ένας ξερακιανός μεσήλικας άνθρωπος με δημοσιοϋπαλληλική ιδιοσυγκρασία, που με κοιτούσε αρκετά φοβισμένος από τον τρόπο που μπήκα στο σπίτι του. Αυτό πάλι θύμιζε τάφο, γιατί ήταν πολύ σκοτεινά και ψυχρά εκεί μέσα, όπως ακριβώς ήταν και αυτός ο ίδιος.
– Πες μου ρε, του είπα. Πότε και πως σε ενόχλησα εγώ, ώστε με το δίκιο σου να μου στέλνεις ραβασάκια και γιατί μου τα στέλνεις αφού ξέρεις που να με βρεις; Δεν ήταν καλύτερα να έρθεις σαν άνθρωπος να διαπιστώσεις αν πράγματι σε ενοχλώ και μετά να κάνεις όσα νόμιζες ότι είναι σωστά;
Αντί απαντήσεως μου είπε αυτός.
– Ακούς αυτόν τον θόρυβο;
Πράγματι ακουγόταν κάποιος θόρυβος από καρέκλες και από παιδικές φωνές. Αυτές από όσο ήξερα εγώ, ερχόταν όχι από τον πρώτο που έμενα εγώ, αλλά από τον τρίτο όροφο, όπου ζούσε μια πολυμελής οικογένεια με μικρά παιδιά και όπως ήταν λογικό έκαναν κάποια φασαρία. Τι μπορεί να πει κανείς όμως σε μια οικογένεια που έχει μικρά παιδιά; Τον έπιασα λοιπόν από το χέρι αυτόν τον παράξενο τύπο και τραβώντας σχεδόν, τον έφερα μέχρι έξω από την πόρτα μας. Αφού την άνοιξα αυτήν με το κλειδί μου, τον έμπασα μέσα.
– Ακούς, του είπα, τίποτε; Βλέπεις να κινείται κανείς εδώ μέσα;
Εκείνη την στιγμή βγήκε από την κρεβατοκάμαρα η γυναίκα μου που ξάπλωνε και με την κοιλιά της εγκύου προτεταμένη με ρωτούσε.
– Γιατί άργησες; Ποιος είναι ο κύριος;
– Είναι αυτός ο χαζός, της είπα, που μας στέλνει τα ραβασάκια. Μένει κάτω από μας και λέει ότι τραβάς καρέκλες και παίζεις μπάλα.
Τα έχασε ο φουκαράς και επανειλημμένα ζητούσε συγνώμη από την γυναίκα μου και από μένα.
– Είμαι εργένης είπε και δεν μπορώ την φασαρία. Με συγχωρείτε είπε πάλι και έφυγε τρέχοντας και δεν τον είδαμε ποτέ ξανά, μήτε και τον ξανακούσαμε ποτέ.
Μιχάλης Αλταλίκης