Την επομένη της ημέρας του Ευαγγελισμού Της Θεοτόκου και μετά από όσα μας συνέβησαν σ’ εκείνο το παρά τρίχα θανατηφόρο ατύχημα που σας ανέφερα στο προηγούμενο, διηγήθηκα και στους συναδέλφους μου το είδος της περιπέτειας που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες την ζήσαμε.
Αυτοί όμως δυσκολευόταν να την δεχθούν ως αληθινή, αφού σύμφωνα με τις δικές τους γνώσεις, δεν συμβάδιζαν μεταξύ τους, ούτε ο χρόνος, ούτε η ταχύτητα, αλλά ούτε και η απόσταση που διανύσαμε μέχρι να βρεθούμε σταματημένοι και μάλιστα χωρίς να πατηθούν τα φρένα του αυτοκινήτου μας, γι’ αυτό και με άκουγαν μεν, αλλά και με κοιτούσαν δύσπιστα.
Ακόμη και η Σουηδέζα γραμματέας μου με κοιτούσε δύσπιστα, αν κι εμφανώς προβληματίστηκε με όσα άκουσε να της διηγούμαι κατ’ ιδίαν κι αυτό πάλι, το άφησε να προχωρήσει μέχρις εκεί.
Είτε το πίστεψαν όμως αυτοί, είτε όχι, μπήκαμε γρήγορα κι εκείνη την ημέρα στον καθημερινό μας ρυθμό κι όπως ήμασταν υποχρεωμένοι, ριχθήκαμε με ζήλο στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της δουλειάς μας, γι’ αυτό και όπως γίνεται πάντα, ξεχάσαμε κι εκείνο το επεισόδιο.
Κι εγώ το ξέχασα από συνήθεια, αλλά και κράτησα στην αποθήκη της άκρης του μυαλού μου, μαζί με όλες τις άλλες κι αυτήν την υποχρέωση μου προς την Παναγία μας, για όσα αναμφισβήτητα μου επέτρεψε Αυτή να ζήσω και πάλι.
Αυτό βέβαια δεν ήταν και χωρίς επιπτώσεις για μένα, αφού μετά από αυτό το επεισόδιο, άρχισαν και πάλι να μου έρχονται εκείνες οι σκέψεις που από παλιά με ακολουθούσαν και ούτε λίγο ούτε πολύ, με πίεζαν να γίνω παπάς, πράγμα όμως που εγώ δεν ήθελα να κάνω, όπως και αρκετές φορές σας το ανάφερα στα προηγούμενα.
Κατάπινα εσκεμμένα βέβαια αυτές τις σκέψεις, όσο κι αν επέμεναν αυτές να απασχολούν το μυαλό μου κι έτσι σιγά, σιγά και μέσα από τα νέα μου καθήκοντα στο τμήμα πωλήσεων, εύκολα και πάλι τις καταχώνιασα στο εσωτερικό μου.
Καταχωνιάζοντας λοιπόν αυτές, αφέθηκα ολόψυχα πλέον στα καθήκοντα μου, ανάμεσα στα οποία ήταν και η διαδικασία ανεύρεσης νέων πελατών για την εταιρεία που εργαζόμουν κι αυτό όπως καταλαβαίνετε, ήταν τόσο κοπιαστικό όσο και αναγκαίο, γι’ αυτό και διέθετα αρκετό από τον εργασιακό μου χρόνο γι’ αυτόν τον σκοπό.
Έψαχνα παντού δηλαδή και οπουδήποτε ήταν δυνατόν να βρω τους πολυπόθητους για μας πελάτες και μαζί με όλα τα άλλα που έκανα γι’ αυτό το θέμα, ήταν και το να ξεφυλλίζω όλες τις εμπορικές εφημερίδες της αγοράς κι αυτό το έκανα καθημερινά και την ώρα που έπινα στο γραφείο μου τον πρωινό μου καφέ.
Ξεφυλλίζοντας λοιπόν τις εφημερίδες, ανακάλυψα ότι όλες τους σχεδόν διέθετα ένθετα ειδικές στήλες καταχωρίσεων, στα περιθώρια των οποίων παρουσιαζόταν οι επιχειρήσεις που ζητούσαν δάνεια τότε, για δύο λόγους. Ή για την επέκταση των παλαιών εγκαταστάσεων τους, ή για την ίδρυση νέων μονάδων παραγωγής.
Για όλη την επικράτεια βέβαια γινόταν αυτές οι αναφορές, αλλά εγώ εστίασα το ενδιαφέρον μου μόνον σ’ αυτές που βρισκόταν πλησιέστερα προς την περιοχή των δικών μας δραστηριοτήτων και αυτές πάλι, εκτείνονταν από την Λάρισα έως και την Ορεστιάδα.
Μελετώντας λοιπόν αυτές τις αιτήσεις, άρχισα να σκέφτομαι και το πως θα μπορούσα να κάνω πελάτες μας τις επιχειρήσεις που παρουσιαζόταν ως αιτούμενες, παρασυρόμενος βέβαια κι από τα ποσά των δανείων που ζητούσαν και πληθωρικά αναφερόταν στις λίστες των εφημερίδων, γι’ αυτό κι εγώ είχα κάθε λόγο να μαζεύω όλες αυτές της πληροφορίες.
Και δεν τις μάζευα από περιέργεια, αλλά με σκοπό να επισκεφτώ κάποια στιγμή αυτές τις επιχειρήσεις και να εξετάσω από κοντά το ενδεχόμενο να τους κάνω πελάτες μας, αν κι εφόσον βέβαια είχαν αυτές να μας αναθέσουν κάποιο διεθνές μεταφορικό έργο, αφού αυτό ήταν το δικό μας αντικείμενο.
Έχοντας αυτό για στόχο μου λοιπόν, είχα μαζέψει πολλές τέτοιες αιτήσεις κι όπως τις μελετούσα, διαπίστωνα ότι οι ενδιαφερόμενοι να αποκτήσουν τέτοιο δάνειο ήταν και πολλοί στον χώρο της δικής μας περιοχής, αλλά και από κάθε λογής επαγγελματικού προσανατολισμού προέλευσης.
Από τις τράπεζες βέβαια ζητούσαν τα δάνεια τους αυτές, γι’ αυτό κι όλες σχεδόν δεχόταν τέτοιου είδους αιτήσεις. Αυτή όμως που κρατούσε την μεγαλύτερη μερίδα των εν λόγω αιτήσεων στα συρτάρια της, ήταν τράπεζα που είχε ιδρυθεί μόνον γι’ αυτόν τον λόγο κι εξαιτίας του ειδικού σκοπού της, πήρε το όνομα ΕΤΒΑ.
Συγκεντρώνοντας λοιπόν εγώ όλες αυτές τις αιτήσεις, τις έκανα αρχείο στην συνέχεια και τις χώρισα ανά περιοχή, αντικείμενο και ύψος δανείου κι όπως ήταν απαραίτητο αυτό, τις παρουσίασα και στον Γερμανό διευθυντή μας, ώστε να λάβει κι αυτός γνώση για όσα επεδίωκα να κάνω μέσω αυτών.
Βλέποντας αυτός το αρχείο μου, αλλά και το πελατειακό ενδιαφέρον που παρουσίαζαν οι αιτήσεις και στα δικά του μάτια, αμέσως τον άκουσα να μου λέει.
– Όπως το βλέπω, έχεις να κάνεις πολύ δουλειά. Γι’ αυτό λοιπόν, μη χασομεράς, προχώρα και κάνε αυτό που σκέφτεσαι.
Η ενασχόληση που είχα για πέντε ολόκληρα χρόνια στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, ήταν πολύμορφη βέβαια και με πάρα πολλά ενδιαφέροντα. Με τίποτε όμως δεν μπορούσε να συγκριθεί αυτή, με όσα είχα να κάνω ως πωλητής στο τμήμα πωλήσεων που μου εμπιστεύτηκαν, γι’ αυτό και με πολύ ενθουσιασμό έκανα όντως έργο μου τις σκέψεις μου, όπως άλλωστε μου το πρότεινε κι ο Γερμανός διευθυντής μας.
Κι αυτό που έκαναν αμέσως σχεδόν, ήταν το να ξεκινήσω συζητήσεις πρωτίστως με όλους αυτούς τους κάθε λογής που πιθανών θα γινόντουσαν δανειολήπτες, από τους οποίους και μάθαινα πολλά περισσότερα για την εξέλιξη των αιτήσεων τους κι όχι μόνον, από όσα αναφερόταν γι’ αυτούς στις εφημερίδες.
Έκανα λοιπόν εγώ τις προσπάθειές μου γι’ αυτό το θέμα, αλλά και δεν τις έκανα μόνος, με κάλυπταν όλοι οι ευρωπαίοι συνάδελφοι μου, αφού η εταιρεία που εργαζόμουν ήταν όχι μόνον πολυεθνική αλλά και πολλών δυνατοτήτων στο αντικείμενο μας, πράγμα που μου έδινε το δικαίωμα να δοκιμάζω μαζί τους ότι κι αν ήθελα, ότι κι αν σκεφτόμουν για τα κοινά μας συμφέροντα.
Και η γενική μας διεύθυνση μου επέτρεπε να δοκιμάζω, να εξετάζω και να εφαρμόζω χωρίς κανένα περιορισμό τις σκέψεις μου, αρκεί βέβαια να τους πήγαινα πελάτες, από τους οποίους απερίσκεπτα αυτή άρχισε τότε στα ξαφνικά να τα παίρνει κατά βούλησιν χοντρά από τους πελάτες μας, όπως πολύ δικαιολογημένα παραπονιόταν αυτοί κι αυτό ήταν κάτι που δυσκόλευε την προσπάθεια μου όπως το ανέφερα και στα προηγούμενα κι όντως φοβόμουν μη χάσουμε όλους τους παλιούς μας πελάτες, πριν ακόμη προσθέσουμε στους καταλόγους μας, τους νέους που έβαλα για στόχο μου να φέρω στην εταιρεία αν τα κατάφερνα.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, ανησυχούσα μη χάσω τους παλιούς μας πελάτες, αλλά κι έκανα προσπάθειες να προσθέσω νέους. Προκειμένου να προσθέσω όμως έστω και μερικούς από αυτούς που έβαλα ως στόχο να διεκδικήσω, σκέφτηκα να κάνω κάτι ώστε και τους παλιούς να πλησιάσω με τρόπο αλλά και οργανωμένα.
Έπιασα κι έκανα δηλαδή γι’ αυτόν τον σκοπό μια κατάσταση, μέσα στην οποία κατέγραψα τέσσερις χιλιάδες επιχειρήσεις διαφόρων ειδικοτήτων, οι οποίες δρούσαν στα όρια της δικής μας δικαιοδοσίας και είχαν την δυνατότητα να μεταφέρουν μαζί μας από το εξωτερικό, τον εισαγωγικό τους όγκο, είτε ήταν μεγάλος είτε ήταν μικρός.
Εκτός από αυτές όμως, συμπεριέλαβα στον κατάσταση μου και άλλες χίλιες περίπου επιχειρήσεις, από αυτές που δρούσαν στον ίδιο χώρο και είχαν την δυνατότητα να κάνουν σημαντικό έργο εξαγωγής.
Όλες αυτές οι επιχειρήσεις λοιπόν, αν και ήταν ήδη πελάτες μας, δεν ήταν αποκλειστικά δικοί μας. Έκαναν δηλαδή την δουλειά τους και με άλλες μεταφορικές εταιρίες, από αυτές που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο με μας και ήταν ανταγωνίστριες μας. Παρόλα αυτά όμως, σ’ εμάς έδιναν την μεγαλύτερη μερίδα του μεταφορικού τους έργου.
Εύκολο λοιπόν ήταν γι’ αυτές να μας εγκαταλείψουν αν δεν προσέχαμε εμείς την συμπεριφορά μας, γι’ αυτό και έπρεπε να τις επισκεφτώ όλες και να διαπιστώσω εκ του σύνεγγυς αν μας έφυγαν, αν ετοιμαζόταν να το κάνουν, ή αν έμεναν ακόμη σταθερές στην θέση τους μεν, αλλά είχαν ερωτηματικά.
Όταν λοιπόν άρχισα να κάνω τις επισκέψεις μου σ’ αυτές, καθόλου δεν δυσκολεύτηκα να συλλέξω τις πληροφορίες που ήθελα, αλλά μετά λύπης μου διαπίστωνα ότι επιβεβαιωνόταν οι φόβοι μου κι ότι μάλλον άρχισαν να κοιτούν προς άλλη κατεύθυνση οι περισσότερες, λόγο της οικονομικής πολιτικής που τους επέβαλε μονομερώς σκεπτόμενη η γενική μας διεύθυνση.
Μέσα από αυτές τις επισκέψεις όμως, εκτός από την δικαιολογημένη αντίδραση τους, έμαθα και πάρα πολλά για τις ανάγκες που είχαν, όπως και για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν αυτές γενικά, αλλά και ειδικά γι’ αυτά που αφορούσαν την εκτέλεση του μεταφορικού τους έργο κι όχι μόνον.
Μελετώντας στην συνέχεια αυτές τις γενικές, αλλά και τις επί μέρους ανάγκες αυτών των επιχειρήσεων, όπως και τους επιμέρους μικρούς και μεγάλους προβληματισμούς που αντιμετώπιζαν όλες μαζί και η κάθε μια ξεχωριστά, ήξερα πλέον και ποια λύση μπορούσα να προτείνω σε όσα τις αφορούσαν και βρισκόταν στην δική μας σφαίρα δραστηριοτήτων, τόσο σινολογικά για τον κλάδο τους, όσο και προσωπικά για την κάθε μια από αυτές.
Και δεν περιορίστηκα μόνον σ’ αυτό, αλλά αφειδώς προσέφερα αμέσως μετά και σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις τις υπηρεσίες μας, διεκδικώντας βέβαια το δικαίωμα να τους συνδέσω και πάλι με την εταιρεία μας, έστω κι αν αυτές θα υποχρεωνόταν να τις πληρώσουν κάπως ακριβότερα σ’ εμάς από όσα θα τους τις χρέωνε για το ίδιο έργο ο ανταγωνισμός μας.
Δεν είναι όμως δυνατόν να καταγράψω εδώ, όλες τις διαβουλεύσεις που έκανα με τις παραπάνω επιχειρήσεις, όπως και τις λύσεις που βρήκα να τους δώσω. Μπορώ όμως να σας πω, ότι χαλάρωσαν κάπως αυτές κι όντως δέχτηκαν να παραμείνουν πελάτες μας, μόνον που αυτό το έκαναν με επιφύλαξη, πράγμα που καθόλου δεν μου επέτρεπε να ησυχάζω. Φοβόμουν δηλαδή, ότι θα μας φύγουν μια μέρα αυτές κι όταν θα το κάνουν, αυτό θα γίνει ανεπιστρεπτί.
Όσον αφορά όμως τις επιχειρήσεις που ήταν και δεν ήταν πελάτες μας και ζητούσαν επαγγελματικά δάνεια τότε, έχω να σας αναφέρω πολλά, όπως και μερικά ιδιότροπα επεισόδια που έζησα κατά τις επισκέψεις μου στις εγκαταστάσεις τους, τα οποία νομίζω ότι είναι χρήσιμο να σας τα αναφέρω, για τον λόγο ότι όλα αυτά έχουν τόσο γενικό, όσο και ειδικά για όλους ενδιαφέρον.
Εστιάζοντας λοιπόν το επαγγελματικό μου ενδιαφέρον και σ’ αυτού του είδους τις επιχειρήσεις, από τις πρώτες κιόλας επαφές που έκανα μαζί τους, διαπίστωσα ότι το θέμα των δανειοδοτήσεων δεν ήταν και τόσο εύκολο, όσο αρχικά παρουσιάστηκε στα μάτια μας.
Ζητούσαν βέβαια αυτές δάνεια από την ΕΤΒΑ ως επί τω πλείστων, τα έγραφαν και οι εφημερίδες στις στήλες τους, τα ανακοίνωναν και στις ειδήσεις τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όταν αυτά ήταν μεγάλα ποσά, αλλά ποτέ δεν ήταν σίγουρο ότι θα τα πάρουν αυτοί που τα ζητούσαν, αφού τους δυσκόλευαν πολύ οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα τους τα έδιναν.
Χωρίς να το θέλω λοιπόν, αλλά και χωρίς να αφορά εμένα αυτό το θέμα, έμαθα και άκουσα πολλά από όσα οι ειλικρινείς δανειολήπτες υπέστησαν, έως ότου πάρουν την πολυπόθητη έγκριση του δανείου τους και προπαντός, έως ότου πάρουν τα χρήματα στα χέρια τους.
Βεβαίως και ασχολήθηκα αρκετά με αυτό το θέμα, αν και δεν μας απέδωσε τόσα όσα ελπίζαμε να αποκομίσουμε από την συνεργασία που είχα με τους δανειολήπτες, αλλά και δεν μπορούσαμε να παραδώσουμε αμαχητί όλους αυτούς στην διάθεση του ανταγωνισμού μας.
Ούτε κι αυτό το θέμα το αντιμετώπισα μόνος μου, αφού συλλογικά κινηθήκαμε και με την στήριξη τόσο του δικού μας υποκαταστήματος, όσο και με την στήριξη όλων εκείνων των Ευρωπαίων συναδέλφων μας, οι οποίοι και ενεργά συμμετείχαν στην προσπάθεια μας.
Όπου και αν υπήρχε λοιπόν πιθανότητα να δοθεί κάποιο δάνειο, εγώ πήγα να δω κι από κοντά την δυνατότητα που είχε ο δανειολήπτης να το πάρει και με αυτό το ενδεχόμενο, ήλπιζα να μου παραχωρήσει και το μεταφορικό του έργο αν είχε όταν θα το είχε, αφού όπως σας το ανάφερα, μόνον γι’ αυτό ενδιαφερόμουν.
Προς τούτοις όμως, όσες επιχειρήσεις κατάφερναν να πάρουν τελικά την πολυπόθητη έγκριση της δανειοδότησης τους, υποχρεωνόταν μαζί με όλα τα άλλα, να εξοπλίζουν τις κτιριακές τους εγκαταστάσεις μόνον με καινούρια και μόνον με νέας τεχνολογίας μηχανήματα. Κι επειδή όλα αυτά τα μηχανήματα ήταν εισαγόμενα, αυτός ήταν κι ο λόγος που διεκδικούσα εγώ την μεταφορά τους, αφού εταιρεία διεθνών μεταφορών ήμασταν.
Για όλες τις περιπτώσεις δανείων όμως, είτε αφορούσαν την εισαγωγή μηχανημάτων στις νέες επιχειρήσεις τους, είτε αφορούσαν την αντικατάσταση των παλαιών μηχανημάτων τους, ο νόμος ήταν σαφής.
Αποκλειστικά και μόνον καινούρια μηχανήματα και μάλιστα νέας τεχνολογίας. Με βάση αυτόν τον νόμο, δεν μπορούσαν να εισαχθούν παλιάς τεχνολογίας μεταχειρισμένα μηχανήματα και για τον ίδιο λόγο, από κανένα Τελωνείο δεν γινόταν αυτά αποδεκτά.
Παρόλα αυτά όμως, έγιναν πολλά έκτροπα τότε επ’ αυτού του θέματος, τα οποία όχι μόνον δεν απέδωσαν κανένα καλό, αλλά και πολύ μεγάλη οικονομική καταστροφή επέφεραν στα ταμεία του κράτους μας, συνεργούντων βεβαίως όλων αυτών που ασυνείδητα ζουν και υπάρχουν κλέβοντας ανάμεσα μας, όσο μπορούν, από όπου μπορούν, αφού κάποιοι κύκλοι σκοπίμως τους το επιτρέπουν όπως κατά κόρον σας το αναφέρω όταν μου δίνεται η ευκαιρία.
Κι όντως σκοπίμως κατασπατάλησαν τα χρήματα του Ελληνικού λαού όπως θα δείτε να σας αναφέρω στην συνέχεια. Για την ώρα πάντως, θα σας διηγηθώ το τι έγινε τότε με έναν μικρό βιοτέχνη, ο οποίος κατασκεύαζε μερικά μικρά αγροτικά εξαρτήματα και ζητούσε ένα επίσης μικρό δάνειο, ύψους δέκα εκατομμυρίων δραχμών.
Με αυτό το δάνειο λοιπόν, ήθελε αυτός να κάνει την μετεγκατάσταση του σε νέο χώρο και να πάρει από την Ιταλία μερικές μόνον μηχανές, αφού τόσες μόνον του χρειαζόταν.
Τον επισκέφτηκα πολλές φορές αυτόν, αν και δεν παρουσίαζε ενδιαφέρον για μένα, αφού ήθελα δεν ήθελα, έκανα μια στάση στον αυλόγυρό του, προκειμένου να δω άλλον πελάτη μας.
Η οικειότητα που προέκυψε μεταξύ μας, τον υποχρέωνε να μου εξηγεί και τους λόγους που αργούσε η έγκριση του δανείου του. Ένας από τους λόγους της αργοπορίας του δανείου του λοιπόν, ήταν ότι το δάνειο του ήταν πολύ μικρό και ως τέτοιο, δεν μπορούσε να προκαλέσει καμιάς τράπεζας το ενδιαφέρον.
Ένας άλλος λόγος ήταν, ότι για να βοηθήσουν οι τραπεζικοί στην διαδικασία έγκρισης, ήθελαν μια αμοιβή που να ακουμπάει το είκοσι της εκατό του ποσού της δανειοδότησης του.
Ένας ακόμη πιο σοβαρός λόγος που έκανε αυτό το δάνειο να του γίνεται εφιάλτης, ήταν ότι του ζητούσαν να αυξήσει το ύψος του δανείου του από τα δέκα στα εκατό εκατομμύρια, αν βέβαια ήθελε να το πάρει αμέσως. Διαφορετικά του είπαν, ότι θα περιμένεις πολύ.
Τι να το κάνω τόσο μεγάλο δάνειο τους έλεγε αυτός και πως θα το εξοφλήσω;
Μη στεναχωριέσαι του απαντούσαν οι διευθυντές της ΕΤΒΑ. Θα τα καταφέρεις.
Με το πες, πες λοιπόν, τον έπεισαν στο τέλος να μεγαλώσει την αίτηση του δανείου του, στα εκατό εκατομμύρια όπως του το ζητούσαν.
Η νέα αίτηση όμως, τον υποχρέωνε να καταθέσει και νέα μελέτη, τόσο για τις κτιριακές του εγκαταστάσεις, όσο και για τον απαιτούμενο μηχανολογικό του εξοπλισμό.
Αφού όλα αυτά έγιναν ανάλογα και σύμφωνα με τα νέα γι’ αυτόν δεδομένα, περίμενε όπως ήταν και λογικό μετά, την έγκριση του δανείου του κι αφού δέχτηκε να κάνει την αλλαγή στο αίτημα του, τους είπε ξεκάθαρα τα υπόλοιπα.
– Εγώ έχω κατά νου να πληρώσω το δάνειο. Με πείσατε να το μεγαλώσω και το μεγάλωσα. Αλλά είκοσι τις εκατό ρεγάλο που μου ζητάτε, προκειμένου να μου εγκρίνετε το δάνειο, δεν σας το δίνω με τίποτε.
Αν θέλετε, δώστε το μου. Αν πάλι δεν θέλετε, μη μου το δίνετε. Δεν μπορώ όμως να δουλεύω και για το δάνειο και για σας.
Θα ενημερώσουμε την απόφαση σου στα κεντρικά μας γραφεία του είπαν αυτοί την τελευταία φορά που συναντήθηκαν και χάθηκαν εντελώς για κάποιο χρονικό διάστημα.
Μετά όμως, πάλι άρχισαν να του κάνουν πολλές επισκέψεις προκειμένου να τον κρατούν ζεστό και συνεχώς του έλεγαν να μην ανησυχεί κι ότι θα πάρει το δάνειο του, αλλά δάνειο αυτός, δεν έβλεπε να έρχεται.
Βαρέθηκα να περιμένω το δάνειο που δεν λέει να εγκριθεί, μου είπε μια μέρα, όταν βρέθηκα και πάλι στο προαύλιο του.
– Και τι θα κάνεις; Θα το ακυρώσεις;
– Δεν θα κάνω τίποτε. Αν μου το δώσουν θα προχωρήσω. Αν όχι, θα μείνω εδώ μέχρι να βγω στην σύνταξη και θα δω τι θα κάνω με όσους απασχολώ εδώ.
Το πολύ, πολύ, θα το γυρίσω στις εισαγωγές. Έτσι δεν θα έχω και τον μπελά να φροντίζω και για τους εξήντα εργάτες που θα είχα στην δούλεψη μου, αν έκανα το εργοστάσιο που αυτοί οι μασκαράδες, με έβαλαν στο μυαλό να σκέφτομαι.
Την ώρα που εμείς λέγαμε αυτά όμως, μπήκε από σύμπτωση μέσα στον περίβολο της μικρής του μονάδας, ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο με σκούρα τσάμια.
Μόλις τους είδε ο βιοτέχνης, αμέσως τους αναγνώρισε, από το μεγάλο βέβαια αυτοκίνητο που οδηγούσαν, γι’ αυτό και μου έλεγε με σιγουριά.
– Να τους. Πάλι ήρθαν. Αυτοί είναι. Πάνε κι έρχονται, αλλά αποτέλεσμα δεν βλέπω.
Βλέποντας τον προβληματισμένο, του είπα ότι μάλλον ήταν καλύτερα να φύγω και να τους αφήσω μόνους.
– Όχι. Είπε αυτός. Κάθισε. Θα τους πω ότι είσαι συνεταίρος μου. Μόνον μη πεις τίποτε εσύ, ότι κι να ακούσεις.
Πάρκαραν αυτοί το αυτοκίνητο τους στην αλάνα κι αφού πήραν στα χέρια τους τις τσάντες τους, όπως έκανα κι εγώ όταν πήγαινα στους πελάτες μου και με αυτές στα χέρια, μπήκαν κορδωμένοι στο γραφείο του.
Ήταν δύο κυριλέ σαραντάρηδες τύποι αυτοί και μπαίνοντας μέσα, μας χαιρέτησαν. Αφού του συστήθηκαν λέγοντας τον ότι αντικαθιστούν για λίγο τους προηγούμενους συναδέλφους τους, ζήτησαν στην συνέχεια να μιλήσουν ιδιαιτέρως, αφού είδαν να υπάρχει κι άλλος μέσα στο γραφείο, τον οποίο ασφαλώς και δεν γνώριζαν.
Τους έκοψε όμως ο βιοτέχνης, λέγοντας τους ότι είμαι συνεταίρος του και τους προέτρεπε μάλιστα να μιλήσουν ελεύθερα μπροστά μου για το θέμα που μας αφορούσε.
Με κοιτούσαν με επιφύλαξη όμως αυτοί και μηχανικά σχεδόν του έλεγαν ότι πουθενά στο εταιρικό του δεν αναφερόταν η ύπαρξη συνεταίρου.
Καθόλου δεν πτοήθηκε ο βιοτέχνης από την επιφύλαξη τους κι αμέσως σχεδόν τους έδωσε την απάντηση του.
– Δεν αναφέρεται στο εταιρικό μου, γιατί είναι συνεργάτης συνεταίρος. Κι επειδή αφορά κι αυτόν το όλο θέμα, πέστε μας ελεύθερα αυτό που ήρθατε να μας πείτε.
Ξέρετε; Ξεκίνησε να λέει ο ένας από αυτούς και σταμάτησε. αλλά και δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω μου. Τον συμπλήρωσε ο άλλος όμως αλλά κι αυτός κάπως διστακτικά αποτελείωσε την φράση του πρώτου.
– Το δάνειο σας είναι από πολύ καιρό έτοιμο, αλλά σκαλώνει σε αυτόν τον γνωστό σε σας λόγο, με τον οποίο όπως δηλώσατε, ότι δεν θέλετε να δεχτείτε την καταβολή του είκοσι τις εκατό της επιβάρυνσης, η οποία είναι μηδαμινή σε σχέση με το ύψος του δανείου που ζητάτε να σας δώσουμε.
Άναψε ο βιοτέχνης με όσα άκουσε και με το δίκαιο του τους είπε τα υπόλοιπα.
– Κοιτάξτε παιδιά. Δεν μου το χαρίζετε το δάνειο. Θα το πληρώσω και μάλιστα με τόκο. Για να βγάλω εγώ σε πέρας αυτό το δάνειο, θα χρεωθώ. Και θα βάλω ενέχυρο σε σας, ότι έχω και δεν έχω. Και γι’ αυτόν τον λόγο, θέλετε να σας δώσω εγώ, είκοσι εκατομμύρια δώρο;
Θέλετε δηλαδή να χρεωθώ εγώ είκοσι εκατομμύρια επιπλέον, από μια δουλειά που δεν ξέρω που θα με βγάλει; Είκοσι οικογένειες ζούμε από αυτήν την δουλειά σήμερα και θα φορτωθούμε άλλους σαράντα.
Κι εσείς χωρίς κανένα κόπο και κανένα ρίσκο, θέλετε να πάρετε είκοσι κολλαριστά εκατομμύρια ως δώρο; Τέτοια τζάμπα λεφτά όλοι τα θέλουν. Κανείς όμως δεν τους τα δίνει. Ούτε κι εγώ είμαι διατεθειμένος να σας τα δώσω.
Τον άκουσαν αυτοί και για να καλμάρουν προφανώς την αντίδραση του σκέφτηκαν να του πουν κάτι, μόνον που αυτό ήταν ανήκουστο, αλλά και πολύ τρελό για τα δεδομένα του βιοτέχνη.
– Δεν καταλάβατε καλά. Του είπε ο πρώτος με την παρότρυνση του δευτέρου. Αυτό το ποσό του είκοσι της εκατό, δεν το θέλουμε ούτε εμείς, ούτε η ΕΤΒΑ. Αυτό πάλι σας το λέμε πολύ εμπιστευτικά, γιατί το θέλει ο κύριος Καραμανλής. Ο πρόεδρος της κυβέρνησης δηλαδή. Καταλάβατε;
Κάτι ακόμη ήθελε να προσθέσει αυτός, αλλά σταμάτησε, γιατί είδε να γυρίζουν τα μάτια του βιοτέχνη από όσα άκουσε να του λένε. Έκαναν μερικά βήματα προς τα πίσω μετά σαν να ήταν συνενωμένοι γι’ αυτό από πριν κι αφού ήταν όρθιοι ακόμη, δεδομένου ότι ούτε κάθισμα τους προσέφερε ο βιοτέχνης αγανακτισμένος μαζί τους κι αμέσως μετά του γύρισαν την πλάτη και τρέχοντας βγήκαν από το γραφείο κατευθυνόμενοι προς την αλάνα.
Παρατηρώντας τις αντιδράσεις τους εγώ, έλεγα στον εαυτό μου. Τέτοια γκάφα, δεν θα μπορούσε να την κάνει κανείς διαβασμένος πωλητής από όπου κι αν προερχόταν. Όπως φάνηκε όμως, αυτοί ήταν εντελώς αδιάβαστοι.
Από όσο ήξερα εγώ τον βιοτέχνη, από τις κατά καιρούς κουβέντες που είχα μαζί του, ήταν πολιτικά κόκαλο Καραμανλικός, γι’ αυτό και μόλις άκουσε αυτά που του είπε ο αδιάβαστος διευθυντής, τρελάθηκε.
Γύρισε κάμποσες φορές το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας κάτι να βρει και μόλις εντόπισε ένα φτυάρι που ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο από αυτά που είχε εκεί ως δείγμα της παραγωγής του, το άρπαξε και χωρίς να πει καμιά κουβέντα, τους έβαλε το κατόπι.
Σαν είδαν αυτοί το φτυάρι στα χέρια του, το έβαλαν στα πόδια και έτρεχαν έντρομοι να φτάσουν όσο γινόταν πιο γρήγορα στο μαύρο αυτοκίνητο τους, πριν τους μαυρίσει ο βιοτέχνης τις πλάτες, ο οποίος έτσι όπως ήταν θυμωμένος, δεν έβλεπε ούτε την πόρτα του γραφείου του προκειμένου να βγει έξω.
Αυτό έδωσε χρόνο στους κυνηγημένους να μπουν στο αυτοκίνητο τους, αλλά όχι και να ξεφύγουν εντελώς. Τούς πρόλαβε όταν αναγκαστικά έπρεπε να κάνουν όπισθεν αυτοί και τότε ήταν που τους έριξε τρεις τέσσερις φτυαριές στο αυτοκίνητο τους και αυτές πάλι τις έριξε πάνω στο πορτ μπαγκάζ, το οποίο και γέμισε με λακκούβες.
Τους κυνηγούσε με το φτυάρι στα χέρια και δεν σταμάτησε να τρέχει πίσω τους, μέχρι που αυτοί βγήκαν τελικά στον δρόμο και λαχανιασμένοι επέστρεφαν στην έδρα τους όποια κι αν ήταν.
Επιστρέφοντας ο βιοτέχνης, έλεγε κι αυτός λαχανιασμένος αλλά και αγανακτισμένους μαζί τους.
– Κατάλαβες φίλε μου; Δεν τα ήθελαν αυτοί τα λεφτά, αλλά τα ήθελε ο Καραμανλής. Ποιος; Ο Καραμανλής. Να καταδειχτεί δηλαδή αυτός ο κολοσσός και να ζητάει λέει από μένα τον ψηφοφόρο του μίζα. Ποιος; Ο Καραμανλής. Έ, ρε και να τους προλάβαινα.
Τους έκανα όμως το αυτοκίνητο τους όλο λακκούβες. Ακούς εκεί φίλε μου, να λένε τέτοια πράγματα χωρίς ντροπή. Έ ρε και να τους προλάβαινα. Έλεγε και ξανάλεγε ο βιοτέχνης και πάλι τα επαναλάμβανε με θυμό.
– Ούτε το δάνειο τους θέλω τέτοιοι που είναι, ούτε τίποτε άλλο από αυτούς τους απατεώνες. Μα να λένε τέτοια πράγματα;
Πήρε μεγάλη σύγχυση ο φουκαράς κι αυτή ήταν τέτοια, που δεν ήθελε πλέον ούτε την βιοτεχνία του να κρατήσει, γι’ αυτό και τα πούλησε όλα μια μέρα και πήγε στο χωριό του να ησυχάσει.
Μιχάλης Αλταλίκης