Προστατευμένος Και Πάλι

images  Δεν πέρασε πολύς καιρός όμως και είδαμε να φεύγουν ένας-ένας από την εταιρεία μας, όλα τα έμπειρα στελέχη της. Ο λόγος αυτής της άτακτης εξόδου τους από τα τμήματα που μέχρι πρότινος υπηρετούσαν με ζήλο, ήταν καθαρά και μόνον οικονομικός και η γενική μας διεύθυνση ήταν αυτή που την προκάλεσε.

 Εντόπισε δηλαδή ξαφνικά, ότι όλοι αυτοί ήταν υψηλόμισθοι κι αφού ως τέτοιοι φούσκωναν αρκετά τα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας όπως το υπολόγισαν, γι’ αυτό και σκέφτηκαν ότι μάλλον ήταν καλύτερα γι’ αυτήν να τους απομακρύνει με κάποιον τρόπο από τον κατάλογο του προσωπικού της.

  Προκειμένου να υλοποιήσουν και μάλιστα ανώδυνα για την εταιρεία αυτόν τον σκοπό, δεν δίστασαν και να τους βοηθήσουν ακόμη ψυχολογικά ώστε να βρουν το συντομότερο δυνατόν, αλλού την εργασία που θα τους χρειαζόταν.

 Μην αντέχοντας λοιπόν οι συνάδελφοι μου, την βοήθεια που τους παρείχε απλόχερα η γενική μας διεύθυνση κάθε μέρα και με κάθε τρόπο, αλλά και με αρκετή δόση ψυχολογικής καταπίεσης, όντως προτίμησαν να παραιτηθούν από τις θέσεις τους, αναζητώντας αλλού χώρο εργασίας.

 Αυτό που επεδίωκε να κάνει η γενική μας διεύθυνση βέβαια το κατάφερε στο τέλος και μάλιστα με το αζημίωτο, αφού σε κανέναν από αυτούς δεν χρειάστηκε να καταβάλει αποζημίωση, δεδομένου ότι από μόνοι τους έφυγαν και κανείς από αυτούς δεν απολύθηκε.

 Την θέση τους όμως, όπως και την εμπειρία τους, σκέφτηκαν να την αντικαταστήσουν με νέους και σαν τον άνευ χαρτοφυλακίου και δεύτερο τη τάξη διευθυντή μας, ανίδεους υπαλλήλους ή έστω από κάποιους που να γνωρίζουν έστω κι ελάχιστα από την δουλειά μας.

  Το αποτέλεσμα των επιδόσεων αυτών των νέων υπαλλήλων δεν τους απασχολούσε όπως φάνηκε, γι’ αυτό και μόλις τους βρήκαν κι όντως ήταν αρκετά πιο οικονομικοί, τους έστειλαν αμέσως να αναλάβουν τις θέσεις, αλλά και τις ευθύνες των προκατόχων τους.

 Ο άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντής μας όμως, καθόλου δεν ανησυχούσε μη χάσει την θέση του. Αυτός ήταν και προστατευμένος και καλά εδραιωμένος και κανείς δεν του ζητούσε να κάνει κάτι, αφού όλοι γνώριζαν ότι τίποτε δεν ήξερε να κάνει.

  Όλα αυτά βέβαια δεν επεδίωκε να τα κάνει από μόνη της η γενική μας διεύθυνση, αλλά υπό την υπόδειξη των Ελβετών και Γερμανών γενικών μας διευθυντών, δεδομένου ότι εμείς ήμασταν πολυεθνική εταιρεία κι ως υποκατάστημα τους, από αυτούς δεχόμασταν και τέτοιου είδους οδηγίες.

 Αφού αυτό λοιπόν τους υπαγόρευαν οι έξωθεν οδηγίες, αντικατέστησαν εν γνώσει τους κι όλοι μαζί την πείρα με την απειρία και το έκαναν αυτό στηριζόμενοι σε κάποιο γνωμικό που λέει. Το μοναστήρι να είναι καλά κι από μοναχούς; Όσους θέλεις.

 Πολύ εγωιστικό αυτό και να το λέει κανείς κι ακόμη πιο εγωιστικό είναι το να θέλει να το εφαρμόσει. Από όσο εγώ προσωπικά είμαι σε θέση να ξέρω όμως, σε κανένα μοναστήρι δεν εφαρμόζεται κάτι τέτοιο. Αλλά κι όπου πήγε να εφαρμοστεί, πολύ γρήγορα γνώρισαν την παρακμή και μαζί με αυτήν και την διάλυση που τους ακολούθησε.

 Ναι λοιπόν. Καλά έκαναν και σκέφτηκαν να ελαφρύνουν τα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας, αλλά δεν σκέφτηκε ότι με την απειρία ανά χείρας, γρήγορα θα μας έφερναν οι νέοι μας συνάδελφοι σε αντιπαράθεση με τους πελάτες μας.

 Όση καλή διάθεση κι αν είχαν αυτοί, ελλείψει της απαραίτητης εμπειρίας, δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν αξιόπιστα σε όσα υποσχόταν προς τους πελάτες μας, οι οποίοι ήδη άρχισαν διαμαρτύρονται και να μας απειλούν ευθέως μάλιστα, ότι μάλλον θα μας εγκαταλείψουν αν συνεχίσουμε να τους αντιμετωπίζουμε με την ίδια τακτική.

  Ανησυχούσαμε βέβαια εμείς, βλέποντας να μας ξεφεύγει η όλη κατάσταση, αλλά και κάναμε υπομονή περιμένοντας το πότε θα αποκτούσαν πείρα οι συνάδελφοι μας. Το κόστος αυτής της προσδοκίας όμως, θα το πλήρωναν οι πελάτες μας. Εσείς τι λέτε; Μέχρι να γίνει αυτό, θα μας είχαν μείνει πελάτες, ώστε να τους προσφέρουμε επαρκείς και ακριβοπληρωμένες γι’ αυτούς υπηρεσίες;

  Ανησυχούσαμε λοιπόν εμείς οι εναπομείναντες στις θέσεις μας κι όχι αδίκως, γιατί δεν άργησε να φανεί ότι μάλλον προς το να χάσουμε τους πελάτες μας, οδηγούσαν τα πράγματα, γι’ αυτό και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε, το πώς θα μπορούσαμε να αποφύγουμε τα αναμενόμενα, ή να ενισχύσουμε τουλάχιστον την αξιοπιστία μας με κάποιον τρόπο, ώστε να περιορίσουμε το κακό.

  Η γενική μας διεύθυνση όμως, επέμενε να δικαιώνει την απόφαση της και να κρατά ανίδεους υπαλλήλους σε θέσεις κλειδιά, όπως και να κρατά στην θέση του εκείνον τον ακριβοπληρωμένο διευθυντή του, τίποτε, που μόνον προβλήματα μας προκαλούσε και κανείς δεν ήθελε να απαλλαγεί από το δικό του οικονομικό βάρος.

 Παρακολουθώντας με προσοχή λοιπόν την κάθε μας κίνηση, όπως είχα υποχρέωση να κάνω από το τμήμα των πωλήσεων που υπηρετούσα, σπούδαζα στο επόμενο χρονικό διάστημα από τα συν και τα πλην των δυνατοτήτων μας και καθημερινά σκεφτόμουν πως και τι να κάνω, ώστε να βοηθήσω αν μπορούσα ενδεχομένως, αλλά και να στηρίξω από την θέση μου την εταιρεία μας, αφού από μακριά φαινόταν ότι αργά ή γρήγορα θα κατέρρεε αυτή, έστω κι αν τα οικονομικά της αποτελέσματα δεν με δικαίωναν, ξεγελώντας βέβαια προς το παρόν την γενική μας διεύθυνση.

 Όταν μετά από λίγο καιρό μπήκαμε στο 1976 και διανύαμε τους πρώτους μήνες του, μελετούσα μαζί με τον Γερμανό και καθ’ αυτό διευθυντή μας, το πως και το τι θα μπορούσαμε να αλλάξουμε στην συμπεριφορά μας, έτσι ώστε να διορθώσουμε τουλάχιστο κάτι από όσα κι αυτός έβλεπε ότι μας κατέβαζαν από το επίπεδο μας κι εξαιτίας αυτού, προκαλούσαμε οικονομικά προβλήματα στους πελάτες μας.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που συμφωνώντας αυτός μαζί μου, ζήτησε από τους προϊσταμένους των τμημάτων μας, να αλλάξουν τρόπο στο εξής και να μην κοστολογούν κατά βούλησιν το εκάστοτε μεταφορικό μας έργο, αφού με αυτήν την συμπεριφορά, προκαλούσαμε άσχημες για την εταιρεία μας αντιδράσεις.

 Είχαν ενστερνιστεί την λογική της γενικής μας διεύθυνσης αυτοί, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, τους προέτρεπε να παίρνουν όσα μπορούσαν περισσότερα από κει που μπορούσαν και αδιαφορούσαν για το ποιος ήταν αυτός που θα πλήρωνε αυτήν την επικίνδυνη οικονομική πολιτική.

 Παρόλα αυτά όμως, αυτοί έκαναν όσα τους έλεγε η γενική μας διεύθυνση γι’ αυτό και συνέχιζαν να κοστολογούν κατά βούλησιν, αδιαφορούσαν εντελώς για το αποτέλεσμα των αντιδράσεων των πελατών μας, αν και για πολύ καιρό μετά τους άκουγαν να διαμαρτύρονται στεναχωρημένοι.

 – Μας τα παίρνετε χοντρά από τις τσέπες. Θα το μετανιώσετε όμως αυτό.

 Δεν ήταν βέβαια δική μου δουλειά το να ανακατεύομαι στην οικονομική πολιτική της εταιρείας, αλλά και πως θα μπορούσα να κάνω τον ανήξερο, αφού έβλεπα ότι αυτή ήταν η αιτία που άρχισαν και μας έφευγαν πελάτες;

 Έκανα λοιπόν αυτό που έπρεπε και μάλωνα με τους προϊσταμένους των τμημάτων για τον τρόπο που κοστολογούσαν τις αποστολές των πελατών μας, όχι για να παριστάνω τον καλό προς αυτούς, αλλά για να συμβάλω κι εγώ από την θέση μου στην εξασφάλιση της αξιοπιστίας της εταιρείας μας, την οποία με κάθε τρόπο έπρεπε να ενισχύσουμε, πριν βρεθούμε έξω από την αγορά εξαιτίας της συμπεριφοράς μας.

 Όπως βλέπετε λοιπόν, είχα πολλές υποχρεώσεις τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς και κουρασμένος από αυτές, πως και πως περίμενα το πότε θα έρθει η μέρα της εικοστής πέμπτης Μαρτίου.

 Ήταν και η γυναίκα μου κουρασμένη το ίδιο χρονικό διάστημα, εξαιτίας του ότι βρισκόταν συνεχώς κλεισμένη μέσα στο σπίτι της, τόσο από την γκρίνια του μικρού μας όπως σας ανάφερα στα προηγούμενα, ο οποίος ήταν γαντζωμένος στην αγκαλιά της κι έκλαιγε μέρα και νύχτα, όσο κι από τις ασταμάτητες επισκέψεις που μας έκαναν οι συγγενείς και οι φίλοι μας.

 Θέλοντας λοιπόν να ξεσκάσουμε λίγο, αλλά και να απαλλαγούμε έστω και στο ελάχιστο από όλα αυτά, αποφασίσαμε να φύγουμε από το σπίτι μας εκείνη την ημέρα και κάνοντας μια μικρή παραθαλάσσια εκδρομή, να φάμε έξω και μάλιστα μόνοι μας.

 Υποθέσαμε δηλαδή, ότι μια βόλτα εκτός της πόλης με το αυτοκίνητο θα μας ανακούφιζε κάπως, γι’ αυτό κι από όλους την κρατήσαμε μυστική μη τυχών και μας την χαλάσουν κι όπως ήταν αναγκαίο, από το απόγευμα της παραμονής της εν λόγω γιορτής ζήτησα από τον πεθερό μου να μου δώσει το αυτοκίνητο του, στον οποίο και πολύ λακωνικά του ανάφερα ότι θέλαμε το αυτοκίνητο του προκειμένου να πάμε μια μικρή βόλτα, μπας και ησυχάσει από το να κλαίει το μικρό μας, χαζεύοντας τον έξω κόσμο από τα παράθυρα του.

 Ευχαρίστως μου το διέθεσε αυτός, αλλά και με συμβούλεψε για λίγο.

  – Πάρε το αυτοκίνητο μου και πήγαινε όπου θέλεις. Θα λείπω άλλωστε εγώ αύριο. Μια και θα πάτε βόλτα όμως, δεν παίρνετε και την μαμά μαζί σας, για να μην είναι μόνη της μέρα που είναι; Πρόσεχε όμως στον δρόμο, γιατί αύριο θα κυκλοφορούν πολλοί ατζαμήδες οδηγοί, αφού όπως ξέρεις, τέτοιες μέρες βγάζουν αυτοί τα αυτοκίνητα τους βόλτα.

 Πήρα λοιπόν το αυτοκίνητο του στο σπίτι μας κι αφού ξέχασα την ύπαρξη Της Παναγίας μας, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου το πρωί της ημέρας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και αντί να πάω στην εκκλησία όπως είχα υποχρέωση, πήγα στο βενζινάδικο να πλύνω το αυτοκίνητο, έτσι ώστε να είναι καθαρό αυτό εκεί που θα πηγαίναμε.

  Όταν πια και η γυναίκα μου ήταν έτοιμη, πήραμε μαζί μας το μικρό μας παιδί, πήραμε και την πεθερά μου που ήρθε εν τω μεταξύ στο σπίτι κι έτσι όπως ήμασταν, μπήκαμε στο αυτοκίνητο του πεθερού μου και ξεκινήσαμε για τον σκοπό μας.

 Αυτός πάλι δεν ήταν άλλος, από το να πάμε στην απέναντι πλευρά της Θεσσαλονίκης, στην Αγία Τριάδα δηλαδή, όπου και είχαμε κατά νου να φάμε ψάρια, αφού πολύ καλά το θυμόμουν αυτό, ψάρια τρώνε οι άνθρωποι αυτήν την μέρα.

 Εκτός από εμάς όμως, ήταν και πολλοί άλλοι που ξέχασαν να πάνε στην εκκλησία εκείνη την ημέρα, γι’ αυτό κι όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από αυτοκίνητα, οι επιβάτες των οποίων είχαν τον ίδιο σκοπό. Να φάνε ψάρια.

 Σε όποιον δρόμο κι αν μπαίναμε δηλαδή, στοχεύοντας να φτάσουμε το συντομότερο δυνατόν στον προορισμό μας, βρισκόμασταν αντιμέτωποι με πολύ μεγάλα μποτιλιαρίσματα, γι’ αυτό και θυμωμένος πια έλεγα στον εαυτό μου.

  – Μα τι γίνεται επιτέλους; Σήμερα βρήκαν όλοι αυτοί να πάνε βόλτα;

 – Όπως βγήκαμε εμείς, παρατήρησε η πεθερά μου, έτσι βγήκαν κι αυτοί. Αγανακτισμένος λοιπόν από τα αδιέξοδα που έβρισκα μπροστά μου, αποφάσισα να πάω στην Αγία Τριάδα μέσω Ραιδεστού. Από έναν δρόμο δηλαδή, που τότε δεν ήταν και πολύ γνωστός στους οδηγούς, αν και δεν ήταν η καλύτερη λύση για τον σκοπό που τον επέλεξα.

 Ήταν όντως άδειος αυτός ο δρόμος από αυτοκίνητα, αλλά ένα μεγάλο φορτηγό που συνάντησα στην μέση αυτής της διαδρομής προς την Ραιδεστό, μου έγινε εφιάλτης.

 Πήγαινε αδικαιολόγητα πολύ σιγά σε κείνο τον στενό επαρχιακό δρόμο κι όπως το έβλεπα κι αυτό, κανένας λόγος δεν εμπόδιζε τον οδηγό του να το κινεί γρηγορότερα.

  Με αυτήν την σκέψη στο μυαλό λοιπόν, έκανα πολλές προσπάθειες να το προσπεράσω, αλλά ο όγκος του δεν μου επέτρεπε να το κάνω αυτό με ασφάλεια, δεδομένου ότι δεν είχα καθόλου ορατότητα.

 Η γυναίκα μου καθόταν δίπλα μου, στην θέση του συνοδηγού και η πεθερά μου, μαζί με τον μικρό μας, καθόταν για ευνόητους λόγους στο πίσω κάθισμα ενώ εγώ είχα τον νου μου συνεχώς  απασχολημένο, με το πως θα κατάφερνα την προσπέραση που επεδίωκα.

 Ο οδηγός του φορτηγού πάλι, εκτός του ότι πήγαινε αδικαιολόγητα πολύ σιγά όπως είπα, άλλο τόσο αδικαιολόγητα πατούσε συνεχώς και σε όλο το διάστημα που τον ακολουθούσα τα φρένα του.

 Κανείς δεν ερχόταν από απέναντι και τίποτε δεν υποχρέωνε τον οδηγό να κάνει εκείνα τα άσκοπα κουραστικά, αλλά και χωρίς λόγο φρεναρίσματα. Εκείνος όμως τα έκανε, αδιαφορώντας για όποιον τον ακολουθούσε, βυθισμένους τους δικούς του λόγους που τον υποχρέωναν να το κάνει.

 Είχα καιρό να περάσω από κείνο τον δρόμο κι έτσι όπως τον θυμόμουν δικαιολογούσα μέσα μου και την αντίδραση μου για τις ενέργειες τού φορτηγατζή οδηγού.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που επιχείρησα και πάλι να τον προσπεράσω μόλις τον είδα να σταματά τελείως κάποια στιγμή, θεωρώντας μάλλον, ότι βρήκε επιτέλους ο οδηγός του το μέρος, που τόση ώρα έψαχνε προκειμένου να σταματήσει.

 Έκανα γρήγορα και λίγο νευρικά την προσπέραση του σταματημένου φορτηγού, αφού ήθελα να γλιτώσω από τον εκνευρισμό που μου είχε προκαλέσει ο οδηγός του, γι’ αυτό και ήμουν ευχαριστημένος από την επίδοση του δικού μου αυτοκινήτου, που τόσο γρήγορα απέκτησε την επιθυμητή γι’ αυτόν τον σκοπό ταχύτητα.

 Τρέχοντος με εκατό λοιπόν έκανα την προσπέραση μου, αλλά δεν πρόλαβα να γλιτώσω όπως ήλπιζα από κείνο το φορτηγό, που λες και βρέθηκε επίτηδες μπροστά μου εκείνη την ώρα, μόνον και μόνον, για να μας βάλει όλους σε πολύ μεγάλο κίνδυνο.

 Παναγία μου! Παναγία μου! Φώναζα πάλι έντρομος εγώ, όταν είδα να είμαι έκθετος σε μια διασταύρωση που αγνοούσα. Πότε τον έκαναν αυτόν τον δρόμο έλεγα με αγωνία στον εαυτό μου και πατούσα με όλη μου την δύναμη τα φρένα μου, θέλοντας να ακινητοποιήσω το αυτοκίνητο μου.

 Δέστε τώρα τι έγινε εκεί, από την στιγμή που πατούσα το φρένο και από την επίκληση και μόνον του ονόματος της Παναγίας μας.

 Όταν αντίκρισα λοιπόν την διασταύρωση, ήδη πατούσα με τα λάστιχα του αυτοκινήτου μου πάνω σε έναν νέο και κάθετο δρόμο προς αυτόν που ακολουθούσα κι αυτός πάλι, δεν είχε παραπάνω από έξη μέτρα πλάτος.

Από τα’ αριστερά μου, δεν κατέβαινε κανείς από το Πανόραμα προς στην Ραιδεστό όπως πρόσεξα. Από τα δεξιά μου όμως, ανέβαινε ένα επιβατικό αυτοκίνητο από τον δρόμο της Ραιδεστού, με κατεύθυνση προς το Πανόραμα.

 Ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε δώσει στο όχημα του την ίδια με την δική μου περίπου ταχύτητα αφού είχε περιθώρια για κάτι τέτοιο κι όπως το πρόσεξα αυτό, βρισκόταν με τις ρόδες του να πατούν στο σημείο που ο δρόμος του διασταυρώνονταν με τον δικό μου.

 Δεν είδα καμιά ταμπέλα εκεί που να πληροφορεί τους οδηγούς, ότι θα συναντούσα διασταύρωση και προπαντός, δεν είδα καμιά ταμπέλα που να δηλώνει, για το ποιος δρόμος έχει προτεραιότητα.

 Τρέχα τώρα να βρεις το δίκαιό σου σκέφτηκα και σίγουρος μάλλον ότι εγώ είχα την προτεραιότητα λόγω της παλαιότητας του δρόμου που ακολουθούσα, τα έβαλα με τον απρόσεχτο οδηγό, που ανέβαινε αμέριμνος τον δρόμο του.

  Βρισκόταν δε αυτός, δέκα μέτρα περίπου δεξιά μου και τέσσερα ή πέντε μέτρα περίπου μπροστά μου. Είχε άλλους τρεις μαζί του στο αυτοκίνητο του κι από ότι τον έβλεπα, κατάλαβα ότι έκανε για τελευταία φορά τον σταυρό του, σίγουρος ότι δεν θα την γλίτωνε μετά από το τρακάρισμα που θα του προκαλούσε, το αυτοκίνητο που έβλεπε να έρχεται με πολύ φόρα κατά πάνω του.

 Το δικό μου αυτοκίνητο ήταν μεγάλο και βαρύ και με την ταχύτητα που του είχα δώσει, ένα ήταν σίγουρο. Ότι με τίποτε δεν θα σταματούσε στα πέντε μέτρα, όσο κι αν εγώ πατούσα απεγνωσμένα τα φρένα του.

 Το άλλο σίγουρο ήταν, ότι αυτόν τουλάχιστον, θα τον έκανε πίτα η μούρη του. Όσο για τους άλλους τρείς πάλι, δεν έβλεπα να υπάρχει καμιά σωτηρία.

 Τρόμαξα σ’ αυτήν την εκδοχή, γι’ αυτό και πάλι έλεγα στην Παναγία μας.

 – Όχι και δολοφόνος Παναγία μου. Γλίτωσε με από το να σκοτώσω άνθρωπο!

 Αυτά Της έλεγα εγώ φοβισμένος από το θανατηφόρο ατύχημα που έβλεπα να προκαλώ και στη στιγμή σχεδόν, σταμάτησε για μένα ο χρόνος. Σ’ αυτόν τον μηδέν χρόνο όμως, ήρθαν και παρουσιάστηκαν στον νου μου, όλες εκείνες οι καλές στιγμές που είχα από μικρός, όταν ατέλειωτες ώρες είχα τον νου μου αφιερωμένο προσωπικά στην Παναγία μας, Αυτήν δηλαδή που και πάλι ξέχασα εκείνη την ημέρα, γι’ αυτό και όχι μόνον στεναχωρήθηκα, αλλά και άσχημα αισθάνθηκα για όσα απερίσκεπτα έκανα.

 Αυτός ήταν κι λόγος μάλιστα που πάλι έλεγα συντετριμμένος μέσα μου.

 – Όλα τα έκανα Παναγία μου κι όπως ξέρεις, πολλά χαζά έκανα. Συγχώρα με η καλοσύνη σου. Δεν με πειράζει που θα πεθάνω εγώ, γιατί όπως το βλέπω κι εγώ θα την έχω άσχημα αν κάνω αυτό το ατύχημα. Φύλαξε με όμως από το να σκοτώσω άνθρωπο. Μην μου επιτρέψεις Παναγία μου να σκοτώσω αυτόν τον άνθρωπό που από τον φόβο του όπως βλέπω, κάνει για τελευταία φορά τον σταυρό του.

   Σε κείνο το σημείο, άκουσα την γυναίκα μου και την πεθερά μου να λένε με αγωνία – αααχ, και τον οδηγό να ολοκληρώνει τον σταυρό του. Για μένα όμως σταμάτησε και πάλι ο χρόνος και μάλιστα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Δεν είχα καμιά απάντηση από την Παναγία μας και δεν είδα να γίνεται τίποτε εκεί που να δηλώνει ότι θα σταματήσει ο κίνδυνος.

  Δεν μπορούσα να μείνω άπραγος όμως, γι’ αυτό και πάτησα το φρένο όπως είπα με δύναμη ελπίζοντας ότι θα ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο μου ή θα κόψει τουλάχιστον κατά πολύ την ταχύτητα του, έτσι ώστε να μην προκαλέσω το ατύχημα που σίγουρα έβλεπα ότι θα κάνω.

 Δυστυχώς για μένα όμως, τίποτε από τα δύο δεν έγινε, γιατί ο τύπος του αυτοκινήτου που οδηγούσα, δεν είχε πεντάλ φρένου αλλά μια φούσκα στην ίδια θέση, η οποία παρουσίαζε μόλις ενός δακτύλου κενό ανάμεσα σ’ αυτήν και το πάτωμα.

 Ένα απαλό χάδι του ποδιού και μόνο σ’ αυτήν την φούσκα, ήταν αρκετό ώστε να ακινητοποιήσει με τα υδραυλικά του φρένα εκείνο το βαρύ όχημα.

 Σε κείνη την περίπτωση όμως, δεν ανταποκρίθηκε το σύστημα όταν πάτησα την φούσκα, γιατί χώθηκε στο κενό της ένα λαστιχένιο πατάκι που έβαλε στο πάτωμα ο πεθερός μου για να μη λερώνεται η μοκέτα του αυτοκινήτου.

 Εφόσον κάλυψε το εν λόγο κενό εκείνο το πατάκι, ούτε χιλιοστό δεν κατέβηκε προς τα κάτω η φούσκα όταν την πάτησα εγώ, γι’ αυτό και δε μεταβιβάστηκε η εντολή στο σύστημα πέδησης.

 Ανασηκώθηκα ωστόσο στο κάθισμα μου και βάζοντας περισσότερη δύναμη στο πόδι μου, πάτησα για δεύτερη φορά την φούσκα, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα, αφού ούτε και με το βάρος μου κατάφερα να ενεργοποιήσω την εντολή πέδησης, ώστε να φρενάρει επιτέλους το αυτοκίνητο μου.

 Τρέχοντας λοιπόν με εκατό χιλιόμετρα την ώρα, έφτασα τόσο κοντά στο διερχόμενο αυτοκίνητο σε κείνο τον απειροελάχιστο χρόνο, που είδα τον οδηγό του να βάζει το αριστερό του χέρι στα μάτια του, θέλοντας μάλλον να κρύψει από τον εαυτό του τον θάνατο που απρόσμενα τον πλησίαζε.

 Έπεφτα πάνω του με την μούρη του αυτοκινήτου μου κι έτσι όπως αυτός βρέθηκε να είναι μπροστά μου, θα τον κτυπούσα στην αριστερή του πλευρά και μαζί με αυτόν, δεν θα γλίτωνε ούτε η γυναίκα που καθόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του. Για τους άλλους δύο δεν ήταν βέβαιο το αποτέλεσμα. Απλώς το φοβόμουν.

 Παρατήρησα όμως, ότι είχα στην διάθεση μου όσο χρόνο ήθελα, γι’ αυτό και πάλι είπα μέσα μου.

– Γιατί δεν κάνω ακόμη μια προσπάθεια, ώστε να αποφύγω αυτήν την κατά μέτωπο δική μου σύγκρουση με την πόρτα του αυτοκινήτου αυτού του άτυχου ανθρώπου, που από βλακεία του όπως νομίζω βρίσκεται στην εις θάνατον καταδίκη του μισού μέτρου;

 Κι ενώ έλεγα αυτά, έκοψα πολύ απλά το τιμόνι μου όλο δεξιά, ώστε να πέσω τουλάχιστον πάνω του με τα πλαϊνά της αριστερής μου πλευράς, ελπίζοντας να γλιτώσω τουλάχιστον από την ανθρωποκτονία που ήθελα να αποφύγω.

 Το έκανα λοιπόν αυτό κι αμέσως σχεδόν αισθάνθηκα να σηκώνεται το δικό μου αυτοκίνητο από τα αριστερά και από την δεξιά του πλευρά να σέρνεται στις δύο πλαϊνές του ρόδες, έτοιμο να πέσει έτσι και με δύναμη πάνω στο διερχόμενο αυτοκίνητο.

 Είχα το κεφάλι μου έξω από το παράθυρο όμως, έτσι ώστε να βλέπω από κει τις αντιδράσεις του δικού μου αυτοκινήτου, γι’ αυτό και πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα, ότι μπορώ να γλιτώσω μάλλον και την πλάγια σύγκρουση.

 Εφόσον είχα απεριόριστο χρόνο στην διάθεση μου λοιπόν, δεν μπορούσα να μην τον εκμεταλλευτώ, γι’ αυτό κι έκοψα το τιμόνι μου όλο αριστερά την δεύτερη φορά, έτσι ώστε να φρενάρω κάπως την πλαγιολίσθηση μου και μαζί με αυτήν, να δώσω περιθώριο χρόνου και στο διερχόμενο αυτοκίνητο ώστε να απομακρυνθεί αν μπορεί, χωρίς καν να το ακουμπήσω με το δικό μου, που έγινε παιχνίδι στα χέρια μου.

  Έκανα εγώ αυτό που σκέφτηκα και ω του θαύματος, πέρασε αυτό όντως χωρίς καν να το ακουμπήσω. Αναγκάζοντας το αυτοκίνητο μου όμως να κάνει απανωτά την δεξιά στροφή, αμέσως μετά από την αριστερή, το είδα να σηκώνεται από τα δεξιά μου αυτή τη φορά και από την αριστερή του πλευρά να γονατίζει τόσο από την πίεση που δεχόταν, ώστε τα λάστιχα του να σέρνονται στην άσφαλτο εμποδίζοντας το να πέσει πάνω στο διερχόμενο αυτοκίνητο, το οποίο όπως είπα πέρασε χωρίς την παραμικρή γρατσουνιά.

 Εξαιτίας αυτών των δύο απανωτών στροφών που επιβλήθηκαν στο δικό μου αυτοκίνητο, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων πια αυτό να σταματήσει εντελώς και με σβησμένη την μηχανή του να βρεθεί στην απέναντι και δεξιά γωνία της διασταύρωσης, έτσι όπως είχαμε εμείς την κατεύθυνση μας.

  Δεν ξέρω πόσο χρόνο χρειάζεται ένα αυτοκίνητο, για να διανύσει επτά μέτρα απόσταση κάτω από τις συνθήκες που ανέφερα, όταν αυτό κινείται με 100 χιλιόμετρα την ώρα.

 Σ’ αυτόν τον χρόνο όμως εγώ όπως είπα, έκανα όλα αυτά τα περίεργα και είχα τόση μεγάλη άνεση χρόνου στην διάθεση μου, που όντως μπορούσα να βγω από το αυτοκίνητο μου, να πάω προς νερού μου, να επιστρέψω και να συνεχίσω την διαδικασία αποφυγής του ατυχήματος.

  Το πόσο πολύ χρόνο μου παραχώρησε η Παναγία μας προκειμένου να  γλυτώσει εμένα, τους οικείους μου και αυτόν τον απρόσεκτο όπως νόμιζα ηλικιωμένο οδηγό, το κατάλαβα όταν άκουσα την γυναίκα μου και την πεθερά μου να συμπληρώνουν με αγωνία την φράση που άρχισαν να λένε όταν ακόμη ήμασταν στην αρχή της εξέλιξης του επεισοδίου κι φώναζαν, ΄΄ααααχ τρακάρουμε΄΄, μόνον που αυτό το ΄΄τρακάρουμε΄΄, το άκουσα όταν πια είχαμε σταματήσει και την στιγμή που εγώ άνοιγα την πόρτα του του αυτοκινήτου μου, για να διαμαρτυρηθώ προς τον άλλον οδηγό και όχι μόνο, πεπεισμένος ότι οδηγούσε απρόσεκτα και επικίνδυνα για όλους μας.

  Θυμωμένος μαζί του λοιπόν, ξέχασα όσα προηγήθηκαν, αδιαφόρησα για τις δυνατότητες που μου παραχωρήθηκαν και πήγαινα κοντά του με κακές διαθέσεις, πράγμα που και αυτός έκανε όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο του, πολύ πιο πάνω βέβαια από την διασταύρωση.

 Ερχόταν προς το μέρος μου αυτός φωνάζοντας και τρέμοντας από την ταραχή που είχε πάρει, αφού με τα μάτια του είδε τον θάνατο να τον περιμένει εξαιτίας μου.

 Ζητούσα κι εγώ τα ρέστα θυμωμένος όπως είπα από τον ηλικιωμένο οδηγό, αλλά σταμάτησα αμέσως, όταν είδα τον οδηγό του φορτηγού να είναι στην μέση της διασταύρωσης γονατιστός και με τα χέρια υψωμένα να μας λέει.

 – Μη μαλώνετε παιδιά. Εξήντα χρόνια οδηγός είμαι. Τέτοιο πράγμα που είδα σήμερα εδώ, πουθενά δεν το συνάντησα.

 Έκανε τον σταυρό του ο φουκαράς και επαναλάμβανε το ίδιο ξανά και ξανά.

  – Θαύμα έγινε παιδιά. Μη μαλώνετε. Ευχαριστήστε μόνον τον Θεό για όσα έκανε για σας εδώ και δεν είχαμε όπως είδατε ατύχημα.

 Μετά από όσα άκουγα εκεί, άφησα ήσυχο τον οδηγό του επιβατικού αυτοκινήτου, αφού βέβαια του είπα πρώτα όσα δεν θα έπρεπε και πήγα να σηκώσω από τον δρόμο τον άλλον ηλικιωμένο οδηγό του φορτηγού, ο οποίος δεν σταματούσε να σταυροκοπιέται, αν και αυτός κυρίως έφταιγε όπως του έλεγα, για όσα μεσολάβησαν.

– Μη λες τίποτε. Απαντούσε αυτός. Να ευχαριστείς μόνον τον Θεό για όσα σου έκανε. Δεν γίνονται κάθε μέρα τέτοια πράγματα.

 – Καλά, καλά. Του είπα. Σήκω όμως τώρα να ελευθερώσουμε τον δρόμο που γέμισε περίεργους και πάρε το φορτηγό σου από την διασταύρωση, μη προκαλέσουμε κι άλλα ατυχήματα.

 Πήρε το φορτηγό του αυτός και τότε μόνον είδα, ότι υπήρχε μια ταμπέλα εκεί που πληροφορούσε ότι μπαίνουμε σε διασταύρωση. Ήταν όμως τόσο χαμηλά αυτή, που κανείς δεν θα μπορούσε να την δει αν έχει μπροστά του ένα οποιοδήποτε μικρό αυτοκίνητο. Πώς λοιπόν να την έβλεπα εγώ, έχοντας μπροστά μου εκείνο το μεγάλο φορτηγό;

 Μπροστά από την πρώτη ταμπέλα όμως, υπήρχε και μια δεύτερη, η οποία ήταν ακόμη πιο κάτω τοποθετημένη κι έδινε προτεραιότητα στον νέο δρόμο, αυτόν δηλαδή που δόθηκε δύο μέρες πριν σε κυκλοφορία όπως μου το πληροφόρησε κάποιος εκείνη την στιγμή κι εγώ το αγνοούσα.

 Άδικα δηλαδή μάλωνα τον άλλον οδηγό, αφού όπως αποδείχτηκε αυτός είχε δίκαιο κι εγώ ήμουν αυτός που οδηγούσε απρόσεκτα. Έφυγε γρήγορα όμως αυτός από την διασταύρωση, γι’ αυτό και δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να του ζητήσω συγνώμη.

 Μετά από αυτήν την διαπίστωση όμως και σαν να μη μας συνέβη τίποτε, πήρα την οικογένεια μου και συνεχίσαμε την εκτέλεση του σκοπού μας, ενώ άκουγα την γυναίκα μου να λέει με ανακούφιση.

  – Τρομάξαμε με όσα έγιναν. Ευτυχώς όμως τίποτε δεν πάθαμε, αλλά ούτε και ατύχημα κάναμε.

 Δεν της έδωσα καμιά απάντηση εγώ, αφού με απασχολούσε ο εγωισμός μου. Καμάρωνα δηλαδή μέσα μου, τόσο για τις επιδέξιες κινήσεις που έκανα, τις οποίες βεβαίως και δεν θα μπορούσε να κάνει κανείς άλλος οδηγός σ’ εκείνον τον μηδέν χρόνο όσο έμπειρος κι αν ήταν, όσο και για το αυτοκίνητο που διέθετα, για το οποίο έλεγα σε όλους μετά, πως αν δεν ήταν αυτό, αλλά οποιοδήποτε άλλο στην θέση του, δεν θα μπορούσε να αντέξει αυτήν την ταλαιπωρία, του να τρέχει δηλαδή με 100 χιλιόμετρα και στα έξη μέτρα να κάνει αυτές τις απανωτές και αντίθετες στροφές και να σταματήσει μάλιστα στην γωνία της διασταύρωσης από μόνο του και χωρίς να του πατηθούν τα φρένα και προπαντός, χωρίς να πάθει κανείς μας τίποτε.

  Ότι κι αν τους έλεγα όμως εγώ, από εγωισμό για μένα και για τα κατορθώματα μου, αλλά και για τις δυνατότητες του αυτοκινήτου μου, ήξερα ενδόμυχα ότι τους έλεγα ψέματα, αφού χωρίς την δυνατότητα του απεριόριστου χρόνου που μου παραχώρησε η Παναγία μας, δεν ήταν δυνατόν να κάνω τίποτε καλό και δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτε από όσα έγιναν εκεί, προκειμένου να σωθούμε όλοι μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *