Καλό και μεγάλο λοιπόν ήταν το νέο μας σπίτι κι ακόμη πιο καλό και μεγάλο ήταν το ρετιρέ μπαλκόνι του. Η γειτονιά μας δε, ήταν η καλύτερη της περιοχής κι ευχαρίστως μας φιλοξενούσε στους χώρους της ως νέους κατοίκους της, όπως και καθημερινά πια το βλέπαμε αυτό.
Κι αφού όλα ήταν καλά, εμείς δεν είχαμε να κάνουμε τίποτε περισσότερο εκεί, από το να χαιρόμαστε την συμβίωση μας με τους επίσης καλούς κατοίκους της, αλλά και τους συγκατοίκους της οικοδομής μας.
Στο εσωτερικό του σπιτιού μας όμως, εντοπίσαμε να συμβαίνουν μερικά όχι και τόσο φυσιολογικά ηλεκτρολογικά κατά βάση προβλήματα, τα οποία με κανένα τρόπο δεν μπορούσαμε να κατανοήσουμε, αλλά και να διορθώσουμε.
Χτυπούσε κάποιος το κουδούνι της εξώπορτας μας κάθε τόσο δηλαδή κι όταν την ανοίγαμε εμείς, κανέναν δεν βλέπαμε να υπάρχει έξω από αυτήν.
Το ίδιο μας συνέβαινε κι όταν χτυπούσαν το θυροτηλέφωνο μας. Άδικα φωνάζαμε. Ποιος; Ποιος είναι; Κανένας δεν απαντούσε γιατί κανένας δεν ήταν στα θυροτηλέφωνα.
Αγανακτισμένος από αυτό που μας συνέβαινε, αλλά και νομίζοντας ότι κάποιο από τα παιδιά της γειτονιάς μας το είχε για παιχνίδι, έτρεχα στο μπαλκόνι να δω ποιο από αυτά έπαιζε με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Μη βλέποντας όμως κανένα από τα παιδιά εκεί κάτω, τα απειλούσα στην περίπτωση που κρυβόταν και δεν τα έβλεπα.
– Δεν θα σας πιάσω ρε. Να δείτε τι θα σας κάνω.
Του κάκου όμως. Όλες οι απειλές μου πήγαιναν στον βρόντο. Κανείς δεν φοβόταν από αυτές, γιατί κανείς δεν ήταν εκεί όπως το διαπίστωνα. Το θυροτηλέφωνο μας όμως, όπως και το κουδούνι της εξώπορτας μας, χτυπούσαν πολλές φορές την ημέρα κι αυτό ήταν κάτι που μας εκνεύριζε αρκετά όπως καταλαβαίνετε.
Η ηλεκτρική μας κουζίνα πάλι, με κανένα τρόπο δεν ήθελε να αποδώσει τις υποχρεώσεις της στον ειδικά προσδιορισμένο χώρο εντός της κουζίνας του διαμερίσματος μας και για κάποιο λόγο που δεν μπορούσα να καταλάβω, ήθελε να τις αποδίδει, τότε μόνον, όταν δεχόταν ρεύμα από την πρίζα του χολ.
– Εδώ είναι η θέση σου. Της έλεγα θυμωμένος μια μέρα. Αυτή όμως δεν με άκουγε και συνέχιζε να κάνει αυτό που ήθελε. Όπως μπορείτε να καταλάβετε λοιπόν, ούτε κι αυτό μας άρεσε.
Έβαζα το δοκιμαστικό μου κατσαβίδι στην πρίζα της κουζίνας κι όταν έβλεπα να ανάβει το λαμπάκι του, βεβαιωμένα πια δεχόμουν ότι ερχόταν το ρεύμα εκεί. Το πώς δεν το απέδιδε όμως η ηλεκτρική μας κουζίνα αφού το δεχόταν, αυτό ήταν όντως αδιανόητο, γι’ αυτό κι απορούσα με την συμπεριφορά της.
Για να κάνει λοιπόν η γυναίκα μου την δουλειά της, αναγκάστηκα να πάω στο κατάστημα με τα ηλεκτρολογικά και να πάρω από εκεί καλώδια, φις και τέτοια κι αφού έφτιαξα με αυτά μια μικρή μπαλαντέζα, έπαιρνα ρεύμα από την πρίζα του χολ, για να δουλεύει η κουζίνα στην θέση της.
Αγανακτισμένη η γυναίκα μου με την κουζίνα της, αλλά και θυμωμένη με την δική μου αδυναμία να δώσω τέλος σ’ αυτό ειδικά το θέμα, μου έλεγε μια μέρα και με το δίκαιο της.
– Δεν είναι λύση αυτή. Με εμποδίζει αυτό το καλώδιο έτσι που το έβαλες. Όχι μόνο σκαλώνω συνεχώς πάνω σ’ αυτό, αλλά ούτε και να σκουπίσω δεν μπορώ, έχοντας το στα πόδια μου.
Θα πέσω καμιά μέρα εξαιτίας του και ποιος ξέρει που θα βρεθώ. Παριστάνεις τον ηλεκτρολόγο εσύ, με όλα αυτά που κάνεις και σημασία δεν δίνεις, για το πόσο παιδεύομαι εγώ μ’ αυτήν τρελή κουζίνα.
Μαλώναμε όπως καταλαβαίνετε και το κάναμε συνεχώς αυτό και για ένα άλλο λόγο, αφού κι αυτού του λόγου η αιτία, δεν μπορούσε να θεωρηθεί φυσιολογική.
Ανεξήγητο λοιπόν κι αυτό, αλλά συνεχώς ξεχνούσαμε αναμμένο το φως στην τουαλέτα μας κι αυτήν την αδιαφορία, την χρεώναμε ο ένας στον άλλον.
Και οι δύο είχαμε τον νου μας στο φως κι όντως το σβήναμε όταν βγαίναμε έξω από την τουαλέτα. Για τους δικούς του λόγους όμως κι αυτό, ήταν συνέχεια αναμμένο.
Όποιος από μας πήγαινε να μπει στην τουαλέτα, αμέσως άκουγε την παρατήρηση.
– Να, πάλι εσύ ξέχασες να σβήσεις το φως και ύστερα λες ότι εγώ το ξεχνώ.
Αφού μαλώναμε και γι’ αυτόν τον λόγο, αποφάσισα να παρακολουθήσω μια μέρα, το πότε θα πάει η γυναίκα μου στην τουαλέτα, έτσι ώστε να έχω βεβαιωμένη την απόδειξη, ότι όντως αυτή ξεχνούσε το φως αναμμένο, για να μη το ρίχνει σε μένα, παρουσιάζοντας με αδιάφορο.
Όταν τελικά την είδα κάποια στιγμή να μπαίνει στην τουαλέτα, στάθηκα παράμερα να δω τι θα κάνει, όταν θα βγει από αυτήν.
Αφού την παρακολουθούσα λοιπόν, είδα ότι πάτησε τον διακόπτη για να ανάψει το φως της τουαλέτας όταν μπήκε. Με το που άναψε όμως αυτό, κτύπησε και το θυροτηλέφωνο μας συγχρόνως.
Έτρεξα κατά την συνήθεια μου στο μπαλκόνι να δω ποιος ήταν εκεί κάτω στην είσοδο της πολυκατοικίας μας, αλλά όντως και δεν είδα κανέναν. Τρέχοντας μετά επέστρεψα μέσα και στάθηκα έξω από την τουαλέτα να δω, αν θα σβήσει το φως η γυναίκα μου βγαίνοντας.
Όταν βγήκε όμως αυτή έξω και είδα να πατά τον διακόπτη προκειμένου να σβήσει το φως όπως ήταν υποχρεωμένη, κανένα λόγο δεν είχα να της προσάψω, αλλά με το που τον πάτησε, χτύπησε και το κουδούνι στην εξώπορτα μας.
Τα έχασα με αυτές τις συμπτώσεις, γι’ αυτό και μονολογούσα.
– Ω ρε μπέρδεμα. Αυτοί μπέρδεψαν τα πόδια τους εδώ μέσα κι εμείς θα σκοτωθούμε με την γυναίκα μου, για το ποιος έσβησε ή όχι το φως της τουαλέτας.
Για να εξακριβώσω, αν όλα αυτά ήταν έτσι κι όπως τα υπολόγιζα, άνοιξα την εξώπορτα μας και βγαίνοντας έξω από το σπίτι, πάτησα τον διακόπτη προκειμένου να χτυπήσει το κουδούνι της.
Αντί να γίνει αυτό όμως, άναψε το φως στην τουαλέτα. Όταν έσβησε το φως της τουαλέτας η γυναίκα μου, χτύπησε το κουδούνι στην εξώπορτα μας.
Εξετάζοντας ποιο προσεκτικά το θέμα ύστερα, διαπιστώσαμε ότι το φως στην τουαλέτα ποτέ δεν έσβηνε κι όταν πάλι πατούσαμε τον διακόπτη να σβήσει αυτό, τότε χτυπούσαν εναλλάξ μια το κουδούνι στην εξώπορτα και μια το θυροτηλέφωνο μας.
– Πω, πω? Έλεγα στην γυναίκα μου. Γι’ αυτό και δεν φοβόταν κανείς όταν εγώ τους απειλούσα, αφού κανένα από τα παιδιά όπως υπολόγιζα δεν χτυπούσε το θυροτηλέφωνό μας. Το μπέρδεμα τα κάνει όλα αυτά.
Μπέρδεμα καλωδίων λοιπόν ήταν αυτό που μας παίδευε και πώς να το έβρισκα μόνος μου, αφού δεν ήξερα με ποιά διάταξη μπήκαν αυτά στους τοίχους του σπιτιού;
Δεκαπέντε μέρες έψαχνα να βρω τον εργολάβο που έχτισε εκείνη την οικοδομή, έτσι ώστε να μάθω από αυτόν, ποιος ήταν ο ηλεκτρολόγος που έκανε την εγκατάσταση, ώστε να έρθει στο σπίτι μας, προκειμένου να βρει αυτός το που βρισκόταν το μπέρδεμα.
Όταν επιτέλους τον βρήκα, μου υπέδειξε ως ηλεκτρολόγο της οικοδομής, αυτόν που είχε και κατάστημα με ηλεκτρολογικό υλικό στην γειτονιά μας, από τον οποίο αγόραζα ένα σωρό φις και καλώδια, στην προσπάθειά μου να δώσω ρεύμα στην κουζίνα μας από το χωλ.
Αυτός μάλιστα ήταν που μου είπε, ότι δεν ήταν ηλεκτρολογικά σωστή η ιδέα μου να τραβώ ρεύμα από διαφορετικό σημείο, από αυτό που βάση ηλεκτρικού σχεδίου τοποθέτησε ο νόμιμος ηλεκτρολόγος στην κουζίνα του διαμερίσματος.
Πήγα πολλές φορές στο μαγαζί του και κάναμε αρκετές φορές κουβέντα για πολλά άλλα θέματα, όπως και γι’ αυτό με την ιδιοτροπία της κουζίνας μας, αλλά ποτέ δεν του έκανα νύξη για τα υπόλοιπα προβλήματά μας, αφού δεν ήξερα ότι αυτά ήταν ηλεκτρολογικά τερατουργήματα.
Όταν όμως βεβαιώθηκα ότι μάλλον τέτοια ήταν αυτά και μάλιστα ήταν δικά του, πήγα αμέσως να του τα πω, αποβλέποντας στο να μου τα διορθώσει μόνον, αφού δεν ήταν λογικό να ζούμε σε ένα καινούριο σπίτι και να μην μπορούμε να μπούμε ανενόχλητοι στην τουαλέτα του.
Του εξιστόρησα λοιπόν τα γεγονότα κι όπως είχα υποχρέωση, του τα είπα όλα έτσι όπως ήταν και μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια. Τελειώνοντας την αφήγησή μου, τον παρακάλεσα να στείλει έναν ηλεκτρολόγο του στην οικοδομή μας, από αυτούς δηλαδή που είχε στην δούλεψή του, εφόσον εργολάβος ήταν κι αυτός, προκειμένου να μας ξεμπερδέψει όσα σίγουρα ήταν εκεί μπερδεμένα.
Με άκουσε αυτός είναι αλήθεια, αλλά αντέδρασε πολύ παράξενα στην συνέχεια, λέγοντας παραλογισμούς.
– Και τι θέλεις να μας πεις τώρα; Ότι εμείς κάνουμε τέτοια, που γελάμε όταν μας τα λένε στα ανέκδοτα; Ότι τάχα, όταν πατάς το κουδούνι στην πόρτα, ανάβει το φως στην τουαλέτα;
Τρία πτυχία έχω εγώ ρε κύριε. Είναι δυνατόν να έκανα τέτοια λάθη και να τα βρήκες εσύ που είσαι άσχετος;
– Εμένα δεν με ενδιαφέρει, πόσα πτυχία έχεις εσύ. Έλα όμως να μου ξεμπερδέψεις τα καλώδια, γιατί όντως πατάς τον διακόπτη να ανάψει το φως στην τουαλέτα και χτυπάει το θυροτηλέφωνό μας. Κι αν πας να το σβύσεις, χτυπάει το κουδούνι στην εξώπορτα μας.
Μετά από όσα άκουσε αυτός, σηκώθηκε από την καρέκλα του κι απευθυνόμενος προς τους παρευρισκόμενους, τους έλεγε με πολύ σπουδή.
– Ρε συ Θανάση; Πόσες οικοδομές σου έχω παραδώσει; Έκανα σε καμιά από αυτές τέτοια πράγματα, για όσα αυτός εδώ με διαβάλλει;
Εσύ ρε Γιώργο; Έχεις να κάνεις καμιά τέτοια κατηγορία σε μένα;
Όχι, απαντούσαν αυτοί και προφανώς δεν είχαν δει στις οικοδομές τους τέτοια ηλεκτρολογικά έκτροπα. Κι επειδή άκουσαν αυτά που τους εξιστορούσα, με κοιτούσαν όπως σαν πράγματι να κατηγορούσα άδικα εγώ τον συνεργάτη τους και μάλιστα για απίθανα πράγματα.
Παίρνοντας θάρρος αυτός από την κάλυψη που του έκαναν οι συνεργάτες του, με έδιωχνε από το μαγαζί του.
– Φύγε τώρα αμέσως από το μαγαζί μου κι αν συνεχίσεις να λες τέτοια πράγματα εις βάρος μου, θα σε κάνω μήνυση επί δυσφημήσει και όπως βλέπεις, έχω εδώ μάρτυρες και μάλιστα όλοι τους είναι αξιόπιστοι.
Έκανα τα πάντα εγώ προκειμένου να τον πείσω, ότι πράγματι είχα στο σπίτι μου τέτοια προβλήματα που του ανέφερα και ότι από αυτόν δεν ήθελα τίποτε περισσότερο, από το να στείλει κάποιον να μου τα διορθώσει.
Θύμωσε ακόμη περισσότερο αυτός μαζί μου, γι’ αυτό και καλούσε από τηλεφώνου την αστυνομία για τα περαιτέρω. Οι άλλοι εργολάβοι που ήταν εκεί και παρακολουθούσαν την μεταξύ μας διένεξη, πρότειναν τον έχοντα τρία πτυχία να στείλει έναν από τους ηλεκτρολόγους του στο σπίτι μου κι αυτός να διαπιστώσει, αν πράγματι υπάρχει δόλος ή όχι.
– Αν υπάρχει δόλος. Τού είπαν. Εμείς όντως θα είμαστε μάρτυρες για όσα θα θελήσεις να του κάνεις.
– Θα στείλω τον Μήτσο είπε αυτός στο τέλος, αφού είναι εδώ και μας ακούει. Άλλωστε, αυτός έκανε τις συνδέσεις σ’ αυτήν την οικοδομή και δεν είναι οι πρώτες που κάνει σαν ηλεκτρολόγος.
Απευθυνόμενος σ’ εμένα μετά, έλεγε με θυμό.
– Αν όμως διαπιστώσει αυτός, ότι όντως με διαβάλλεις εσύ, τότε θα σου κάνω μήνυση. Μέχρι να επιστρέψει όμως από το σπίτι σου ο Μήτσος, εσύ θα μείνεις εδώ, όπως κι όλοι αυτοί, για να κάνω μετά σε σένα, αυτά που σου αναλογούν.
Κάνε ό, τι θέλεις του είπα εγώ με θάρρος και κάθισα εκεί ως ενέχυρο. Αργούσε όμως να επιστρέψει ο Μήτσος κι επειδή δεν τους άρεσε αυτό, μου επέτρεψαν να πάω στο σπίτι μου προκειμένου να δω τι γίνεται.
Όταν εγώ ανέβαινα τις σκάλες της οικοδομής και βρέθηκα στον δεύτερο όροφο, συνάντησα τον Μήτσο, τον οποίο είδα να κατέβαινε τις σκάλες τρέχοντα και χωρίς να κρατά την ηλεκτρολογική του σκάλα, αφού με αυτήν τον είδα να φεύγει από το κατάστημα τους.
– Τι έγινε ρε Μήτσο; Βρήκες τα προβλήματα;
– Ποια προβλήματα; Βλέπεις πως είμαι; Σηκώθηκαν οι τρίχες μου όρθιες από όσα συμβαίνουν εκεί μέσα.
Μου έδειχνε τα χέρια του στην συνέχεια και τις τρίχες του όρθιες, αλλά και με συμβούλευε φοβισμένος.
– Να φύγετε αμέσως από αυτό το σπίτι, γιατί εκεί μέσα υπάρχουν ζούδια. Αυτά έλεγε και τρέχοντας κατέβαινε τις σκάλες, ελπίζοντας να βγει γρήγορα από την οικοδομή, στην οποία αυτός πέρασε τα καλώδια κι αυτός τα σύνδεσε μεταξύ τους.
Έφευγε λοιπόν αυτός κι άδικα του φώναζα εγώ να γυρίσει πίσω για να δούμε μαζί τα ζούδια που έβλεπε μόνος του.
– Έλα πίσω ρε ηλεκτρολόγε. Έλα ρε να δούμε μαζί αυτά τα ζούδια που τόσο πολύ σε φόβισαν.
Αφού τίποτε από όσα του έλεγα δεν άκουγε, ανέβηκα μόνος στον τρίτο όροφο κι όταν μπήκα στο σπίτι, βρήκα την σκάλα του ηλεκτρολόγου να είναι ακουμπισμένη στον τοίχο του χωλ και την γυναίκα μου να απορεί μαζί του.
– Δεν μπορώ να καταλάβω τι έπαθε. Μόλις του έδειξα, πως ανάβει το φως στην τουαλέτα, όταν πατάς το κουμπί για να κτυπήσει το κουδούνι στην εξώπορτα, τα παράτησε όλα κι έφυγε.
Μετά από όσα άκουσα, έβαλα την σκάλα του στην άκρη κι αμέσως επέστρεψα στο μαγαζί του τρεις φορές πτυχιούχου ηλεκτρολόγου. Μόλις με είδε αυτός, βγήκε έξω από το κατάστημα του και με απειλούσε.
– Μη μπεις μέσα, γιατί θα φωνάξω την αστυνομία. Όσο για τα προβλήματα σου, καλά θα κάνεις να φωνάξεις στο σπίτι σου τον παπά της ενορίας.
Πες του να διαβάσει εσάς, αλλά και το σπίτι σας. Εμείς εδώ ήμαστε ηλεκτρολόγοι. Δεν ήμαστε παπάδες να διώχνουμε τα ζούδια. Πήγαινε λοιπόν στον παπά και μην έρθεις ξανά εδώ.
Μπήκε μέσα στο κατάστημα του στην συνέχεια και κλείδωσε την πόρτα του. Αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτε εκεί, επέστρεψα στο σπίτι μου. Ήταν ήδη αργά πια και δεν θα έβλεπε καλά αν κατέβαζα τον γενικό, ώστε να ψάξω κι από μόνος μου εκείνη την ώρα, το που θα έβρισκα τα μπερδέματα του πτυχιούχου. Είπα όμως στην γυναίκα μου.
– Πήγαινε με αυτή την ευκαιρία το πρωί στην Εκκλησία και πες στον παπά αν μπορεί να έρθει και να μας κάνει αγιασμό, μια και μπήκαμε πρώτοι σ’ αυτό σπίτι.
Ήρθε ο παπάς αφού του το ζητήσαμε και μας έκανε τον αγιασμό στο σπίτι μας κι όπως ήταν λογικό, έφυγαν τα ζούδια από εκεί μέσα. Αν κι έφυγαν αυτά όμως, το φως συνέχιζε να ανάβει στην τουαλέτα, όταν πατούσε κάποιος το κουδούνι στην εξώπορτα και η κουζίνα, επέμενε να δουλεύει μόνον αν έπαιρνε ρεύμα από το χωλ.
Το απόγευμα κείνης της μέρας, πήγα και πάλι στο κατάστημα εκείνου του τρεις φορές πτυχιούχου ηλεκτρολόγου και μπήκα σ’ αυτό, την στιγμή που αυτός δεν έβλεπε προς την πόρτα του.
Όταν με είδε να μπαίνω μέσα, σηκώθηκε ενστικτωδώς να κλείσει την πόρτα του, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν δεν πρόλαβε κι αφού έφτασα κοντά του, του έλεγα τα υπόλοιπα με θράσος.
– Φώναξα τον παπά όπως μου είπες. Κάναμε κι αγιασμό στο σπίτι μας. Μετά από τον αγιασμό δε, είδα όλα τα ζούδια να φεύγουν τρέχοντας τις σκάλες.
Το φως όμως στην τουαλέτα εξακολουθεί να ανάβει όταν πατάς το κουδούνι στην εξώπορτα μας κι όταν πας να το σβήσεις, εξακολουθεί να χτυπά το θυροτηλέφωνο μας.
Η σκάλα σας είναι ακόμη στο σπίτι μου, δεν έρχεσαι εσύ με τα τρία πτυχία ηλεκτρολογίας να κάνεις σωστά, ότι αυτός ο ηλεκτρολόγος που μου έστειλες τα έκανε σαν τα μούτρα του και κουλουβάχατα;
Εκνευρισμένος αυτός, συνέχισε να με διώχνει από το μαγαζί του, αλλά δεν ερχόταν και κοντά μου όπως έκανε την προηγούμενη φορά, γιατί φοβόταν προφανώς τα ζούδια που με συνόδευαν.
– Φύγε σου είπα. Δεν ακούς; Θα καλέσω την αστυνομία.
– Και τον Αβραάμ πάπα να καλέσεις, εγώ δεν θα φύγω από δω, πριν έρθεις να διορθώσεις όλα τα χαζά που έκανες στην οικοδομή μας.
Είχε πολύ κόσμο στο κατάστημα του εκείνη την ώρα κι όλοι αυτοί κοιτούσαν περίεργα πότε εμένα και πότε αυτόν. Παρ’ όλες τις προσπάθειες μου όμως, δεν μπορούσα να πείσω τον τριπλά πτυχιούχο, ότι έπρεπε να έρθει ο ίδιος και να δει τι έκανε ο ηλεκτρολόγος του στο σπίτι μας κι επειδή μόνον φασαρία γινόταν εκεί, τον άφησα κι έφυγα.
Την άλλη μέρα γύρισα νωρίτερα από την δουλειά μου στο σπίτι μας και πριν κάνω οτιδήποτε άλλο, κατέβασα τον γενικό και με την βοήθεια της δικής τους σκάλας, ανέβηκα και άνοιξα όλα τα μπουάτ που βρήκα στον διάδρομο, στο χωλ, αλλά και στην κουζίνα του διαμερίσματος.
Σας είπα ότι είχα μια μικρή γνώση από τα ηλεκτρολογικά, αφού από μικρός έπαιζα μαζί τους και με αυτές τις λίγες γνώσεις, έψαχνα να βρω που ενδεχομένως ήταν το μπέρδεμα.
Τέτοιο ήταν αυτό που είχαν κάνει και το βρήκα τυχαία, σε ένα μπουάτ του χωλ και κοντά στην εξώπορτά μας. Δεν ξέρω για ποιό λόγο το έκαναν αυτό, γιατί περνούσαν από εκείνο το μπουάτ πολλά καλώδια και ήταν όλα μεταξύ τους συνδεδεμένα στην ίδια κλέμα.
Τα χοντρά καλώδια που έφερναν το ρεύμα, από τον πίνακα σε εκείνο το μπουάτ και προορίζονταν για την κουζίνα, ήταν γυμνά μεν στις άκρες τους αλλά δεν ήταν πουθενά συνδεδεμένα.
Αντιθέτως, τα καλώδια που ήταν εκεί, για να μεταφέρουν ρεύμα προς την ηλεκτρική κουζίνα, ήταν συνδεδεμένα στην ίδια κλέμα, μαζί με όλα τα άλλα ψιλά καλώδια.
Αυτά δηλαδή που ήταν εκεί για να δώσουν ρεύμα στα κουδούνια της εξώπορτας και του θυροτηλεφώνου, όπως και αυτό που μετέφερε ρεύμα στην λάμπα της τουαλέτας.
Ερχόταν λοιπόν το ρεύμα στην ηλεκτρική κουζίνα, όπως καλώς το έδειχνε το δοκιμαστικό μου κατσαβίδι, μόνον που αυτό ήταν πολύ λίγο για τις δικές της ανάγκες, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να αποδώσει τα αναμενόμενα και κακώς εγώ την μάλωνα.
Αφού βρήκα που κρυβόταν το πρόβλημά μας, ήταν εύκολο σε μένα μετά και να το διορθώσω. Τα λίγα ηλεκτρολογικά που ήξερα, ήταν αρκετά ώστε να δώσω κι από μόνος μου λύση σε κείνο τον γρίφο, αυτόν που τον έκαναν από βιασύνη προφανώς οι επαγγελματίες ηλεκτρολόγοι, μόνο που δεν είχαν το σθένος να παραδεχτούν τα λάθη των ενεργειών τους, όταν αυτά παρουσιάστηκαν εκεί και τους κατηγορούσαν.
Μιχάλης Αλταλίκης