Τα Τσιγάρα Τα Ποτά Και Τα Ξενύχτια, Κλείνουν Τα καλύτερα Τα Σπίτια

Ma  Αλήθεια είναι αυτό βέβαια και τραγούδι έγινε και πολλά παραδείγματα προς αποφυγήν μας άφησαν, αυτοί που αγνόησαν κατά καιρούς και διαστήματα την παραπάνω παρατήρηση.

 Εξαιτίας αυτής της παράληψης λοιπόν, πολλοί είναι αυτοί που έγιναν έρμαια αυτών των παθών, στα τσιγάρα, στα ποτά και στα ξενύχτια δηλαδή χωρίς να το καταλάβουν, αφού και πάθη είναι και δύσκολα κόβονται, όσο κι αν πολύ ύπουλα μας παρουσιάζονται ως απολαύσεις.

  Όλοι βέβαια το έχουμε υπόψιν μας αυτό, μικροί και μεγάλοι, αλλά κι όμως. Όλοι τα βάζουμε αυτά στην ζωή μας όταν μας δοθεί η ευκαιρία και όλοι κάνουμε κακό με την χρήση τους στον εαυτό μας και στους διπλανούς μας και καθόλου δεν διστάζουμε να βαφτίσουμε την εξάρτηση μας ως απόλαυση, αν και ξέρουμε ότι λέμε ψέματα στον ίδιο μας τον εαυτό.

  Κανένα από αυτά δεν είναι απόλαυση και προπαντός, κανένα από αυτά δεν θα ήθελε να τα υποστεί ο οργανισμός μας, ο οποίος όντως και υποφέρει με αυτά που τον αναγκάζουμε να υποστεί ως προσθήκες στις δικές του υποχρεώσεις.

 Ως εμπλεκόμενος κι εγώ σ’ αυτές τις διαδικασίες αναφέρω τα παραπάνω και πράγματι αισθάνομαι πολύ τυχερός, που βρέθηκα να ζω κάτω από την αμέριστη προστασία Της Παναγίας μας, εξαιτίας Της Οποίας και δεν φορτώθηκα πάθη από την σχέση μου μαζί τους, ώστε να γίνω κι εγώ έρμαιο της επιρροής που έχουν τα τσιγάρα τα ποτά και τα ξενύχτια στον οργανισμό μας.

  Παραμένοντας απείραχτος από την χρήση τους, μπορώ να πω ότι μάλλον σπούδασα και πολλά μάλιστα από τις συμπεριφορές των ανθρώπων που είδα να απολαμβάνουν κατά την άποψη τους αυτές τις κακές συνήθειες, οι οποίοι πολλά έπαθαν εις βάρος τους, ευρισκόμενοι κάτω από την επήρειά τους.

 Όπως σας έχω αναφέρει στα προηγούμενα, ήμουν αθλητής στα μαθητικά μου χρόνια κι ως εκ τούτου, δεν είχα χρόνο στην διάθεσή μου, ώστε να τρέχω πίσω από επιθυμίες, σαν τα ποτά, τα τσιγάρα και τα ξενύχτια, αν και δεν μου έλειπαν τα φυσιολογικά.

 Βεβαίως και βρέθηκα ανάμεσα σ’ αυτούς που ξέφευγαν από τα κανονικά και ζούσαν από την νεανική τους ηλικία ακόμη ανάμεσα σ’ αυτά τα πάθη, αλλά εγώ ποτέ δεν ξέφυγα, επιλέγοντας λογικά την συγκρατημένη σχέση μου με όλους και με όλα.

 Φίλοι, φίλοι τους έλεγα, αλλά μέχρις εδώ. Πιείτε όσο θέλετε εσείς κι αφήστε εμένα να πιώ τόσο, όσο θα μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου. Καπνίστε εσείς, αφού νομίζεται ότι κάτι κάνετε κι αφήστε εμένα ήσυχο.

 Με τέτοια και με τέτοια λοιπόν από παντού ξέφευγα, αλλά κι έμπειρος έγινα, από τα λάθη και τις κακοτοπιές που αυτοί βρέθηκαν πεσμένοι, γι’ αυτό κι από καμιά από αυτές τις αρρώστιες δεν κόλλησα ιούς.

  Ως αθλητής λοιπόν, φυσικό ήταν να κάνω παρέα με τους συναθλητές μου κι ακόμη ποιο φυσικό ήταν να βρίσκομαι πολλές ώρες και μέρες μαζί τους, αλλά κι από αυτούς απομακρύνθηκα όταν τους είδα να κάνουν τον αθλητισμό ζωή τους και το μόνο που έκαναν, ήταν να μετρούν το πόσο δευτερόλεπτα γρηγορότερα έτρεξαν εχθές και πόσο σήμερα και πέραν αυτού τίποτε άλλο.

 Και μαζί και χώρια λοιπόν ήταν η στάση μου κι αυτό το εφάρμοζα παντού και πάντα ως κόρην οφθαλμού, όπου κι αν υπήρχε λόγος να συμμετάσχω. Το ίδιο έκανα όταν ήμουν έφηβος, το ίδιο κι όταν βρισκόμουν στον στρατό, στην εργασία μου, στις διακοπές μου, αλλά και στον Βελβεντό το ίδιο έκανα μιας κι αναφέρομαι στις διακοπές που αναγκάστηκα να κάνω εκεί το συγκεκριμένο καλοκαίρι, λόγω του σεισμού.

 Και το συνεχές ψάρεμα έκοψα, αλλά και χρόνο δεν είχα ελεύθερο ώστε να το συνεχίσω, αφού δεν ήθελα να περιορίσω τις ώρες της ζωής μου κάνοντας μόνον αυτό.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που μάζεψα ένα πρωινό την βάρκα μου και την έβαλα αποσυναρμολογημένη πλέον μέσα στους τρεις σάκους της.

 Απελευθερωμένος μετά από την παρουσία της στην εκεί καθημερινότητα μου, αφέθηκα στο να εξασκούμαι με τα άλλα γνωστά σπορ της περιοχής.

 Αυτά δηλαδή που είναι σε όλους γνωστά κι όντως κλείνουν τα καλύτερα τα σπίτια από κακή χρήση. Αυτά δηλαδή που κι εγώ εξασκούσα εκεί πάντα κι από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο Βελβεντό κι επειδή ήμουν καλός κι έμπειρος σ’ αυτά τα σπορ, με έψαχναν όλοι για παρτενέρ τους, αφού αυτά τα εξασκεί κανείς καλύτερα παρέα με άλλους.

 Εκεί όμως, όπως και σε πολλά από τα χωριά της πατρίδας μας, δεν έχουν να κάνουν πολλά πράγματα οι άνθρωποι προκειμένου να απασχολήσουν τον εαυτό τους, κατά τις ελεύθερές τους ώρες, γι’ αυτό και το ρίχνουν στα τσίπουρα. και μάλιστα τα μετρούν κιόλας σαν τους αθλητές και σαν τα μικρά παιδιά που μετρούν τα παγωτά που έφαγαν.

 Πέντε δευτερόλεπτα γρηγορότερα τρέχω φέτος, έλεγαν οι συναθλητές μου. Με εκατόν ογδόντα έτρεχα εχθές με το αυτοκίνητο μου, άκουγα να λένε οι οδηγοί. Τέσσερα παγωτά έφαγα σήμερα, ακόμη ακούω να λένε τα παιδιά. Και οι απανταχού καφενόβιοι, δεν κάνουν το αντίθετο. Δέκα τσίπουρα ήπια σήμερα καυχιέται ο ένας προς τον άλλον.

  Αυτό λοιπόν έκαναν και τότε στο Βελβεντό οι μπαρμπάδες. Μετρούσαν τα τσίπουρα που έπιναν δηλαδή και μόλις έμαθαν ότι τους επισκέφτηκα κι ότι θα καθόμουν αρκετές μέρες μαζί τους, δεν μπορούσαν να μη με συμπεριλάβουν στην ομάδα τους.

 Εγώ βέβαια, αναπληρωματικός ήμουν σ’ αυτήν και διακοπές θα έκανα εκεί από τα τέλη Ιουλίου έως και τον Δεκαπενταύγουστο κι όπως τους το έλεγα αυτό, δεν ήταν μόνιμα τοποθετημένα τα τσίπουρα στην καθημερινότητά μου.

 Βεβαίως κι έπινα παρέα με τον πεθερό μου, όπως και με την γυναίκα μου ένα τσίπουρο στο σπίτι μας όταν είχαμε μια τέτοια διάθεση και χρόνο, αλλά και ποτέ δεν θα έκανα συνεχώς και με ρέγουλα κάτι παρόμοιο.

 Αφού δεν είχα όμως και με τι άλλο να περάσω τις ώρες των διακοπών μου στο Βελβεντό κι αφού μου άρεσε να κάνω παρέα στους μπαρμπάδες που τα έπιναν στα καφενεία, εν γνώσει μου τους ακολουθούσα όπου κι αν πήγαιναν, αλλά και συγκρατημένα συμμετείχα στο πρόγραμμα τους, όπως κι αν αυτό εξελισσόταν, όσες ώρες κι αν τους κρατούσε αυτό επί ποδός.

  Κι όχι μόνον αυτό έκανα χάριν της απαράμιλλης συντροφικότητας τους, αφού και νηφάλιος παρέμενα ανάμεσά τους και παρέα τους έκανα τόσο, όσο αυτοί ήθελαν και μπορούσαν να αντέξουν την έκθεσή τους στα τσιγάρα στα ποτά και στα ξενύχτια.

  Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, το πρόγραμμα αυτού του επικίνδυνου σπορ ήταν πολύ δύσκολο, γι’ αυτό κι απαιτούσε πολύ καλή φυσική κατάσταση. Αυτός λοιπόν ήταν κι ο λόγος που εγώ προσωπικά δεν βρέθηκα σε κάποιο νοσοκομείο από απροσεξία, ή από υπερβολική χρήση αυτών των κακών συνηθειών.

 Και για να δείτε πόσο δύσκολο ήταν αυτό, σας αναφέρω, ότι το πρωινό πρόγραμμα κι από τις εννιά μέχρι της έντεκα, περιελάμβανε καφέ. Από εκεί και μετά και μέχρις ότου είχαν την δυνατότητα να μας προσφέρουν τα καφενεία, περιελάμβανε ακατάσχετα τσίπουρα.

 Οι περισσότεροι βέβαια από τους ασκούμενους ήταν ηλικιωμένοι ως επί το πλείστον όπως σας είπα κι ως εκ τούτου, ήταν πολύ έμπειροι πότες, αλλά όχι αλκοολικοί.

 Εμένα με έβαλε στην παρέα τους ο πεθερός μου, ο οποίος για πολλά χρόνια τους συντρόφευε όταν κι όσες φορές βρισκόταν στο Βελβεντό κι όπως σας το είπα στα προηγούμενα αυτό, αυτός άντεχε τις δυσκολίες που έχει αυτή η αναμέτρηση του οινοπνεύματος με το σώμα και το μυαλό του πότη.

  Για να μπορέσω όμως να σταθώ κι εγώ δίπλα σ’ αυτούς τους μπαρμπάδες που έπιναν και ξενυχτούσαν και πήγαιναν στις δουλειές τους ανενόχλητοι, αναγκαστικά κρατούσα χαμηλά το ποτήρι μου κι όταν έλεγαν αυτοί συνεχώς άντε στην υγειά μας, έκανα πως δεν άκουγα της περισσότερες φορές.

 Το απογευματινό πρόγραμμα πάλι, άρχιζε μαζί με το βραδινό, αφού τις περισσότερες φορές το πρωινό τελείωνε στις εννιά το βράδυ. Η διαφορά που προέκυπτε στο βραδινό πρόγραμμα, ήταν ότι αυτό απαιτούσε μπύρες, αφού έπρεπε να ξεπλυθούν με αυτές τα μέσα μας, όπως μου εξηγούσαν.

 Κανείς δε από αυτούς δεν έφευγε νωρίτερα από τις επτά το πρωί, από όπου κι αν βρισκόμασταν κι εγώ που ήμουν ο πιο μικρός στην ηλικία ανάμεσά τους, δεν μπορούσα να φύγω πρώτος από την παρέα τους, αλλά και σε διακοπές βρισκόμουν όπως σας είπα.

  Κάνοντας λοιπόν παρέα μ’ εκείνους τους μπαρμπάδες, αλλά και συμμετέχοντας σε κάτι που για μένα δεν ήταν σε καμιά περίπτωση μέρος της καθημερινότητάς μου, δυσκολευόμουν είναι αλήθεια να ανταποκριθώ επαρκώς στις δικές τους επιδώσεις.

 Τα κατάφερνα βέβαια, αλλά και δυσκολεύτηκα περισσότερο, όταν εκτός από τους συνηθισμένους, ήρθε να προστεθεί εκείνο το καλοκαίρι στην παρέα μας κι ένας επισκέπτης πότης.

 Ήταν ομογενής αυτός κι από την Αμερική μας ήρθε κι όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, δεν ήταν ένας απλός και σαν τους μπαρμπάδες πότης, αλλά πολύ βαριά αλκοολικός.

 Με τέτοιες περγαμηνές που μας έφερε αυτός, τις οποίες με υπερηφάνεια μας τις έδειχνε καθημερινά, ανέβασε κατά πολύ τον πήχη της αντοχής όλων μας στα τσιγάρα, στα ποτά και στα ξενύχτια κι αυτό, μόνον κακό έκανε σε όλους μας.

 Σ’ αυτόν βέβαια έκανε πολύ μεγαλύτερο κακό, αφού λίγο αργότερα κι όταν πια επέστρεψε στην Αμερική και στην έδρα του, μάθαμε ότι πέθανε από κύρωση του ήπατος.

 Δεν μας χαροποίησε βέβαια το γεγονός, αλλά ούτε και φρένο έβαλε στις επιθυμίες των συγχωριανών του, αφού συνέχιζαν κι ακόμη συνεχίζουν να κάνουν αυτό που ξέρουν, αν κι όχι στον ίδιο βαθμό.

 Από συνήθεια όμως, μερικοί ευτυχώς από αυτούς, ακόμη μετρούν τις ρακές που πίνουν.

 Παρόλα αυτά, για μένα έμεινε αξέχαστο εκείνο το καλοκαίρι που ο σεισμός με υποχρέωσε να το ζήσω, κάνοντας παρέα μ’ εκείνους τους μπαρμπάδες και δεν σας κρύβω ότι πράγματι κι έζησα πολλά μαζί τους συμμετέχοντας στης δικές τους συνήθεις.

 Ως δικό τους με δέχτηκαν ανάμεσα τους, αφού για τέτοιον με ήθελαν κοντά τους, πράγμα βέβαια που σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελα να τους το στερήσω, ότι κι αν μου στοίχιζε αυτό, αφού κι εγώ για δικούς μου τους ήθελα κι ακόμη έτσι τους θέλω, έστω κι αν πολλοί από αυτούς δεν υπάρχουν τώρα πια ανάμεσα μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *