Αντιμετωπίζοντας λοιπόν τον αέρα κάτω από τις νέες του επιλογές, να μας φυσάει δηλαδή μια πολύ δυνατά και μια μέτρια, έπρεπε να κάνουμε κι εμείς το πρώτο από τα τέσσερα ή πέντε ζίκ ζάκ που μας απέμειναν, οπότε κι έδινα εντολή στα παιδιά, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να επιχειρήσουμε την επιβεβλημένη αλλαγή θέσης στα πανιά μας κι όπως έπρεπε, κινήθηκαν αυτά προς το να εκτελέσουν την εντολή μου, ενώ εγώ έσπρωχνα με την πλάτη μου το τιμόνι της βάρκας μας, προκειμένου να της το επιτρέψει.
Και δεν έκανα μόνον αυτό εκείνη την στιγμή. Κρατούσα σφικτά επάνω μου την Μαριάννα μας με το αριστερό μου χέρι, μη μου φύγει στην θάλασσα, ενώ με το δεξί μου, κρατούσα το σχοινί με το οποίο θα μάζευα ή θα άπλωνα το οριζόντιο κατάρτι που φορούσε το μεγάλο πανί, προκειμένου να δεχθεί αυτό τόσον αέρα στην συνέχεια, όσον εγώ θα ήθελα να σπρώχνει την βάρκα μας.
Εκείνη την στιγμή όμως κι ενώ εμείς μπήκαμε πια στην διαδικασία της αλλαγή τοποθέτησης των πανιών μας στην βάρκα και τα παιδιά ήδη μετακινήθηκαν από την δεξιά κουπαστή προς την αριστερή, θέλησε να μας παιδέψει ακόμη περισσότερο ο αέρας, ο οποίος, εκτός από ριπόδης, έγινε ξαφνικά και διπρόσωπος. Πίεζε δηλαδή τα πανιά της βάρκας μας και από τις δύο πλευρές.
Σαν να τα έχασαν κι αυτά τότε, όντως και δεν ήξεραν από ποια πλευρά να φουσκώσουν, οπότε στάθηκε και η βάρκα μας για λίγα δεύτερα ακίνητη εκεί, αν και πήρε θέση προς τα δεξιά. Εκεί ακριβώς λοιπόν, που κι εγώ δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω, βρήκε χρόνο ο αέρας να μας ξεγελάσει θα λέγαμε.
Έκανε δηλαδή προς στιγμήν ότι θα φυσήξει τελικά προς τα εκεί που εμείς θέλαμε κι αφού σιγουρευτήκαμε, ότι μάλλον αυτή ήταν η επιλογή του, κάθισαν τελικά τα παιδιά στην αριστερή κουπαστή, προκειμένου να προλάβουν το φούσκωμα των πανιών από τα δεξιά μας, ώστε με το αντίβαρό τους, να ισορροπήσουν την βάρκα μας όταν θα ξεκινούσε.
Σωστά βέβαια ενεργήσαμε εμείς, αλλά, αλλάξει ξαφνικά γνώμη ο αέρας κι αφού μας φύσηξε δυνατότερα από δεξιά προς τα αριστερά, αλλάξει εντελώς ανάποδα τα δικά μας δεδομένα, με αποτέλεσμα να βρεθήκαμε όλοι μαζί στην θάλασσα, βάρκα κι επιβάτες, χωρίς καμιά δική μας αντίδραση, αφού τίποτε δεν προλάβαμε να κάνουμε.
Όταν λοιπόν βρέθηκα κάτω από την βάρκα και κατάπινα το θαλασσινό νερό, η Μαριάννα μας δεν ήταν μαζί μου όπως θα έπρεπε. Την έχασα. Κι ενώ την έψαχνα εκεί κάτω, δεν ξέρω τι και πως έγινε αυτό, αλλά βρέθηκα να είμαι και πάλι μέσα στην βάρκα και να κάθομαι στην θέση μου όπως ήμουν και πριν να πέσουμε στην θάλασσα.
Κι αφού βρέθηκα εκεί που έπρεπε να βρίσκομαι χωρείς να το κατανοώ, και χωρίς την δική μου συμμετοχή, δέχτηκα το αποτέλεσμα εξίσου χωρίς σκέψεις κι ερωτήματα κι όπως έπρεπε, αφέθηκα να κάνω τα δέοντα εκείνη την στιγμή, προκειμένου να μην απομακρυνθώ από το σημείο, ώστε να δώσω χρόνο στα παιδιά να ανέβουν κι αυτά στην βάρκα, αφού κι αυτή ήταν εκεί κι έτσι ακριβώς όπως την άφησα.
Πίεζα δηλαδή με την πλάτη μου και πάλι το τιμόνι της βάρκας πρωτίστως, κρατώντας την σταθερά στο νεκρό σημείο κι εκεί όπου δεν μπορούσε ο αέρας να φουσκώσει τα πανιά της, έτσι ώστε να μη μου φύγει αυτή ούτε σπιθαμή από κει που πέσαμε κι αφέθηκα να ψάχνω τα παιδιά μετά στα νερά της θάλασσας, τα οποία όμως χάθηκαν και πουθενά δεν τα έβλεπα, όσο κι αν τα έψαχνα.
Πάγωσα από φόβο, μη μπορώντας να τα εντοπίσω κι επειδή το είχα για σίγουρο ότι τα έχασα, έλεγα στον εαυτό μου κλαίγοντας πια. Πάει? Έπνιξα τα παιδιά. Τα έπνιξα κι τι θα κάνω τώρα? Τι θα πω στους γονείς τους? Και τι θα μπορέσω τους πω εγώ που ήμουν μεγαλύτερος και δέχτηκα τόσο εύκολα να κάνω αυτήν την κουτουράδα και να πάω με την βάρκα μου για μύδια και τώρα να χάσω τα παιδιά? Τέτοια έλεγα μέσα μου όπως καταλαβαίνετε και με αγωνία έψαχνα γύρω, γύρω από την βάρκα να τα δω, αλλά κανέναν δεν έβλεπα.
Μπροστά στην αγωνία που είχα να βρω τα παιδιά, σημασία δεν έδωσα στο ότι η βάρκα μου ήταν γεμάτη από νερά κι ότι από αυτήν, φαίνονται μόνον οι κουπαστές της, οι οποίες προεξείχαν βέβαια μια πιθαμή περίπου πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, όσο δηλαδή ήταν και το ύψος των αεροσωλήνων που διέθετε γύρω, γύρω και κάτω από αυτές.
Ούτε και για το κατάρτι της βάρκας μου έδειξα ενδιαφέρον, το οποίο έβλεπα να είναι όρθιο και τα πανιά του να βρισκόταν στο νεκρό σημείο όπως ήθελα, αλλά και με τα μάτια δακρυσμένα, έψαχνα απεγνωσμένα δεξιά κι αριστερά, μήπως και δω να γίνεται κάποια κίνηση στην επιφάνεια της θάλασσας από τα παιδιά. Σκίρτησε η καρδιά μου τελικά, όταν ο ένας από τα αριστερά κι ο άλλος από τα δεξιά, έκαναν την εμφάνιση τους τα αγόρια κι έτσι αναπτερώθηκε κάπως το ηθικό μου, μόνον που πάγωσε ξανά αυτό, αφού πουθενά δεν φαινόταν η Μαριάννα.
Τα αγόρια ήταν εκπαιδευμένα όπως σας είπα σε παρόμοιες περιπτώσεις, γι’ αυτό και γρήγορα μπήκαν στην βάρκα, χρησιμοποιώντας τα σχοινιά τους, αλλά και τι λέω μπήκαν, αφού η θάλασσα μπήκε στην βάρκα και το μόνον που έκαναν τα παιδιά, ήταν να συρθούν στον χώρο που φαινόταν ότι ήταν βάρκα, από τις προεξέχουσες κουπαστές που την οριοθετούσαν.
Έμεναν όμως σιωπηλά και προβληματισμένα από την εξαφάνιση του κοριτσιού της παρέας μας, όπως τους πληροφόρησα, οπότε έψαχναν κι αυτά μαζί μ’ εμένα να την εντοπίσουμε, αλλά και λογικά σκεπτόμενοι, λέγαμε μεταξύ μας ότι έπρεπε να βρίσκεται στην επιφάνεια της θάλασσας και μάλιστα πολύ πριν από την δική τους εμφάνιση, αφού ήταν η μόνη που φορούσε σωσίβιο κι αυτό ήταν ιδικό για ιστιοπλόους.
Με το δίκαιό τους λοιπόν έλεγαν και τα παιδιά στεναχωρημένα μαζί μ’ εμένα. Την χάσαμε την Μαριάννα. Την χάσαμε έλεγαν και με μια κίνηση, έλυσαν τα σχοινιά που ήταν δεμένα από το κατάρτι και πριν προλάβω να τους πω κάτι εγώ, βούτηξαν ξανά στην θάλασσα προκειμένου να την αναζητήσουν εκεί κάτω.
Έμεινα στην θέση μου όμως εγώ κι έκανα απεγνωσμένες προσπάθειες εκεί, ώστε να κρατήσω την βάρκα μου στο νεκρό σημείο, γιατί αν αυτή μας έφευγε, τότε το πρόβλημα που είχαμε θα μεγάλωνε ανεπανόρθωτα. Είχα βέβαια τον νου μου στην βάρκα, αλλά τον είχα και στην θάλασσα, γι’ αυτό και είδα κάποια στιγμή να επιπλέουν κάτι μαλλιά δίπλα, αλλά κι έξω από τα νοητά όρια της βάρκας, δεδομένου ότι το σημείο που ήταν το τιμόνι της και καθόμουν εγώ, ήταν εντελώς κάτω από την επιφάνεια της.
Από περιέργεια έπιασα εκείνα τα μαλλιά να δω τι ήταν και με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα, ότι ήταν το κεφάλι της Μαριάννας που χάσαμε. Όπως την είχα αρπάξει από τα μαλλιά όμως, την έσυρα με το αριστερό μου χέρι μέσα στα όρια της βάρκας και την ξάπλωσα πάνω στα γόνατά μου, βέβαιος μάλλον ότι ήταν πνιγμένη, αφού πέρασε αρκετή ώρα από τότε που την χάσαμε.
Στην προσπάθειά μου όμως να την ανασύρω από την θάλασσα, έφυγε από τον έλεγχό μου η βάρκα κι αφού πήρε θέση προς τα δεξιά, άρχισαν να φουσκώνουν τα πανιά της με αέρα κι έφευγε αυτή χωρίς να με ρωτήσει. Ακόμη δεν πρόλαβα να δω αν η Μαριάννα μας ήταν ζωντανή ή όχι και κινδύνευα να χάσω τα αγόρια με τα καμώματα της βάρκας, αφού μόνος μου πια, ούτε να την κουμαντάρω μπορούσα, αλλά ούτε και να την επιστρέψω, ώστε να πάρω τα παιδιά μαζί μου.
Ευτυχώς για μένα όμως, με έβγαλαν αυτά από το αδιέξοδο, αφού εκείνη την στιγμή βγήκαν έξω από το νερό να μου πουν, ότι δεν έβρισκαν πουθενά την Μαριάννα. Με αυτήν την ευκαιρία λοιπόν, πρόλαβαν κι αρπάχτηκαν από την πίσω πλευρά της βάρκας, ο πότε και είδαν ότι την κρατούσα ξαπλωμένη στα γόνατα μου, σίγουρος εγώ όπως κι αυτοί βέβαια, ότι ήταν πνιγμένη.
Το μόνο που έμενε και σ’ αυτούς λοιπόν να κάνουν, όταν πια μπήκαν στην βάρκα, ήταν να ρωτούν εμένα, όπως και τον εαυτό τους, τι θα έπρεπε να κάνουμε με την πνιγμένη Μαριάννα κι από φόβο μη ζήσουν ξανά τα ίδια, δένονταν και πάλι από το κατάρτι με τα σχοινιά. Πιθανολογώντας δηλαδή ότι μάλλον ήταν πνιγμένη η Μαριάννα, αφού έτσι έδειχνε η συμπεριφορά του σώματος της, την άφησα να είναι για λίγο ακόμη εκεί ξαπλωμένη και σε θέση μπρούμυτα όπως την έφερα, έχοντας ακόμη το κεφάλι της μέσα στα νερά της βάρκας, έως ότου βοηθήσω τα αγόρια να ταχτοποιηθούν στο εσωτερικό της, αλλά και να την βάλω με την βοήθεια τους σε σωστή πορεία, ώστε να αποφύγουμε μια δεύτερη βουτιά στην θάλασσα.
Αφού λοιπόν βάλαμε την βάρκα να ακολουθεί τον σχεδιασμό της επιστροφής μας, κρατώντας με την πλάτη μου το τιμόνι της όπως πάντα κι αφού έβαλα στο στόμα μου το σχοινί που κρατούσε σταθερή την πορεία μας, για να μη χάσω τον έλεγχο της, τότε και μόνον τότε επέστρεψα την προσοχή μου προς την πνιγμένη μας Μαριάννα, η οποία ήταν όντως κοκαλωμένη.
Την έπιασα με τα δύο μου χέρια μετά και με αρκετή δυσκολία θα έλεγα, έβαλα το σώμα της να καθίσει δίπλα μου και στο σημείο που καθόταν πριν βρεθούμε στην θάλασσα. Ήταν ξερή σχεδόν, αλλά και δεν ήθελα να δεχθώ τον πνιγμό της. Κι όσο με βασάνιζε η σκέψη, του πως θα αντίκριζα τους γονείς της, βάλθηκα να βεβαιωθώ εκείνη την στιγμή, αν όντως ήταν ζωντανή ή όχι, γι’ αυτό κι έκλεισα την μύτη της με τα δύο μου δάχτυλα.
Έκπληκτος τότε έβλεπα, να ανοίγει το στόμα της η Μαριάννα και να παίρνει τις αναπνοές που χρειαζόταν. Ζει, φώναζαν τα αγόρια με χαρά. Ζει, φώναζα κι εγώ με ανακούφιση κι αφήσαμε ήσυχη την Μαριάννα να κοιτάει το άπειρο, αφού τα μάτια της ήταν ανοιχτά, αλλά και στυλωμένα στο ίδιο σημείο.
Ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα λοιπόν, χαρούμενος πια έλεγα στα παιδιά εκείνη την στιγμή. Ελάτε να φύγουμε από εδώ. Υπακούοντας στην εντολή μου αυτά, έπιασαν αμέσως δουλειά. Άρπαξαν δηλαδή τους δυό από τους τέσσερις κουβάδες, που όλως παραδόξως παρέμειναν στην βάρκα κι αφού τους άδειασαν από τα μύδια τους, έβγαζαν με την βοήθειά τους μετά συνεχώς νερά μέσα από την βάρκα.
Για να τους πιέσω περισσότερο όμως, τους έλεγα να κάνουν πιο γρήγορα, αφού όσα νερά έβγαζαν αυτά μέσα από την βάρκα, άλλα τόσα έμπαιναν από την πίσω μας πλευρά, για τον λόγο ότι καθόμασταν δύο στην ίδια θέση κι αυτό έκανε την βάρκα να βουλιάζει εντελώς σ’ εκείνο το σημείο. Εκτός αυτού, μας προλαβαίνουν και τα κύματα που μας ακολουθούσαν, τα οποία ανενόχλητα πια έμπαιναν στην βάρκα, δεδομένου ότι διατηρούσαμε την ίδια κατεύθυνση πλέον.
Άκουγαν τα παιδιά τις παρατηρήσεις μου κι όντως προσπαθούσαν να βγάλουν περισσότερα νερά από αυτά που έμπαιναν μέσα, ενώ εγώ έψαχνα να βρω με ποιο τρόπο θα μπορούσα να βοηθήσω, ώστε να βγουν αυτά γρηγορότερα. Αν ήταν στα καλά της η Μαριάννα, θα την έβαζα να καθίσει στην μέση και μπροστά από τα δικά μου πόδια, αποβλέποντας στην αλλαγή του κέντρου βάρους. Με αυτήν την αλλαγή, θα ανασηκωνόταν κάπως το πίσω μέρος της βάρκας κι έτσι θα εμποδίζονταν τα κύματα να μπουν στο εσωτερικό της, αλλά έτσι όπως ήταν μαρμαρωμένη αυτή, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.
Τραβήχτηκα ωστόσο κάποια στιγμή από κοντά της και κάθισα στην δεξιά κουπαστή μεν, αλλά απλώς λίγο δεξιότερα από εκεί που καθόμουν πριν κι έβαλα την Μαριάννα να καθίσει στο κέντρο και στην θέση που καθόμουν εγώ. Έβαλα μετά το ένα από τα αγόρια να βγάζει τα νερά γρήγορα και το άλλο να κρατά αντίβαρο μαζί με μένα, ενώ κρατούσα με το αριστερό μου χέρι το τιμόνι και με το δεξί το σχοινί ελέγχου του μεγάλου πανιού.
Έτσι καθισμένος λοιπόν και λίγο γερμένος προς τα έξω, ακολουθούσα τον στόχο μας, αλλά τα μάτια μου τα είχα συνεχώς μια στα πανιά και μια στην Μαριάννα, μη τυχόν και μου φύγει κάτι από τα δύο και τότε αλίμονο σε μένα, γιατί δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτε για κανέναν από μας από εκεί και μετά, δεδομένου ότι η βάρκα μας έτρεχε πολύ. Η αλλαγή στο κέντρο βάρους της βάρκας μας όμως, βοήθησε ώστε να απαλλαγούμε από λίγα νερά, αλλά αυτά δεν ήταν αρκετά, γι’ αυτό κι όταν πια φτάσαμε στο σημείο που από πριν καθόρισα να κάνουμε το δεύτερο ζίκ ζάκ όπως σας είπα, ανησυχούσα, μήπως και δεν είχα το αποτέλεσμα που περίμενα.
Το επιχειρήσαμε τελικά αν και με πολύ άγχος, αλλά ευτυχώς για μας, όλα πήγαν καλά και μπήκαμε με ασφάλεια στην νέα μας πορεία, οπότε έπιασαν πάλι δουλειά τα αγόρια, βγάζοντας συνεχώς νερά από την βάρκα, τα οποία βέβαια, σκέπαζαν εκείνη την στιγμή τα γόνατα της Μαριάννας. Αυτή βέβαια, συνέχιζε να είναι αμίλητη, αλλά άρχισε σιγά, σιγά να ανοιγοκλείνει τα μάτια της και να περιεργάζεται τον χώρο, χωρίς όμως να καταλαβαίνει που βρίσκεται.
Με την αλλαγή πορείας που δώσαμε στην βάρκα, επιστρέφαμε από τα βαθιά προς τα ρηχά πλέον και προς την ακτογραμμή. Είχαμε τον αέρα να μας φυσά όπως και πριν μια πολύ δυνατά και μια μέτρια, αλλά από τα αριστερά μόνον και τα πανιά μας να βρίσκονται από την πλευρά της δεξιά μας κουπαστής. Κι αφού είχαμε νέα πορεία, μετακινήθηκα κι εγώ από την θέση που βρισκόμουν και κάθισα στην κανονική μου θέση αλλά κολλητά με την Μαριάννα, την οποία στρίμωξα θα έλεγα στην αριστερή γωνία, ενώ τα παιδιά πότε κρατούσαν αντίβαρο κρεμασμένοι έξω από την βάρκα και πότε έβγαζαν εναλλάξ με τον κουβά τα νερά που ήταν ατελείωτα.
Δεν ζούσαμε κάθε μέρα τέτοιες καταστάσεις και δεν γινόταν όλα αυτά κάτω από την επίδραση κάποιας πείρας, αφού κι εγώ άπειρος ήμουν και φοβόμουν αρκετά, τόσο για μένα, όσο και για τα παιδιά, γι’ αυτό κι ανυπομονούσα να βρεθώ στην στεριά, προκειμένου να γλιτώσω από εκείνον τον εφιάλτη που τελειωμό δεν είχε.
Κουράστηκαν τα παιδιά είναι αλήθεια μετά από τόσο κόπο, όπως κι εγώ άλλωστε, αλλά κι ο κίνδυνος να βρεθούμε ξανά στην θάλασσα δεν μας εγκατέλειπε. Αναλογιζόμενος την κόπωσή τους βέβαια, τους έλεγα ότι έπρεπε να κάνουν λίγη υπομονή ακόμη, αλλά και τί παραπάνω μπορούσαν να κάνουν τα δυό παιδιά; Μέσα στην βάρκα μας πάντως, ήμασταν εμείς οι τέσσερις, τα μύδια και τα νερά που την είχαν γεμίσει και δεν ξέρω πόσα κιλά σε βάρος μπορούσε να σηκώνει εκείνη την στιγμή, η οποία και μικρή ήταν αφού δεν ξεπερνούσε τα τρεισήμισι μέτρα και συναρμολογούμενη ήταν όπως σας είπα.
Αν και ήταν βαριά φορτωμένη όμως, παρέμενε αβύθιστη κι έτσι όπως την έσπρωχνε ο αέρας στροβιλίζοντας με δύναμη πάνω στα πανιά της, έτρεχε τόσο πολύ αυτή, που όταν κάποια στιγμή γύρισα να δω αν μπαίνουν ακόμη νερά από πίσω μας, είδα το τιμόνι της να σχίζει τα νερά της θάλασσας και να αφήνει πίσω της ένα αυλάκι τόσο μεγάλο και βαθύ, όπως αυτό που αφήνουν τα μεγάλα τρακτέρ, όταν οργώνουν τα χωράφια.
Την Μαριάννα, ασφαλώς και δεν την ξεχάσαμε, αλλά κάνοντας εμείς την δουλειά μας, περιμέναμε να δούμε, πότε θα συνερχόταν από μόνη της, αφού ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε και να συμμετάσχει στον αγώνα μας. Κι ενώ εμείς την αφήσαμε ήσυχη και αμίλητη εκεί να κοιτά στο πουθενά, που και που αυτή ανοιγόκλεινε τα μάτια της και μαζί αυτό, έσκυψε κάποια στιγμή να δει μέσα στον χώρο της βάρκας. Όταν όμως είδε, ότι ήταν γεμάτη αυτή από νερά, τότε έβγαλε μια τσιρίδα για κάποιον λόγο που δεν ξέρω, η οποία όμως ήταν τόσο δυνατή, που όλους μας τάραξε.
Είχα πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσω εκείνη την στιγμή και δεν είχα χρόνο να ασχοληθώ με τις τσιρίδες της Μαριάννα, οπότε σήκωσα το χέρι μου και της άστραψα ένα δυνατό χαστούκι. Το χαστούκι βέβαια έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα κι όχι μόνον σώπασε, αλλά κι άχνα δεν έβγαλε ξανά. Κάναμε εμείς με την ησυχία μας το τρίτο όπως και το τέταρτο ζίκ ζάκ στην συνέχεια και τα κάναμε όπως ακριβώς τα υπολόγισα από πριν, γι’ αυτό και πράγματι πλησιάσαμε ασφαλείς πια στον στόχο μας.
Αν κι έμειναν αρκετά νερά ακόμη μέσα στην βάρκα, βγήκαμε τελικά στην δική μας ακτή και μάλιστα ακριβώς μπροστά στο σπίτι μας, όπου και σύμφωνα με την συνήθεια μας, τραβήξαμε την βάρκα από την θάλασσα και την ανεβάσαμε αρκετά πάνω στην αμμουδιά της παραλίας μας.
Ελευθερωμένα πια τα παιδιά από τον εφιάλτη που έζησαν, φώναζαν από τον ενθουσιασμό τους, αφού εκτός από αυτόν, έζησαν και πράγματα εκείνη την ημέρα όπως και καταστάσεις, που πολύ λίγοι μπορούσαν να γευθούν και μάλιστα με απόλυτη επιτυχία.
Ταλαιπωρημένος και διψασμένος εγώ, αφού από το πρωί που φύγαμε δεν βάλαμε στο στόμα μας άλλο νερό εκτός από αυτό που ήπιαμε όταν πέσαμε στην θάλασσα, έδινα εξηγήσεις στην γυναίκα μου για τον λόγο που με έκανε να καθυστερήσω τόσο πολύ την επιστροφή μου, την οποία όπως το έδειχναν οι δείκτες του ρολογιού της, την κάναμε σε οκτώ ώρες.
Μη μπορώντας να κατανοήσει αυτή τον λόγο των πολλών διαδρομών μας μέσα στην θάλασσα αφού τις έβλεπε, μου έλεγε με απορία.
– Μα ήταν ανάγκη να πηγαινοέρχεστε όλη την μέρα, μια μέσα στην περιοχή μας και μια έξω από αυτήν και προς τα ανοιχτά της θάλασσας; Πήγαινε τώρα να κάνεις ένα μπάνιο, γιατί το πρόσωπό σου είναι γεμάτο αλάτια και ελάτε όλοι μαζί στο τραπέζι να σας βάλω να φάτε. Τι έγινε όμως με την Μαριάννα; Γιατί δεν μιλάει σε κανέναν; Τι της έκανες;
– Τίποτε. Απλώς της άστραψα ένα χαστούκι κι από τότε άχνα δεν βγάζει.
– Γιατί; Τι έγινε; Γιατί το έκανες αυτό; Τι σου έκανε;
– Τι να σου πω τώρα και τι να σου εξηγήσω; Άστο καλύτερα της είπα και πήγα να βουτήξω μαζί με τα παιδιά στην θάλασσα, από όπου βλέπαμε την Μαριάννα να μπαίνει κι αυτή αμίλητη για μπάνιο, αν και δεν ήξερε να κολυμπά, αλλά κι ακόμη φορούσε το σωσίβιο.
Όταν έφτασε αυτή στο σημείο που ήξερε ότι πατούσε, άρχισε να καλεί σε βοήθεια, νομίζοντας ότι θα πνιγεί εκεί που βρέθηκε, εξαιτίας του σωσίβιου που την έκανε να σηκωθεί. Τα έπαιξε η καημένη από όσα έζησε εκείνη την μέρα και χρειάστηκε να περάσουν αρκετές μέρες ακόμη, έως ότου ηρεμήσει από το σοκ που πέρασε. Ωστόσο όμως, ποτέ δεν ξέχασε εκείνη την διαδρομή κι ακόμη την θυμάται, αλλά κι όσες φορές της ζητώ να μου πει, αν ήθελε να ζήσει ξανά την ίδια περιπέτεια, ευχαρίστως απαντά, αν και δεν ξέρει να μας πει τι έγινε, όταν βρέθηκε στην θάλασσα μαζί μ’ εμένα.
Μιχάλης Αλταλίκης