Περιπέτεια Στην Θάλασσα

  Πράγματι λοιπόν και δεν μας ήρθαν ευνοϊκά τα πράγματα εκεί, αφού δυνάμωσε ξαφνικά ο αέρας και δυνάμωσε τόσο πολύ μάλιστα, που έτσι όπως είχα βάλει τα πανιά να σπρώχνουν την βάρκα μας, θα βγαίναμε πολύ πιο γρήγορα προς στην Καβάλα, αλλά με κανένα τρόπο στην έδρα μας.

Μπροστά σε κείνο το ανεπιθύμητο πλέον γεγονός, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο την δεδομένη στιγμή, εκτός από το να σκέπτομαι, ότι όντως και μας βρήκε πολύ μεγάλος μπελάς. Τα παιδιά όμως, δεν είχαν την ίδια γνώμη μ’ εμένα και μην υπολόγιζαν τον κίνδυνο, μου έλεγαν χαρούμενα.

– Γουστάρουμε. Μείνε όπως είσαι. Μπες περισσότερο στα βαθιά.

Αυτά μου έλεγαν, αλλά και φοβόταν όπως το έβλεπα στα πρόσωπά τους. Κι εγώ φοβήθηκα είναι αλήθεια, δεδομένου ότι δεν πήγα άλλη φορά τόσο βαθιά στην θάλασσα και μάλιστα με τέτοιον αέρα, ο οποίος έκανε αμέσως τα κυματάκια, κυματάρες, αλλά ούτε και τόσους επιβάτες είχα βάλει ποτέ στην βάρκα μου. Εξ αιτίας όλων αυτών λοιπόν ανησυχούσα κι εξαιτίας του ότι βρέθηκα στο σημείο να παλεύω με τον αέρα και τα κύματα, έχοντας στην βάρκα μου τρία παιδιά και το ένα από αυτά μάλιστα δεν ήξερε  καθόλου να κολυμπά. Ήταν δυνατόν λοιπόν, να μη φοβάμαι;

Ωστόσο όμως, μεγάλωσαν ακόμη περισσότερο τα κύματα εν τω μεταξύ και μεγάλωσαν τόσο πολύ αυτά, που έγιναν επικίνδυνα πλέον για μας, αφού κτυπούσαν αλύπητα την βάρκα μας και το κατάρτι της έτριζε τόσο, που από στιγμή σε στιγμή έλεγες ότι θα σπάσει. Αλλά και τα δύο ψηλά σχετικά συρματόσχοινα κινδύνευαν να σπάσουν, αυτά δηλαδή που δεμένα στις κουπαστές και στην ιδική υποδοχή που διέθετε στην κορυφή του το κατάρτι, το επέτρεπαν, αλλά και το στήριζαν, ώστε να βρίσκετε σε όρθια στάση.

Κάτω από τα νέα δεδομένα λοιπόν, φοβήθηκα ακόμη περισσότερο, σκεπτόμενος ότι ούτε η βάρκα μου, αλλά ούτε κι εμείς θα καταφέρναμε να ανταπεξέλθουμε των υποχρεώσεών μας ως ιστιοπλόοι. Κι όσο περνούσε από το μυαλό μου το ενδεχόμενο, να πάθουμε κάποιο ανεπανόρθωτο κακό εκεί, τόσο περισσότερο κι ανησυχούσα, υπολογίζοντας και τις εξηγήσεις που θα έπρεπε να δίνω στους γονείς των παιδιών κι αυτό ιδικά, ήταν που έκανε το αίμα μου να παγώνει όπως καταλαβαίνετε.

Το αίμα μου βέβαια το χρειαζόμουν και το ήθελα πολύ ζεστό εκείνη την ώρα, προκειμένου να μας βγάλει από το αδιέξοδο που βρέθηκα, αλλά και πώς να το ζέσταινα, με τόση αγωνία που με είχε κυριεύσει; Για τα δύο αγόρια δεν ανησυχούσα και πολύ, αφού όπως σας είπα και πριν, αυτά ήταν εκπαιδευμένα από τις καθημερινές μας σχεδόν προπονήσεις, αλλά και καλά δεμένα ήταν με τα σχοινιά από το κατάρτι.

Για το κορίτσι όμως, όντως κι ανησυχούσα πάρα πολύ, αφού αν από κάποια αιτία μου έπεφτε στην θάλασσα, σίγουρα θα κινδύνευε να πνιγεί. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που την έσφιγγα γερά στην αγκαλιά μου με το αριστερό μου χέρι, μη τυχόν και μου την πάρουν τα κύματα, τα οποία μας κτυπούσαν πλέον μανιασμένα από μπροστά και λίγο αριστερά και πλάγια.

Δεν μπορούσα πλέον να κρατήσω την πορεία που αρχικά σκέφθηκα να ακολουθήσω, για τον λόγο ότι φοβόμουν όπως σας είπα, μη μου σπάσει το κατάρτι από την πίεση που εξασκούσε πάνω τους ο μανιασμένος αέρας. Αλλά και τα μεγάλα κύματα συνεργούσαν στην ίδια απαγόρευση, αφού με τον θυμό τους και την συμπεριφορά τους αυτά, μάλλον επεδίωκαν να μας πνίξουν όταν τα σχίζαμε στα δύο με την βάρκα μας.

Περνούσαν πάνω από μας βέβαια, αλλά και κάθε τόσο γέμιζαν την βάρκα μας με πολλά νερά, τα οποία βεβαίως και δεν μπορούσαμε να βγάλουμε έξω με κάποιον τρόπο, αφού όλοι μας ήμασταν απασχολημένοι με το πώς εμείς θα μέναμε πάνω στην βάρκα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μου τα νέα δεδομένα, έδωσα ελλειπτική πορεία στην βάρκα στην συνέχεια, επιτρέποντας τον αέρα να πιέζει τα πανιά μας τόσο μόνον, όσο ήταν αρκετό να μας μετακινεί γρήγορα μεν, αλλά και να μην μας πάει στην Καβάλα.

Δεν του επέτρεπα δηλαδή να μας παρασύρει όπου ήθελε ο αέρας, όσο κι αν αυτό θα μας βόλευε σε ομαλή περίπτωση, αλλά και με τόσο δυνατό αέρα και με τόσο μεγάλα κύματα, ούτε και προς τα Κερδύλια κινούμενοι μπορούσαμε να φτάσουμε ασφαλείς. Αυτό που μας συνέβαινε δηλαδή ήταν όντως επικίνδυνο, γιατί αν για οποιοδήποτε λόγο κάτι δεν πήγαινε καλά, θα βρισκόμασταν σε πολύ δύσκολη θέση και μάλιστα μεσοπέλαγα, από όπου κανείς πια δεν θα μπορούσε να μας βοηθήσει όσο κι αν το ήθελε.

Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, αναγκαστικά πια και δέχτηκα την άποψη, ότι για μας και για την βάρκα μας, θα ήταν ασφαλέστερο να επιλέξουμε για την επιστροφή μας, την διαδρομή που ακολουθήσαμε όταν πήγαμε στον κολπάκο. Από τα ρηχά δηλαδή, έστω κι αν χρειαζόταν να κάνουμε πολλά ζίκ ζάκ και να διαθέσουμε πολύ περισσότερο χρόνο και κόπο για τον ίδιο σκοπό.

Έφεραν αντίρρηση βέβαια τα αγόρια όταν τους ανακοίνωσα τον σκοπό μου, αφού αυτά ήθελαν να ζήσουν εκείνη την επικίνδυνη περιπέτεια, όπως κι εγώ άλλωστε, αλλά η ευθύνη ήταν σε μένα κι εγώ θα έδινα λόγο για όσα ανεπιθύμητα θα μπορούσαν να μας συμβούν. Είχαν δεν είχαν όμως αντίρρηση τα παιδιά για την απόφαση μου, υπάκουσαν στο τέλος κι άρχισαν όπως έκαναν πάντα, να συνεργάζονται με σύνεση, εφόσον αυτό που είχε προτεραιότητα εκείνη την ώρα, ήταν να φτάσουμε σώοι στον προορισμό μας.

Και η ξαδέλφη της γυναίκας μου επέμενε να πάμε από τα βαθιά, αυτή δηλαδή που αγνοούσε κάθε είδους κινδύνου, η επιθυμία της οποίας βέβαια, έκανε τα αγόρια να γελούν μαζί της. Αφού πήραμε την απόφαση να επιστρέψουμε από τα ρηχά όμως, έπρεπε να αλλάξουμε και την πορεία μας, την οποία βέβαια επιχειρήσαμε τελικά, αν και δεν ήταν εύκολο να γίνει κάτω από τις συνθήκες που ταξιδεύαμε κι αφού έτσι έπρεπε, κάναμε το πρώτο μας ζίκ, ζάκ.

Αλλάξαμε δηλαδή την θέση που είχαμε τοποθετημένα τα πανιά μας και τα βάλαμε έτσι, ώστε να δέχονται πλέον αέρα από τα δεξιά μας και με την βοήθειά τους, παίρναμε κατεύθυνση προς την ακτή. Αυτό όμως ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει γρήγορα και συγχρόνως με την επίσης γρήγορη μετατόπιση των αγοριών από την αριστερή στην δεξιά κουπαστή της βάρκας κι εφ’ όσων αυτά ήξεραν πώς να κάνουν χρέη αντίβαρων, πετύχαμε σχετικά εύκολα τον σκοπό μας.

Κινδυνέψαμε λίγο είναι αλήθεια, αλλά ευτυχώς για μας, τα καταφέραμε τα παιδιά, οπότε και καθόταν ήρεμα μετά στις θέσεις τους, μέχρι να τους ζητήσω να το επαναλάβουν, όταν θα ερχόταν η ώρα. Με την ίδια επιτυχία όμως κάναμε το δεύτερο και τρίτο, όπως και πάρα πολλά άλλα τέτοιου είδους ζίκ ζάκ, στην προσπάθειά μας να διατηρήσουμε την ελλειπτική μας πορεία.

Μια προς τα βαθιά δηλαδή και μια προς τα ρηχά πηγαίναμε συνεχώς, μέχρι που άρχισαν να κουράζονται τα αγόρια από τις πολλές μετακινήσεις τους. Αφού αυτή όμως ήταν η δουλειά που έπρεπε να κάνουν, την έκαναν με υπομονή, αλλά και με ακρίβεια. Ο αέρας βέβαια είχε τον δικό του σκοπό, ο οποίος και συνέχιζε να φυσά με την ίδια ένταση τα πανιά μας κι αυτά με την σειρά τους έσπρωχναν επίσης δυνατά την βάρκα μας, η οποία έτρεχε μεν πάνω από τα κύματα αλλά και κινδύνευε να αναποδογυρίσει, αν τα αγόρια καθυστερούσαν έστω και για λίγο να κάνουν εκείνες τις απαραίτητες αλλαγές, μετακινούμενοι από την μια κουπαστή στην άλλη.

Κερδίσαμε αρκετή απόσταση με την συνεχιζόμενη ελλειπτική μας πορεία, αλλά ακόμη βρισκόμασταν πολύ μακριά από τον προορισμό μας. Ωστόσο όμως, μας προέκυψε μια μικρή έστω διαφορά εκεί που βρεθήκαμε, η οποία εκδηλωνόταν στα κύματα και μόνον, δεδομένου ότι αυτά δεν ήτα πια τόσο μεγάλα. Και δεν ήταν μεγάλα, γιατί όταν φυσά ο αέρας από την ξηρά προς την θάλασσα όπως έκανε τότε, τα κύματα μεγαλώνουν στα ανοιχτά κι όχι στα ρηχά που βρισκόμασταν, οπότε μπορούσαμε κι εμείς να αντιμετωπίζουμε τις ζίκ ζάκ διαδρομές μας με σχετική ασφάλεια πλέον για όλους μας.

Κάνοντας τον απολογισμό των προσπαθειών μας εκεί, ήταν φανερό πια ότι καταφέραμε αρκετά έως εκείνη την ώρα, προκειμένου να μειώσουμε την απόσταση που μας χώριζε από την έδρα μας και με σχετική ασφάλεια για μας μάλιστα, αφού το συντομότερα δυνατόν, δεν ήταν πλέον δυνατόν να επιτευχθεί. Σύμφωνα με τους δικούς μου υπολογισμούς όμως, έπρεπε να κάνουμε ακόμη τέσσερις ή πέντε αλλαγές στο πανιά μας μ’ εκείνα τα ζίκ ζάκ, έως ότου ολοκληρώσουμε την επιστροφή μας. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που έλεγα κάτι στα παιδιά, έτσι ώστε να τους ενθαρρύνω κάπως, αφού από αρκετές ώρες πριν έπαψαν πια αυτά να τραγουδούν όπως έκανα πριν, ενθαρρύνοντας τον εαυτό τους, αλλά και η αγωνία τους για το αποτέλεσμα όλο και μεγάλωνε.

– Άντε παιδιά. Ακόμη τέσσερις αλλαγές έχουμε να κάνουμε και φτάνουμε στο τέρμα. Ελάτε να κάνουμε την πρώτη απ’ αυτές κι όλα θα πάνε καλά. Κάντε όμως γρήγορα τις αλλαγές σας, γιατί υπάρχει κίνδυνος να γίνουμε ρεζίλι τώρα που είμαστε στα ρηχά, εμείς που με το σθένος μας γλυτώσαμε από τα βαθιά.

Από σύμπτωση εκείνη την στιγμή όμως, είχαμε τα πανιά μας από την αριστερή πλευρά της βάρκας και τα αγόρια καθόταν στην δεξιά κουπαστή για να κρατούν το απαραίτητο αντίβαρο. Η κατεύθυνση μας ήταν προς την ακτή του Σταυρού, αλλά ο αέρας άλλαξε συνήθειες εκεί κι από σταθερά δυνατός, μας ερχόταν πλέον ριπόδης, φυσώντας δηλαδή πότε πολύ δυνατά και πότε μέτρια σχεδόν.

Είχε την ίδια περίπου κατεύθυνση, αλλά μας παίδευε με την νέα του συμπεριφορά κι αφού δεν ξέραμε πότε θα κάνει το ένα και πότε το άλλο, όπως και πόση διάρκεια θα είχε η εκάστοτε διάθεσή του, ήταν πολύ δύσκολο να τον αντιμετωπίσουμε όπως καταλαβαίνετε. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που ζαλίστηκαν τα παιδιά, από το να δέχονται κάθε τόσο κι άλλη εντολή από μένα.

– Στην μέση ο ένας. Στην κουπαστή οι δύο σας. Τραβηχτείτε μπροστά. Κρεμαστείτε από έξω.

Και για να μείνουμε όλοι πάνω στην βάρκα, τα παιδιά έπρεπε να κάνουν γρήγορα τις αλλαγές που τους ζητούσα, αφού όντως κινδυνεύαμε να βρεθούμε από στιγμή σε στιγμή στην θάλασσα και μάλιστα στα ρηχά όπως σας είπα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *