Η Μεγάλη Μονοπωλιακή Βιομηχανία Μου Εκανε Επίσημη Πρόταση

  Ωστόσο όμως, λίγο μετά από τις εκλογές που μας προέκυψαν κι από την ενθρόνιση της νέας κυβέρνησης στην εξουσία, η διοίκηση εκείνης της μεγάλης μονοπωλιακής βιομηχανίας, για την οποία επανειλημμένα αναφέρθηκα στο παρελθόν, μου έκανε νέα πρόταση προκειμένου να μεταπηδήσω στον δικό τους εργασιακό χώρο.

Την συγκεκριμένη πρόταση βέβαια μου την έκαναν και στο παρελθόν αυτοί, αλλά για τους δικούς μου λόγους τους την απέρριψα. Ευρισκόμενος όμως κάτω από την πίεση, των δυσάρεστων δεδομένων που επικρατούσαν στην εταιρεία που ήδη εργαζόμουν στο ίδιο χρονικό διάστημα, άρχισα να σκέπτομαι την πρότασή τους αφού την επανάφερε στο προσκήνιο.

Καθόλου δεν μου άρεσε η δημοσιοϋπαλληλική τους νοοτροπία, αλλά και στην θέση που ζητούσαν να με εντάξουν ως εργαζόμενο, δεν είχα να κάνω και πολλά πράγματα. Αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο δηλαδή, ήταν να αποτρέπω λόγω πείρας το ενδεχόμενο, να σύρεται η βιομηχανία τους στα δικαστήρια, από αυτούς που εκ συστήματος κι από κακές εκτιμήσεις, ζητούσαν δικαστικά κι εκ των υστέρων τα έξοδα που κακώς γι’ αυτούς δεν υπολόγιζαν εξ αρχής σωστά στις προσφορές τους.

Στην εταιρεία που εργαζόμουν όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά όπως σας ανάφερα, αφού ο εγωισμός και η αδιαλλαξία των δικών μας διευθυντών, με, ή χωρίς χαρτοφυλάκιο, δεν τους επέτρεπε να παραιτηθούν αυτοί από την θέση τους, αφού όντως και δεν μπορούσαν να δώσουν λύση στα προβλήματα μας. Ότι έπρεπε να κάνουν αυτοί λοιπόν και δεν το έκαναν, υποχρεωνόταν να το κάνουν τα υψηλόβαθμα στελέχη μας, τα οποία όντως και προέβαιναν σε παραιτήσεις, αναζητώντας άλλους εργασιακούς χώρους, όπως άρχισα να σκέπτομαι κι εγώ να κάνω.

Εσκεμμένα θα λέγαμε ωθούσαν οι γενικοί μας διευθυντές τα υψηλόβαθμα στελέχη μας σε παραιτήσεις, σκεπτόμενοι ότι μόνον έτσι θα ελάφρυναν κάπως τα οικονομικά προβλήματα την εταιρείας μας και καθόλου δεν σκεπτόταν, ότι αυτοί που θα αναλάμβαναν να τους αντικαταστήσουν, δεν θα μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες μας, λόγω απειρίας.

Έτρεχα ποικιλοτρόπως εγώ τότε, ως υπεύθυνος των πωλήσεων μας, προκειμένου να καλύψω τα κενά που παρουσιάζαμε και το έκανα αυτό έτσι όπως με υποχρέωνε η θέση μου να το κάνω, έστω κι αν δεν ήμουν εγώ αυτός που επέβαλε την πολιτική των πωλήσεων που ακολουθούσαμε κι εξαιτίας της βουλιάζαμε. Κι έτρεχα μόνον εγώ, γιατί μόνον σε μένα στρέφονταν τα μάτια όλων, όταν κατά την διάρκεια των επαγγελματικών μας συναντήσεων έπεφτε το ερώτημα. Μα που πήγαν οι πελάτες μας;

– Τους διώχνετε. Τους έλεγα εγώ αγανακτισμένος. Κι όταν φεύγει ένας απ’ αυτούς λόγω της κακής σας συμπεριφοράς, δεν φεύγει μόνος του, αλλά παρασύρει μαζί του και τους γνωστούς του, οι οποίοι και τον ακολουθούν φεύγοντας κι αυτοί. Κι εσείς τι κάνετε; Ρωτάτε εμένα απλώς να σας πω, που πήγαν.

Άρχισαν να με κουράζουν αυτές οι ερωτήσεις όπως καταλαβαίνετε, αφού δεν έπρεπε να γίνονται σε μένα, αλλά σ’ αυτούς που μου τις απεύθυνα. Αυτούς όμως, ποτέ και κανείς δεν τους ρωτάει κάτι σχετικό, όπως και για τίποτε και σε κανέναν δεν δίνουν λόγο, δεδομένου ότι είναι οργανωμένοι. Τους οργανωμένους λοιπόν, σε καμιά περίπτωση δεν τους ρωτούν τι κάνουν εκεί που εργάζονται. Αυτούς τους έχουν σε διευθυντικές θέσεις ως ανταμοιβή, για όσα τους ζητούν να κάνουν έξω από τον εργασιακό τους χώρο.

Κουρασμένος όπως καταλαβαίνετε από την συμπεριφορά των δικών μας διευθυντών, άρχισα να σκέπτομαι την πρόταση που μου έγινε από εκείνη την μεγάλη βιομηχανία, αν και ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να αντέξω το δημοσιοϋπαλληλικό τους κλίμα, όπως και την ανάλογη απραξία που θα είχα εκεί, λόγο της οποίας και φοβόμουν ότι θα σακατευτώ ψυχολογικά.

Όσοι εργαζόταν εκεί, ήταν όλοι τοποθετημένοι από τα κόμματα κι αφού έτσι ήταν τοποθετημένοι, εκτός από μερικούς, καμιά δεκαριά τον αριθμό δηλαδή, όλοι οι υπόλοιποι δεν ήξεραν και δεν χρειαζόταν να ξέρουν και πολλά από τις υποχρεώσεις που η θέση τους το απαιτούσε.

Αυτός για παράδειγμα που κατείχε θέση προϊσταμένου και την προόριζαν για εμένα, ήταν εκτός από υπάλληλος τους κι εργολάβος οικοδομών. Τον διόρισε το κόμμα του εκεί και ήταν προϊστάμενος σε ένα πόστο, για το οποίο δεν ήξερε να κάνει τίποτε. Δεν τους ενδιέφερε αν θα έβαζαν εμένα να κάνω αυτά που αυτός δεν ήξερε, ούτε αν θα επιβάρυνα κι εγώ με την παρουσία μου το λειτουργικό κόστος της βιομηχανίας τους.

Εκείνο που τους ενδιέφερε λοιπόν, ήταν να μπει κάποιος στην θέση του, που να ξέρει τι κάνει, προκειμένου να γλυτώσουν αυτοί από τα πολλά κι άσκοπα δικαστήρια. Να απολύσουν όμως τον άσκοπα προϋπάρχοντα δεν το μπορούσαν, αλλά ούτε κι εκείνος στεναχωριόταν, αν με την δική μου παρουσία δεν θα είχε σε ποια καρέκλα να καθίσει. Απλούστατα, θα είχε απεριόριστο χρόνο στην διάθεση του, ώστε να κάνει την προσωπική του δουλειά ανενόχλητος.

Όλοι τους σχεδόν με γνώριζαν, όπως κι εγώ βέβαια, τους οποίους μάλιστα γνώριζα από τότε που ήταν χουντικοί. Στην περίοδο της μεταπολίτευσης όμως τους βρήκα διηρημένους σε κόμματα και ήταν έτσι κι ανάλογα διηρημένοι εκεί και σύμφωνα με το ποσοστό που κατείχε το κόμμα τους στις προηγούμενες εκλογές. Αυτονόητο βέβαια είναι και το ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν διορισμένοι στις θέσεις τους, από το κόμμα της προηγούμενης κυβέρνησης.

Στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο όμως, έγινε χαμός στις τάξεις τους θα έλεγα. Κι έγινε χαμός, γιατί επηρεασμένοι από τις εξαγγελίες του νέου πρωθυπουργού, έτρεχαν μανιωδώς τα βράδια προκειμένου να κολλούν τις αφίσες των κομμάτων τους. Το πρωί βέβαια, τους έβρισκα με τα μούτρα ματωμένα, αφού έπαιζαν ξύλο ηλικιωμένοι άνθρωποι όντες, με όσους συναντούσαν μπροστά τους την νύχτα, στον αγώνα του ποιος θα βάλει πρώτος στην καλή θέση τις αφίσες του κόμματος του.

Οι περισσότεροι από αυτούς λοιπόν, ήταν εκεί για να υπηρετούν το κόμμα τους, γι’ αυτό και οι συνδικαλιστές των κομμάτων έκαναν μαζί το βραδινό τους πρόγραμμα, για το που θα κολλούσαν τις αφίσες τους, ώστε να μη βρεθούν την νύχτα αντιμέτωποι συνάδελφοι όντες. Όταν έγιναν οι εκλογές και ανέλαβε το νέο κόμμα την κυβέρνηση, άλλαξε η σύνθεση των υπαλλήλων κι άλλαξε αυτή, ανάλογα με τα νέα ποσοστά. Όσοι όμως από αυτούς, δεν πρόλαβαν να δηλώσουν αλλαγή κόμματος κι από αμέλεια προφανώς παρέμειναν δηλωμένοι ακόμη στο κόμμα που παρέδωσε την εξουσία, απολύθηκαν.

Κι αφού πήραν αυτοί ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό πακέτο στα χέρια τους ως αποζημίωση, έφυγαν με την σύνταξη κάτω από την μασχάλη τους, έστω κι αν ήταν νέοι και δεν ήταν η σειρά τους να συνταξιοδοτηθούν. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα είπα κι εγώ λοιπόν λίγο μετά τις εκλογές και πήγα μια μέρα να εξετάσω από κοντά το θέμα της πρόσληψης μου αφού μου το ζήτησαν. Κι αφού βρέθηκα εκεί, ρώτησα τους προϊσταμένους να πουν, εκτός από το πιες θα ήταν υποχρεώσεις μου και το πια θα ήταν η αμοιβή μου. Θεωρώντας εύλογο αυτοί το ερώτημα μου, μου έλεγαν.

– Θα σου αναγνωρίσουμε δώδεκα χρόνια προϋπηρεσίας και θα σου δώσουμε την θέση του προϊσταμένου. Θα καθίσεις σ’ αυτό το γραφείο και θα ελέγχεσαι μόνον από τον διευθυντή μας κι αυτά που θα παίρνεις, έλα να τα κουβεντιάσουμε μαζί με όλους τους προϊσταμένους κι εκεί που είναι το προεδρείο των συνδικαλιστών όλων των κομμάτων.

Αφού με πέρασαν από όλα τα γραφεία, προκειμένου να μάθουν όλοι τους τι σκόπευε να κάνει η διοικούσα αρχή, αυτοί που με συνόδευαν δηλαδή, με πέρασαν στην συνέχεια και στο γραφείο που ήταν συγκεντρωμένη η συνδικαλιστική αρχή όλων των κομμάτων, η οποία και συνεδρίαζε εκείνη την στιγμή για τα δικά τους θέματα.

Όλοι όσοι ήταν εκεί μέσα με γνώριζαν και τους γνώριζα πολύ καλά όπως είπα. Χάρηκαν όταν άκουσαν την απόφαση μου να εξετάσω την πρόταση τους, δεδομένου ότι είχα την αποδοχή όλων τους κι αμέσως μετά άρχισαν να υπολογίζουν, τον μισθό που έπρεπε να πάρω. Αφού υπολόγισαν λοιπόν τα δώδεκα χρόνια προϋπηρεσίας που μου αναγνώρισαν, την θέση του προϊσταμένου, την ευθύνη που θα είχα, τις υποτιθέμενες υπερωρίες που θα έκανα, όπως κι όλα τα επιδόματα που έπρεπε να παίρνω, κατέληξαν τελικά, ότι αυτά που έπρεπε να παίρνω καθαρά στα χέρια μου, ήταν 17500 δραχμές τον μήνα.

Όταν το άκουσα αυτό απογοητεύτηκα, αλλά και φωναχτά σκεπτόμενος εκείνη την στιγμή, τους έλεγα αυθόρμητα την σκέψη μου.

– Εκεί που εργάζομαι εγώ, παίρνω τώρα τριάντα πέντε χιλιάρικα κι από την νέα χρονιά, θα παίρνω σαράντα και καθαρά στα χέρια μου. Να τα αγνοήσω και να έρθω εδώ σε σας, για να πάρω δεκαεπτά και μισό;

– Μα εδώ δεν θα κάνεις και πολλά πράγματα.

– Ναι. Το γνωρίζω τους έλεγα. Αλλά εγώ ούτε τεμπέλης είμαι, ούτε κομματικό φερέφωνο είμαι, ούτε άχρηστος είμαι. Μπορώ να κάνω παράλληλα με ένα πράγμα κι άλλα εκατό. Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ την προσφορά σας. Εσείς μπορείτε συμβιβαστείτε με αυτά που σας δίνουν, γιατί είστε αλλιώς μαθημένοι.

Σκέψου το πάλι μου είπαν αυτοί, αλλά εγώ έφυγα όντως απογοητευμένος από όσα άκουσα να μου υπόσχονται. Πήγα να εξετάσω εκείνη την περίπτωση και καθόλου δεν σκέφτηκα το γεγονός, ότι σε όλο το δημόσιο τότε, τα ίδια λεφτά περίπου έπαιρναν οι εργαζόμενοι. Αυτοί βέβαια, ήταν και οι πιο ευνοημένοι μισθολογικά, λόγω βιομηχανίας, αν σκεφτείτε, ότι οι τραπεζικοί για παράδειγμα, έπαιρναν δεκαπέντε χιλιάρικα τον μήνα για τα ίδια δεδομένα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι έπαιρναν δώδεκα και κάτι.

Τι λέτε; Μπορούσα να δεχθώ μια τέτοια μείωση μισθού, έστω κι αν δεν έκανα τίποτε ως εργαζόμενος; Δεν το δέχτηκα λοιπόν και συνέχισα να εργάζομαι στην θέση μου, έστω κι αν υπέφερα από τα ερωτήματα που μου απηύθυναν κάθε μέρα οι διευθυντές μου και σίγουρα δεν ήμουν εγώ αυτός που έπρεπε να τα απαντήσει.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *