Ο Μικρός Μας Αλέξανδρος, Έκανε Μεγάλες Ζημιές

 Δύο χρονών και κάτι ήταν αυτός τότε κι όμως κατάφερνε να μας κάνει μεγάλες ζημιές, τις οποίες βεβαίως κι έκανε, όταν επιτηδευμένα θα λέγαμε χανόταν από την επιτήρηση της μητέρας του. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που τον έψαχνε παντού αυτή μέσα στο σπίτι, όταν τον έχανε από το οπτικό της πεδίο, στην προσπάθειά της να προλάβει τις ζημιές του, πριν ακόμη προλάβει αυτός να τις κάνει στα κρυφά κι οπουδήποτε ήθελε.

Ο Αλέξανδρος όμως, είχε τις δικές του ανησυχίες και καμιά σημασία δεν έδινε για τις ανησυχίες της μαμάς του. Έκανε ανενόχλητος τις βόλτες του μέσα στο σπίτι και καθισμένος στην στρόγγυλη περπατούρα του, έψαχνε παντού κάτι που μόνον αυτός ήξερε. Την περπατούρα του βέβαια, την είχε αποδεχθεί ως αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξης του, γι’ αυτό και ποτέ του δεν την εγκατέλειπε.

Όπου κι αν ήθελε να μετακινηθεί μέσα στο σπίτι ή έξω στο μεγάλο μας μπαλκόνι, μαζί της το επιχειρούσε κι ότι ήθελε να κάνει, πάνω από αυτήν το έκανε, αφού ποτέ του δεν την αποχωριζόταν. Πάνω σ’ αυτήν έπαιζε και πάνω σ’ αυτήν τον έπαιρνε ο ύπνος, όπως και με αυτήν περπατώντας, κρυβόταν θα μπορούσαμε να πούμε, εκεί που δεν το έβαζε ο νους μας κι όταν χανόταν αυτός, ένα ήταν σίγουρο, ότι έκανε χοντρές ζημιές, όπου κι αν απασχολούσε τον εαυτό του.

Χάθηκε ένα πρωινό από το οπτικό πεδίο της γυναίκας μου κι όπως πάντα, πουθενά δεν τον έβρισκε αυτή, όπου κι αν τον έψαχνε μέσα στο σπίτι. Ήταν μεγάλο βέβαια το σπίτι μας, αλλά δεν ήταν και αλάνα. Μετρημένους χώρους είχε και τρία δωμάτια το απάρτιζαν, έχοντας ένα επίσης μεγάλο σαλόνι και μια κουζίνα. Ένα χολ μαζί με αυτά κι ένα μπάνιο. Όπου κι αν τον έψαχνε εντός αυτών όμως, πουθενά δεν έβρισκε τον Αλέξανδρο εκείνη την ώρα.

Ακόμη και κάτω από τις καρέκλες που τον έψαξε, όπως και κάτω από τα τραπεζάκια όπως το συνήθιζε, πουθενά δεν τον εύρισκε. Εξαφανίστηκε θαρρείς. Ψάχνοντας τον παντού λοιπόν, άκουσε κάποια στιγμή έναν περίεργο ρυθμικό θόρυβο, ο οποίος προερχόταν από την κουζίνα όπως υπολόγιζε, γι’ αυτό και κατευθύνθηκε προς αυτήν.

Πήγε πολλές φορές βέβαια εκεί η γυναίκα μου αναζητώντας τον, αλλά δεν τον εντόπισε. Κι επειδή παραξενεύτηκε από τον ρυθμό που είχε ο θόρυβος, άνοιξε με πολύ προσοχή την πόρτα της κουζίνας όταν έφτασε εκεί, προκειμένου να δει, τι ακριβώς συνέβαινε στο εσωτερικό της.

Βλέποντας το θέαμα όμως, κοκάλωσε. Το πάτωμα της κουζίνας της ήταν πλημμυρισμένο από λάδι κι μικρός μας Αλέξανδρος, βρισκόταν κριμένος κάτω από το τραπέζι της κουζίνας μας. Κι αυτό που έκανε εκεί καθισμένος στην περπατούρα του, ήταν αυτό που έβλεπε προφανώς να κάνει η μαμά του. Έπιασε δηλαδή την τρόμπα που ήταν μέσα στο δοχείο και τάγκα, τούγκα με αυτήν, άδειασε στο πάτωμα, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ένα δοχείο λάδι.

Και δεν το άδειασε όλο κάτω, αφού κι αυτός ήταν φορτωμένος λάδια, από τα πολλά πλατσουρίσματα που έκανε με το χεράκι του στο λαδωμένο πάτωμα, όπως λαδωμένη ήταν και η περπατούρα του βέβαια. Πως δεν τον είδε νωρίτερα εκεί η γυναίκα μου, αφού πολλές φορές τον έψαξε κάτω από ίδιο τραπέζι, βεβαίως και δεν μπορούσε να εξηγήσει. Τον μάλωσε ωστόσο για την ζημιά που προκάλεσε, ελπίζοντας να τον αποτρέψει από το να κάνει άλλες, αλλά αδιαφορώντας αυτός για τις φωνές της, έκλαιγε εκείνη την στιγμή γιατί τον σήκωσαν από το παιχνίδι του.

Μετά από λίγο καιρό όμως, μας έκανε άλλη ζημιά. Και την έκανε τότε που μας έφερε όπως το συνήθιζε η γιαγιά της γυναίκας μου, ένα ταπερ γεμάτο από γλυκό κουταλιού. Γύρο στα πέντε κιλά πορτοκάλι ήταν αυτό, το οποίο αφού δοκιμάσαμε, το έβαλε με πολύ προσοχή η γυναίκα μου πάνω στο ράφι του σκρίνιου μας, αυτό δηλαδή που είχαμε στο σαλόνι μας.

– Μη το αφήνεις εκεί. Της είπα όταν το είδα. Γιατί ο μικρός μας είναι επικίνδυνος και θα σου το ρίξει.

– Ούτε την πόρτα του σαλονιού μας δεν μπορεί να ανοίξει το παιδί, αλλά ούτε και το ταπερ να σηκώσει. Έλεγε με σιγουριά η γυναίκα μου. Μη φοβάσαι λοιπόν και τίποτε κακό δεν μπορεί να μας κάνει. Μικρό παιδί είναι άλλωστε.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες από τότε που το κουβεντιάζαμε και είδα την γυναίκα μου ανήσυχη να τρέχει από δωμάτιο, σε δωμάτιο ένα απόγευμα και βλέποντας με να την κοιτώ με ερωτηματικά, μου έλεγε.

– Δεν βρίσκω πουθενά τον μικρό. Μήπως τον είδες εσύ κάπου;

– Μια σταλιά παιδί είναι. Της έλεγα. Και τον χάνουμε μέσα στο σπίτι.

Αυτά λέγοντας, άρχισα κι εγώ να τον ψάχνω, μπαίνοντας σε όλα τα δωμάτια. Πουθενά όμως δεν τον συνάντησα. Είδα την πόρτα του σαλονιού μας ανοιχτή κάποια στιγμή και νόμισα ότι η γυναίκα μου μάλλον την άνοιξε αναζητώντας τον, γι’ αυτό και πήγα να την κλείσω από φόβο, μη τυχόν και χωθεί εκεί μέσα αυτός και πως να τον βρίσκαμε ύστερα.

Κάτι είδα όμως εκεί στα σκοτεινά κι αυτό με έκανε να ανάψω τα φώτα, στην προσπάθειά μου να το δω καλύτερα. Αυτό που έβλεπα πάντως, ήταν όντως πολύ περίεργο. Ο μικρός μας, αλλά και πολύ ζημιάρης Αλέξανδρος, πάλι μας προβλημάτιζε. Μονίμως το ίδιο βέβαια έκανε κυκλοφορώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο, αλλά δεν έφτανε ακόμη να πιάσει το πόμολο της πόρτας του σαλονιού μας κι όπως τον βλέπαμε να το προσπαθεί, όντως και ήμασταν πεπεισμένοι ότι δεν μπορούσε να την ανοίξει.

Πολλές φορές δηλαδή τον είδα να το επιχειρεί αυτό, αλλά πάντα χωρείς αποτέλεσμα. Πως την άνοιξε όμως εκείνη την μέρα, δεν ξέρω. Όπως Δεν ξέρω και πως κατέβασε πάνω από το σκρίνιο εκείνο το πεντάκιλο τάπερ με το γλυκό κουταλιού. Και δεν κατέβασε μόνον, αλλά το άδειασε για την ακρίβεια πάνω στο χαλί μας.

Για πρώτη μου φορά τον βρήκα να βρίσκεται έξω από την περπατούρα του και να στρογγυλοκάθεται πάνω στο χαλί του σαλονιού μας. Είχε δε αναποδογυρισμένο πάνω σ’ αυτό το ταπερ με το γλυκό και με τις μικρές του χούφτες, το γευόταν με μεγάλη βουλιμία. Έφαγε πολύ όμως από εκείνο το γλυκό όπως παρατήρησα, γιατί και πασαλειμμένος ήταν από τα σορόπια, αλλά και όψη σουρωμένου είχε.

Κάλεσα και την γυναίκα μου εκεί στην συνέχεια, ώστε να θαυμάσει κι αυτοί το θέαμα. Σαν είδε όμως αυτή, να έχει τα μάτια του θολά ο μικρός μας Αλέξανδρος από την υπερβολική ποσότητα ζάχαρης που κατανάλωσε τρόμαξε κι όπως ήταν αναγκαίο πιά, κάλεσε αμέσως τον παιδίατρό μας.

Την καθησύχασε βέβαια εκείνος όταν ήρθε και για να επαναφέρει τον μικρό μας στην πρότερη του κατάσταση, της συνέστησε να του δίνει να πίνει πολύ νερό και συχνά μάλιστα. Τον περιποιήθηκε τότε η γυναίκα μου και μετά από αυτό, είπαμε ότι μάλλον έπρεπε να τον προσέχουμε πολύ περισσότερο, μήπως και γλυτώναμε κάποια στιγμή από τις ζημιές του.

Τον προσέχαμε λοιπόν εμείς και το προσέχαμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αλλά και πάλι μας την έκανε την ζημιά κι αυτή που μας έκανε μετέπειτα, ήταν με πολύ κακές συνέπιες για τον συγκάτοικο μας Λευτέρη, αλλά και καταστηματάρχη της πολυκατοικίας μας.

Διατηρούσε ένα μικρό κατάστημα στο ισόγειο της οικοδομής μας αυτός και μέσα από αυτό, πουλούσε χαλιά, μοκέτες και τέτοια ο άνθρωπος, ο οποίος βέβαια, ποτέ δεν φαντάστηκε, ότι θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να μουσκέψουν τα υπάρχοντά του από νερά και μάλιστα, από αυτά που θα έτρεχαν μέσα από την τοιχοποιία του καταστήματος του.

Για κακή του τύχη δηλαδή, έπεσε κι αυτός όπως εμείς, σε πολύ πρόχειρο εργολάβο, ο οποίος και σκέφτηκε να περάσει μέσα από τους τοίχους του καταστήματός του και μέσα από έναν στενό πλαστικό σωλήνα, όλους τους αγωγούς των όμβριων υδάτων της οικοδομής, τα νερά των κουζινών, αλλά κι αυτά των πλυντηρίων.

Κατέληγαν στον δρόμο βέβαια όλα αυτά, αλλά όπως κι αν είχε το πράγμα, ήταν πολύ επικίνδυνη εκείνη η εργολαβική τοποθέτηση, αφού ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να βουλώσει ο στενός σωλήνας και να γίνει το κακό από εκεί που κανείς μας δεν το περίμενε και να γίνει μάλιστα αυτό από ένα μικρό παιδάκι, σαν τον δικό μας Αλέξανδρο.

Αυτός βέβαια, όλη την ημέρα τέτοια έκανε όπως είπαμε και για να τον ελέγχουμε κάπως καλύτερα και σε πιο περιορισμένο χώρο, τον αφήναμε να παίζει μόνο του στο μπαλκόνι μας παρέα με τα αυτοκινητάκια του. Κάθε τόσο τον κοιτούσαμε ωστόσο, μη τυχών και μας έκανε εκεί κάποια ζημιά, αλλά επειδή δεν είχε τίποτε το επικίνδυνο στο μπαλκόνι μας, καθόλου δεν ανησυχούσαμε.

Στο μπαλκόνι μας όμως, υπήρχε ένα σιφόνι, μέσα στο οποίο κατέληγαν τα νερά της βροχής. Κι όταν έπεφταν εκεί μέσα αυτά, κατέβαιναν στον δρόμο όπως ήταν λογικό. Θέλοντας να αποφύγω λοιπόν και σ’ αυτό κάποια επέμβαση του Αλέξανδρου, έσφιξα καλά το καπάκι του, ώστε να μην μπορέσει να το βγάλει αυτός όσο κι αν το προσπαθούσε.

Είναι αλήθεια τώρα, ότι πολλές φορές έκτοτε και σε τακτά χρονικά διαστήματα εξέταζα την περίπτωση να ανοίξει το καπάκι, αλλά έτσι όπως το είχα σφίξει, ούτε κι εγώ μπορούσα πλέον να το βγάλω από την θέση του. Πώς όμως το έκανε αυτό ο Αλέξανδρος, δεν το ξέρω, αφού δεν είδα να το κάνει.

Τα κατάφερε όμως κι αφού κατάφερε να το ανοίξει ένα απόγευμα, έριχνε μέσα στον σωλήνα που έβλεπε, ότι παιχνίδι είχε στα χέρια του. Του άρεσε για κάποιον λόγο ο θόρυβος που έκαναν τα αντικείμενα πέφτοντας εκεί μέσα κι αυτό ήταν κάτι που τον έκανε να γελά και μάλιστα να γελά όλο και περισσότερο κάθε φορά που έριχνε κάτι εκεί μέσα.

Άκουγα βέβαια τα γέλια του κι επειδή δεν μπορούσα να υπολογίσω τον λόγο, βγήκα στο μπαλκόνι να δω από κοντά τι έκανε αυτός και γελούσε μόνος του. Έφριξα όπως καταλαβαίνετε, όταν είδα το σιφόν ανοιχτό και τα παιχνίδια του να εξαφανίζονται μέσα στον σωλήνα, αλλά και παιχνίδι δεν άφησε γύρο του. Όλα τα έριξε στο ανοιχτό σιφόνι όπως έβλεπα.

Όπως ήταν απαραίτητο πια, κάθισα δίπλα του και με πολλή υπομονή, ψάρεψα από κει μέσα πολλά από τα παιχνίδια του με ένα σύρμα. Για όσα από αυτά έμειναν μέσα αφού δεν μπόρεσα να τα βγάλω, βεβαίως και ήλπιζα ότι θα πεταχτούν στον δρόμο, με τα πρώτα νερά της βροχής. Δεν έβρεχε όμως κι όσο δεν έβρεχε, τόσο ανησυχούσα κι εγώ όπως καταλαβαίνετε, μη τυχών και δεν μπορέσουν να βγουν ποτέ τα παιχνίδια του από εκεί μέσα.

Αναλογιζόμενος όμως και τις συνέπιες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αυτά, εγκλωβισμένα εκεί που δεν έπρεπε, όλο και περίμεινα να με καλέσει ο καταστηματάρχης, εντοπίζοντας τα παιχνίδια του Αλέξανδρου στον δρόμο όπως ήλπιζα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που όταν τελικά με κάλεσε αυτός να τον επισκεφτώ, αμέσως κατέβηκα στο κατάστημά του.

Συναντώντας τον εκεί, μου έδειχνε πολύ στεναχωρημένος ο άνθρωπος, την ζημιά που του έκαναν τα νερά, τα οποία πλημμύρισαν το κατάστημά του όπως έβλεπα, αλλά και τα χαλιά του μούσκεψαν. Μαζί με αυτά όμως, μου έδειχνε και τις ζημιές που έκανε στον τοίχο του ο υδραυλικός που κάλεσε, στην προσπάθεια του να βρει τον λόγο που έτρεχαν μέσα στο κατάστημα ζεστά, αλλά και κρύα νερά από τον τοίχο, διαπερνώντας τον σουβά του.

Στην συνέχεια, μου έδειξε και τα παιχνίδια του μικρού μας Αλέξανδρου, τα οποία έφραξαν τον σωλήνα όπως ήταν αναμενόμενο, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν τα νερά των πλυντηρίων και της λάτρας των νοικοκυριών στην τοιχοποιία του καταστήματός του. Ήξερε βέβαια ότι τα παιχνίδια που έφραζαν τον σωλήνα ήταν δικά μας, γι’ αυτό και μου έλεγε με κατανόηση.

– Δεν φταίει μόνον το παιδί. Κι ο εργολάβος φταίει. Κι αυτός φταίει περισσότερο, γιατί όπως βλέπεις κι εσύ, έβαλε όλα τα νερά της οικοδομής, όμβρια και μη, να τρέχουν μέσα από αυτόν τον στενό και πέντε πόντων πλαστικό σωλήνα. Κι όχι μόνον αυτό έκανε ο άσχετος, αφού και τα καυτά νερά των πλυντηρίων, στον ίδιο στενό σωλήνα τα έβαλε να τρέχουν, ο οποίος έλιωσε θερμαινόμενος κι εξ αυτού, έστριψε σε πολλά σημεία.

Στριμμένος όμως, αλλά και κλειστός αυτός ο στενός σωλήνας, δικαιολογημένα συγκράτησε τα παιχνίδια του μικρού στο εσωτερικό του, όπως πολύ εύκολα τα εντόπισε ο υδραυλικός που κάλεσα. Μη βρίσκοντας διέξοδο λοιπόν τα νερά όλης της οικοδομής, χύθηκαν μέσα στην τοιχοποιία και μέσα από αυτήν, κατέληξαν όπως βλέπεις στα χαλιά και στις μοκέτες μου, αυτές δηλαδή που έτυχε να ακουμπούν πάνω στον τοίχο που σου δείχνω.

Σε κάλεσα λοιπόν εδώ, για δύο λόγους. Πρώτον, για να σου δώσω τα παιχνίδια του μικρού Αλέξανδρου και δεύτερον, για να σου πω ότι πρέπει να περάσουμε δύο φαρδύτερους και ανεξάρτητους σωλήνες μεταξύ τους στον τοίχο όλης της οικοδομής, για να αποφύγουμε άλλα και παρόμοια έκτροπα. Μέχρι να γίνει όμως αυτό και μέχρι να αποκατασταθεί το αποχετευτικό πρόβλημα της οικοδομής μας, θέλω να σου ζητήσω και κάτι ακόμη. Να μείνετε κάπου αλλού δηλαδή για λίγες μέρες, αφού δεν θα μπορείτε να ρίχνετε εδώ, από πουθενά νερά στην αποχέτευση.

Άκουσα την αφήγηση του γείτονα μας κι όντως στεναχωρήθηκα για την ζημιά που του προκαλέσαμε, την οποία βεβαίως και θέλησα να καλύψω οικονομικά, αλλά δεν το δέχτηκε ο Λευτέρης. Έριξε το βάρος της ευθύνης στον πρόχειρο εργολάβο της οικοδομής μας κι αφού μου ζήτησε να φύγουμε για λίγες μέρες από το σπίτι μας, βρήκαμε κατάλυμα γι’ αυτόν τον λόγο, στο σπίτι του πεθερού μου.

Εγκατασταθήκαμε λοιπόν εκεί κι αφού πέρασαν δύο τρεις μέρες και μετά, ξυπνήσαμε ένα βράδυ από τις φωνές του πεθερού μου, ο οποίος κι έλεγε σε κάποιον μέσα από την κρεβατοκάμαρά τους με πολύ άγχος, αλλά και με όλη την δύναμη της φωνής του, ότι έπρεπε να βγει έξω από αυτήν.

– Βγες έξω από το σπίτι μου ρε κλέφτη. Άσε ρε την κόρη μου ήσυχη και φύγε από εδώ. Δεν ακούς τι σου λέω ρε αλήτη;

Τρόμαξα στο ενδεχόμενο να μας επισκέφτηκε κλέφτης εκείνη την ώρα, αλλά κι όντως τον άκουγα να τον διώχνει μέσα από το σπίτι του, όσο κι αν προσπαθούσε η πεθερά μου να τον καλμάρει όπως την άκουγα να του λέει.

– Ησύχασε Κώστα, ησύχασε.

Εκείνος όμως δεν ησύχαζε κι αφού τον άκουγα να διώχνει τον κλέφτη από το σπίτι του, πίστεψα τελικά ότι κάποιος απρόσκλητος μπήκε στο δωμάτιο τους, οπότε και πετάχτηκα από το κρεβάτι μου και μάλιστα έτσι όπως ήμουν, με τα εσώρουχα δηλαδή. Βγήκα τρέχοντας στην συνέχεια, από το δωμάτιο που κοιμόμουν με την γυναίκα μου κι έτσι όπως ήμουν αποφάσισα να επέμβω όπου κι αν χρειαζόταν, έστω κι αν εκεί που έπρεπε να επέμβω ήταν η κρεβατοκάμαρα των πεθερικών μου.

Άνοιξα με φόρα λοιπόν την πόρτα τους κι όρμισα μέσα. Αυτό που έβλεπα όμως δεν ήταν αυτό που υπέθετα, σύμφωνα με τις φωνές του πεθερού μου, ο οποίος ήταν ανεβασμένος πάνω στο κρεβάτι τους κι από εκεί πάνω μάλωνε με κάποιον που αυτός μεν έβλεπε, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Εφιάλτη δηλαδή έβλεπε ο άνθρωπος κι αυτός ήταν που τον έκανε να συμπεριφέρεται τόσο παράξενα, εξαιτίας του οποίου και τον τραβούσε από το σώβρακο η πεθερά μου, στην προσπάθειά της να τον συνεφέρει, η οποία και του έλεγε κάθε τόσο ότι εφιάλτη έβλεπε.

Εκείνος όμως τίποτε δεν άκουγε. Ζούσε τον εφιάλτη του πολύ έντονα κι όπως αυτός του το επέβαλε, μάλωνε με κάποιον υποτιθέμενο κλέφτη, ο οποίος ήρθε να του κλέψει την κόρη του. Αυτός βέβαια μια κόρη είχε, την γυναίκα μου δηλαδή, με την οποίαν κοιμόμουν μέχρι πριν από λίγο στο κρεβάτι μας και κανίς δεν την πείραζε. Ο εφιάλτης του όμως έτσι του το παρουσίαζε, οπότε δικαιολογημένα πια κι αυτός φώναζε.

Φώναζε βέβαια αυτός εκείνη την ώρα κι όντως αναστατωθήκαμε εμείς νυχτιάτικα, αλλά μαζί μ’ εμάς αναστατώθηκαν και ένοικοι ολόκληρης της οικοδομή, οι οποία και ρωτούσαν ο ένας τον άλλον, προκειμένου να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβαινε σ’ εμάς, δεδομένου ότι από το ισόγειο ακουγόταν εκείνες οι φωνές.

Τράβα, τράβα όμως το σώβρακο του η πεθερά μου, κόντευε να του το κατεβάσει και για να μην γίνω θεατής των απόκρυφών του, πήγα να φέρω λίγο νερό από την κουζίνα, με σκοπό να του το πετάξω στα μούτρα, μήπως και καταφέρω να τον ξυπνήσω. Μέχρι να επιστρέψω όμως εγώ, συνήλθε κάπως αυτός, οπότε ρωτούσε την πεθερά μου να του πει, για ποιό λόγο ήταν όρθιος πάνω στο κρεβάτι τους, αλλά και που πήγε εκείνος ο κλέφτης.

Όταν είδε δε κι εμένα να στέκομαι με τα εσώρουχα στην πόρτα τους, κρατώντας το ποτήρι με το νερό στα χέρια, έλεγε και σ’ εμένα απορώντας.

– Καλά ρε συ? Από πού έρχεσαι τέτοια ώρα και είσαι μόνον με τα σώβρακα;

Όταν όμως παρατήρησε, ότι κι αυτός με το σώβρακο ήταν εκεί, μάλλον κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, γι’ αυτό και ρωτούσε να μάθει, μήπως κι έβλεπε εφιάλτη. Αφού συνήλθε πιά και για τα καλά μάλιστα, πέσαμε ξανά να κοιμηθούμε, αν και δεν μας ήταν πλέον εύκολο μετά από τόση ταραχή που πήραμε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *