Όπως σας το ανάφερα κι αυτό, λίγους μήνες πριν από τον Δεκέμβριο του 82 και λίγο μετά από τον Γενάρη του 1983, έκανα συχνές βόλτες για επαγγελματικούς λόγους μέσα στα μεγάλα σούπερ μάρκετ της πόλης μας, αλλά και χωρείς να το επιδιώκω, έβλεπα να κάνουν εκεί πολλά περίεργα πράγματα οι απρόσεκτοι θα έλεγα καταναλωτές. Κατά την διάρκεια των αγορών τους βέβαια τα έκαναν αυτά κι επειδή μερικά εξ αυτών ήταν όντως για γέλια, γελούσε η γυναίκα μου όταν της τα περιέγραφα επιστρέφοντας στο σπίτι, αλλά κι όλο έλεγε με απορία.
– Μα είναι δυνατόν να κάνουν τέτοια πράγματα; Γιατί δεν γράφουν από το σπίτι τους και σε ένα χαρτί αυτά που θέλουν να αγοράσουν, ώστε να μην αναγκάζονται να κάνουν τόσα χαζά και να γελούν εις βάρους τους αυτοί που τα βλέπουν;
– Δεν ξέρω. Της απαντούσα. Αλλά αν θυμάσαι καλά κι εσύ δεν συμφωνούσες στην αρχή, με την ιδέα να γράφουμε στο χαρτί τα ψώνια που θέλουμε να κάνουμε, πριν ακόμη επισκεφτούμε κάποιο από τα σούπερ μάρκετ. Αν δεν με άκουγες τότε, τώρα θα γελούσαν και με τα δικά μας χαζά οι άνθρωποι, από αυτά δηλαδή που σίγουρα θα κάναμε, παρασυρόμενη από αυτήν την ξενόφερτη καταναλωτική μανία που μας κόλλησαν.
Αυτά λοιπόν λέγαμε κατ’ ιδίαν με την γυναίκα μου πριν από λύγο καιρό, αλλά και τα θυμηθήκαμε μια μέρα, όταν χρειάστηκε να κάνουμε κι εμείς τα αναγκαία εβδομαδιαία ψώνια μας από κάποιο σούπερ μάρκετ. Με το αυτοκίνητο μας βέβαια πήγαμε σ’ αυτό, δεδομένου ότι ήταν από τα πλέον απομακρυσμένα της πόλης μας, αλλά και οργανωμένα πήγαμε εκεί όπως έπρεπε, με τον απαραίτητο κατάλογο αγορών στα χέρια δηλαδή, έχοντας μαζί μας και τα δύο μικρά παιδιά μας, ο ένας επτά κι ο άλλος δύο και κάτι.
Όταν τελικά φτάσαμε στον προορισμό μας, αφήσαμε πρόχειρα το μικρό μας αυτοκίνητο στο διαθέσιμο πάρκινγκ κι αμέσως μετά, πήραμε ένα από τα ιδικά καρότσια που υπήρχαν στην είσοδό του, ώστε να διευκολύνουμε με αυτό τις αγορές μας. Πριν ακόμη μπούμε στο εσωτερικό του βέβαια, έβγαλε η γυναίκα μου από την τσάντα της τον κατάλογο αγορών της και με αυτόν στα χέρια προχωρήσαμε στην υλοποίηση του σκοπού μας.
Πριν μπούμε όμως στην διαδικασία της εκτέλεσης του, θύμισα στα παιδιά μας όπως κάθε φορά που μπαίναμε σε σούπερ μάρκετ, τον κανόνα που αυτά ιδικά έπρεπε να ακολουθούν, προκειμένου να κατευθύνει αυτός την δική τους καταναλωτική συμπεριφορά.
Όπως παρασυρόταν οι ενήλικες τότε κι έριχναν στα καλάθια τους όσα τους γυάλιζαν, έτσι και τα παιδιά, άρπαζαν πάνω από τα ράφια ότι τους άρεσε και το έριχναν στο καλάθι που έσερνε ο συνοδός τους. Αν δεν πρόσεχε αυτός τις κινήσεις των παιδιών, βρισκόταν έκπληκτος όταν άκουγε τον λογαριασμό στο ταμείο. Προκειμένου να αποφύγω και την δική μας έκπληξη λοιπόν, θύμιζα στα παιδιά τις υποχρεώσεις τους.
– Παιδιά. Πριν αρχίσουμε να παίρνουμε πράγματα από το κατάστημα, πρέπει να θυμηθούμε τις υποχρεώσεις μας. Η μαμά, θα παίρνει από τα ράφια, μόνον αυτά που έχει γραμμένα στο χαρτί της. Αυτά που θα παίρνει όμως, είναι υποχρεωμένοι να τα βάζει μέσα στο καρότσι που σπρώχνει. Εσείς πάλι, έχετε το δικαίωμα να παίρνετε πάνω από τα ράφια ό,τι θέλετε κι όσα σας αρέσουν.
Αυτά που θα παίρνετε όμως, δεν θα τα ρίχνετε μέσα στο καρότσι της μαμάς. Θα τα κρατάτε στην αγκαλιά σας όση ώρα θέλετε κι αν βρείτε άλλα που να σας αρέσουν περισσότερο, τότε να ρίχνετε αυτά που κρατάτε όπου βρίσκετε χώρο και μετά να παίρνετε εκείνα στην αγκαλιά σας. Όταν όμως θα φτάσουμε στο ταμείο, εκεί δηλαδή που θα πληρώσουμε τις αγορές μας, θέλω να κρατάτε στα χέρια σας, μόνον ένα πράγμα από αυτά που θα φορτώνεστε στην αγκαλιά σας. Συνεννοηθήκαμε;
Αποδεχόταν βέβαια τις υποχρεώσεις τους τα παιδιά, αλλά και μόνον που άκουγαν, ότι μπορούσαν να πάρουν στα χέρια τους όσα ήθελαν, ήταν αδύνατον να κρύψουν την ικανοποίησή τους. Και για να βεβαιωθεί ο μεγαλύτερος τουλάχιστον, ότι όντως τους επέτρεπα να κάνουν κάτι τέτοιο, έλεγε όπως κάθε φορά το ίδιο, πριν ορμίσει με μανία προς τα ράφια.
– Ό, τι θέλουμε;
– Ναι. Του απαντούσα. Μπορείτε να πάρετε όσα θέλετε, αλλά όπως κάνουμε πάντα, όταν θα φτάσουμε στο ταμείο, δεν πρέπει να κρατάμε στα χέρια μας παραπάνω από ένα πράγμα, όποιο κι είναι αυτό.
Πριν καλά, καλά μπούμε στον πρώτο διάδρομο με τα παραφορτωμένα ράφια, έβλεπα τον μεγάλο να παραδίδονται, όλους δι όλου στην διάθεση της καταναλωτικής του μανίας. Ο δε μικρός, μη μπορώντας να περπατήσει ακόμη, πάνω από την αγκαλιά μου άρπαζε όσα του άρεσαν και τα κρατούσε σφικτά εκεί μη τυχών και του πέσουν.
Επηρεασμένα κι αυτά δηλαδή από την αρρώστια του καταναλωτή, έπαιρναν στην αγκαλιά τους όσα τους γυάλιζαν και σε κάθε βήμα που κάναμε στους υπόλοιπους διαδρόμους, πρόσθεταν σ’ αυτήν κι ένα ακόμη από αυτά που έβλεπαν να φιγουράρουν στα ράφια του καταστήματος.
Όταν πια γέμιζαν οι αγκαλιές τους από πράγματα και δεν χωρούσαν άλλα, τότε τα έριχναν όλα πάνω σε κάποιο από τα ράφια που έβλεπαν να διαθέτει χώρο και πάλι από την αρχή, γέμιζαν ξανά και ξανά την αγκαλιά τους, με τα επόμενα που τραβούσαν την προσοχή τους.
Ακολουθώντας την μητέρα τους λοιπόν στους διαδρόμους, χόρταιναν τα παιδιά από τις πολλές φανταστικές αγορές που έκαναν κι όταν πια χορτάτα από αυτές καταλήξαμε στον διάδρομο του ταμείου, όντως και τα έβλεπα να κρατούν μόνον από ένα αυτοκινητάκι ο καθένας στα χέρια του.
Παρατηρούσα βέβαια την συμπεριφορά των δικών μας παιδιών, αλλά μαζί με αυτήν παρατηρούσα και την συμπεριφορά μια άλλης οικογένειας, η οποία έκανε κι αυτή τα ψώνια της στο ίδιο σούπερ μάρκετ εκείνη την ώρα. Ακολουθούσαν πίσω μας οι δύο σύζυγοι, συνοδευόμενοι κι αυτοί από τα δύο παιδιά τους, συνομήλικα σχεδόν με τον μεγάλο μας κι όπως πολύ καθαρά φαινόταν πια κι αυτό, ήρθαν να κάνουν τα ψώνια τους χωρείς να διαθέτουν τον σχετικό αλλά και αναγκαίο κατάλογο αγορών στα χέρια τους, όπως και χωρείς τις απαραίτητες οδηγίες προς τα παιδιά τους.
Όταν τους είδα δε, να αρπάζουν από ένα καρότσι ο καθένας στα χέρια κι από ένα παιδί στο κάθε καρότσι, ήταν πολύ εύκολο για μένα να προβλέψω και το αποτέλεσμα της απερισκεψίας τους, την οποίο κι ανακοίνωνα στην γυναίκα μου μετά από λίγο.
– Έλα τώρα να καθίσουμε στην άκρη, για να δεις κι συ και με τα δικά σου μάτια, πόσα χαζά θα κάνουν αυτοί οι δυό γονείς σήμερα. Από τον ρυθμό που παρατηρώ να αρπάζουν πάνω από τα ράφια αυτά που τους γυαλίζουν και βιαστικά να τα πετούν μέσα στα καρότσια τους, σε ένα τέταρτο από τώρα, θα τα γεμίσουν. Κι αφού όπως βλέπεις, επιτρέπουν και στα παιδιά τους να κάνουν το ίδιο, θα φουλάρουν τα καρότσια τους με πολλά χαζά και αχρείαστα γι’ αυτούς πράγματα, τα οποία θα ανεβάσουν τον τελικό τους λογαριασμό τόσο πολύ, που όπως σε βλέπω και με βλέπεις, καθόλου δεν υπολογίζουν.
Όπως δε κι από πείρας εγώ μπορώ να το εκτιμήσω αυτό, από τον όγκο και μόνον των πραγμάτων που θα αποκτήσουν σε λίγο τα δυό καρότσια τους, ο λογαριασμός τους δεν θα είναι μικρότερος από είκοσι με εικοσιδύο χιλιάρικα σε δραχμές. Ποσό βέβαια που σίγουρα δεν υπολογίζουν αυτοί ότι θα υποχρεωθούν να πληρώσουν κι όπως τους κόβω, μάλλον δεν θα έχουν τόσα πολλά χρήματα μαζί τους.
Από την εικόνα τους και μόνον, για δημόσιους υπαλλήλους τους έχω, οπότε μάλλον στα σίγουρα θα δούμε την έκπληξή τους. Και δεν θα δούμε μόνον αυτήν. Θα δούμε και τον απερίσκεπτο σύζυγο να μένει άφωνος, ακούγοντας την ανακοίνωση του ποσού, ο οποίος και θα αναγκαστεί να αφήσει την γυναίκα του και τα παιδιά του ενέχυρο στο ταμείο, έως ότου φέρει από το σπίτι του τα υπόλοιπα χρήματα.
Άκουγε βέβαια η γυναίκα μου την πρόβλεψη μου, αλλά κι αυτά μου έλεγε απορώντας μάλιστα, για όσα απίστευτα της εξιστορούσα.
– Ούτε ο Φώσκολος δεν έχει τέτοια φαντασία βρε Μιχάλη. Είναι δυνατόν να γίνουν όλα αυτά που μου εξιστορείς;
Τα έλεγε αυτά, αλλά και κάθισε στην άκρη να δει τι θα γίνει τελικά, αν κι από μόνα τους αυτά έδειχναν, ότι όντως και θα εξελισσόταν κάπως έτσι τα πράγματα κι όπως ακριβώς τα υπολόγιζα. Αργούσε όμως να φανεί στον διάδρομο του ταμείου το ζευγάρι με τα δύο παιδιά κι αυτό έκανε την γυναίκα μου να μου κάνει τα παράπονα της.
– Πάμε να φύγουμε λοιπόν αφού τελειώσαμε. Από ότι φαίνεται, μάλλον δεν πρόκειται να έρθουν σύντομα αυτοί.
Από περιέργεια βέβαια το έκανα αυτό, αλλά πήγα προς τα πίσω να δω τον λόγο της αργοπορίας τους κι όπως το υπολόγιζα αυτό, όντως τους είδα επιτέλους να έρχονται και με το πάσο τους μάλιστα θα έλεγα, αφού για βόλτα μάλλον ήρθαν εκεί. Ερχόταν μεν σιγά, σιγά, αλλά και κρατούσαν από μια τυρόπιτα στο χέρι ο καθένας, την οποία προφανώς και προμηθεύτηκαν από το σχετικό τμήμα κι αφού καθόλου δεν βιαζόταν, την μασουλούσαν με την άνεση τους μέχρι να φτάσουν στο χώρο του ταμείου.
Τους ακολουθήσαμε όπως καταλαβαίνετε κι επειδή κανείς άλλος από τους καταναλωτές δεν βρισκόταν μπροστά από αυτούς στο ταμείο εκείνη την στιγμή, μπήκαν όλοι μαζί κι ο ένας πίσω από τον άλλον στον στενό διάδρομο και μην έχοντας κανέναν ενδοιασμό, έκαναν κι από εκεί ακόμη τις πριν από το ταμείο αγορές στους.
Βλέποντας τους να τοποθετούν επιτέλους τα πράγματά τους πάνω στον διάδρομο της, άρχισε να χτυπά η ταμίας στην μηχανή της, την αξία όλων εκείνων των πραγμάτων που ήταν στα δύο παραφορτωμένα καρότσια κι όταν τελείωσε, έλεγε όσο μπορούσε ποιο χαμογελαστά προς τον σύζυγο, τον οποίο έβλεπε να μασουλά με βουλιμία την τυρόπιτά του.
– Είκοσι μία χιλιάδες και διακόσιες τρεις δραχμές κύριε.
Κι αφού του ανακοίνωσε το ποσό, περίμενε και με το δίκαιό της βέβαια η ταμίας, να δει και τον κύριο που είχε μπροστά της να της δίνει χαρούμενος κι αυτός, τα χρήματα που έπρεπε να της καταβάλει. Ακούγοντας όμως εκείνος το ποσόν, γύρισε αμέσως το κεφάλι του προς την γυναίκα του και με γεμάτο το στόμα του, της έλεγε με αγωνία.
– Είναι δυνατόν; Δεν έχω τόσα χρήματα επάνω μου. Μήπως έχεις εσύ; Έκπληκτη και η γυναίκα του όμως, τον κοιτούσε κι αυτή με απορία, αλλά και πολύ αφελέστατα συμπλήρωνε με ένα όχι την αγωνία τους. Και δεν της έφτανε αυτό, αλλά γυρίζοντας το κεφάλι της προς την ταμία, της έλεγε με μπόλικη χαζομάρα.
– Μήπως η μηχανή σας τα μετράει διπλά; Δεν είναι δυνατόν να κάνουν τόσα πολλά αυτά που πήραμε και ύστερα, δεν είχαμε κατά νου να κάνουμε τόσα πολλά ψώνια.
Ακούγοντας η ταμίας τα χαζά εκείνης της κυρίας, σηκώθηκε από την καρέκλα της και θυμωμένη από την αμφιβολία που της εξέφρασε για την ταμειακή της μηχανή, της έλεγε με θράσος
– Τι λέτε κυρία μου; Θα ήταν καλύτερα για σας να ξέρατε τι αγοράζετε κι όχι να αμφιβάλετε, για το αν χτυπά σωστά ή όχι τα νούμερα η μηχανή μας.
Πες η μια, πες η άλλη μετά, έγινε μεγάλη αναστάτωση εκείνη την στιγμή στο χώρο του ταμείου κι έγινε μεγαλύτερη αυτή, όταν πήγε κι ο σύζυγός της να υποστηρίξει την χαζομάρα της γυναίκας του.
Εκτός αυτού, έγιναν και πολλά γέλια από τους πελάτες που πλησίασαν εν τω μεταξύ στο συγκεκριμένο ταμείο κι αυτό έγινε αιτία ώστε να έρθει τρέχοντας σχεδόν εκεί ο διευθυντής του σούπερ μάρκετ, προκειμένου να δει τι γίνεται. Αφού πληροφορήθηκε κι αυτός την δηλωθείσα αμφιβολία της κυρίας, για την αξιοπιστία της ταμιακής τους μηχανής δηλαδή, έβαλε την κοπέλα του ταμείου να χτυπήσει για δεύτερη φορά τα πράγματα στην ταμιακή της, η οποία και πάλι το ίδιο ποσό έδειξε στο τέλος.
Μετά κι από αυτό, τίποτε διαφορετικό δεν μπορούσε να γίνει, οπότε και υποχρεώθηκε ο σύζυγος, να αφήσει ενέχυρο την γυναίκα του, τα παιδιά του, όπως και τα ψώνια τους στην γωνία, μέχρι να φέρει από το σπίτι του προφανώς, το υπόλοιπο του ποσού, δεδομένου ότι δεν είχαν επάνω τους ούτε το ένα τρίτο της αξίας των αγορών τους.
Τα ψώνια τους βέβαια, από μόνα τους δήλωναν εκεί, ότι το εν λόγω ζευγάρι, σίγουρα δεν ήξερε τι αγόραζε και ότι αυτά που αγόρασε, σίγουρα δεν τους ήταν όλα χρήσιμα. Μέχρι να επιστρέψει όμως αυτός, μισή ώρα πέρασε κι όταν επέστεψε, πράγματι ελευθέρωσε τους οικείους του κι αφού φορτώθηκαν όλοι μαζί τις σακούλες με τα ψώνια τους, έφυγαν από το σούπερ μάρκετ δυσαρεστημένοι.
Κι έφυγαν δυσαρεστημένοι από εκεί, όχι από την δική τους ανοησία όπως θα έπρεπε, αλλά από την ανάρμοστη αντιμετώπιση του καταστήματος όπως μας άφησαν να εννοήσουμε με το ύφος τους. Βλέποντας όμως η γυναίκα μου, την κατάληξη που είχε τελικά το όλο θέμα, έλεγε και πάλι με κάποια δυσπιστία σ’ εμένα.
– Αν μου το έλεγες αυτό, χωρίς να το δω με τα μάτια μου, ποτέ μου δεν θα πίστευα, ότι γίνονται τέτοια χαζά πράγματα μέσα στα σούπερ μάρκετ.
Ωστόσο βέβαια, πληρώσαμε κι εμείς τον λογαριασμό μας κι αφού πήραμε τα ψώνια μας, τα παιδιά μας και το μάθημα μας, φύγουμε από εκεί ευχαριστημένοι κατά κάποιον τρόπο, γιατί με την προσεγμένη μας συμπεριφορά, δεν δώσαμε κι εμείς αφορμή, ώστε να γελούν και με τα δικά μας χαζά οι άνθρωποι.
Αλλά ούτε και τα παιδιά μας τους έδωσαν τέτοιο δικαίωμα, αφού χορτασμένα κι αυτά από φανταστικές αγορές, δεν θέλησαν να πάρουν ούτε τα δύο αυτοκινητάκια που κρατούσαν στα χέρια τους. Τα παράτησαν επιδεικτικά κι αυτά πάνω σε ένα από τα κοντινά ράφια του καταστήματος και ικανοποιημένα μας ακολούθησαν.
Μιχάλης Αλταλίκης