Έχοντας λοιπόν να αντιμετωπίσουμε, μαζί με τα δικά μας οικογενειακά προβλήματα και τις καρδιακές επιπλοκές του πεθερού μου, διανύαμε τους επόμενους μήνες με πολύ αγονία, αλλά και το ενδιαφέρον όλων μας ήταν περισσότερο στραμμένο προς το πρόσωπό του, δεδομένου ότι κινδύνευε να μας μείνει στον τόπο ξαφνικά αυτός κι από την παραμικρή αιτία μάλιστα.
Κι αφού ακόμη μέναμε στο σπίτι του, εγώ και η μικρή οικογένειά δηλαδή, προσπαθούσαμε μαζί με τους γιατρούς να του φανούμε κι εμείς χρήσιμοι, αποτρέποντάς τον να βγαίνει για κάποιο λόγο έξω από το σπίτι του, δεδομένου ότι η καρδιά του δεν ήταν σε θέσει να αντιμετωπίσει τίποτε.
Ήταν σχισμένη στα δύο, όπως σας το έχω αναφέρει στα προηγούμενα και μόνον μια από τις τέσσερεις βαλβίδα της δούλευε, έχοντας μαζί με αυτό κι όλες του τις αρτηρίες βουλωμένες. Εξαιτίας αυτής της αδυναμίας του λοιπόν, οι γιατροί του συνέστησαν να μένει συνεχώς κλεισμένος στο σπίτι του, αφού και η παραμικρή διαφορά θερμοκρασίας μπορούσε να του προκαλέσει επιπλοκές.
Δεν μπορούσε όμως άνθρωπος να αντέξει αυτόν τον εγκλωβισμό, οπότε έβγαινε που και που από το σπίτι του και πήγαινε μια βόλτα, πότε μέχρι τον δρόμο, δέκα μέτρα απόστασης δηλαδή και πότε μέχρι το καφενείο της γειτονιάς τους, το οποίο δεν ξεπερνούσε και πολύ την ίδια απόσταση.
Στο καφενείο βέβαια, δεν πήγαινε απλώς και μόνον να τους πει μια καλημέρα και να φύγει, αλλά καθόταν εκεί κι έπαιζε χαρτιά, παρέα με τους ηλικιωμένους γείτονές του. Ο θεράπον γιατρός του όμως, συνεχώς τον μάλωνε για την αταξία που προκαλούσε στον εαυτό του και δεν σταματούσε να του θυμίζει, τους κινδύνους που τον απειλούσαν.
– Μη ξεθαρρεύεις κύριε Κώστα και μη βγαίνεις έξω από το σπίτι σου. Είναι πολύ επικίνδυνο για την υγεία σου αυτό που κάνεις. Γιατί πολύ πιθανό είναι να μας μένεις στον δρόμο κάποια στιγμή.
Αυτά του έλεγε ο γιατρός, αλλά εκείνος, δεν τον άκουγε. Είχε και το δίκαιο με το μέρος είναι αλήθεια, αφού σχετικά νέος άνθρωπος ήταν όπως σας είπα και τα 53 χρόνια της ηλικίας του διάνευε. Αυτά λοιπόν, δεν του επέτρεπαν να παραδεχθεί, ότι έπαθε μεγάλη ζημιά κι ότι εξαιτίας αυτής, κινδύνευε να μείνει ανά πάσα στιγμή στον τόπο, χωρείς καν να κινηθεί.
Έτσι όπως κάθεσαι στην καρέκλα σου, εκεί και θα μείνεις μια μέρα, του έλεγε ο γιατρός του προκειμένου να τον συνετίσει, αλλά αυτός, μια βόλτα θα πάω και θα έρθω έλεγε στην πεθερά μου και πήγαινε στο καφενείο. Τον φρόντιζε δε με αυταπάρνηση αυτή είναι αλήθεια, αλλά εκείνος ήταν σε κίνδυνο κι εκείνος έπρεπε να προσέχει, αλλά όντως και δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις της καρδιοπάθειάς του.
Αδιαφορώντας κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, για την παντελή έλλειψη του μυοκαρδίου της καρδιάς του, πάλι πήγε στο καφενείο ένα πρωινό, αλλά επειδή δεν αισθάνθηκε καλά, αμέσως επέστρεψε στο σπίτι του. Ανέβηκε τα τρία σκαλοπάτια της εισόδου τους κι όταν έφτασε στην πόρτα του σπιτιού του, δεν πρόλαβε να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας τους κι έπεσε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα.
Άκουσε η γυναίκα μου τον προκληθέντα θόρυβο κι επειδή είχε κι αυτή τον νου της, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού να δει τι συνέβη και βρήκε τον πατέρα της ξαπλωμένο στο διάδρομο της οικοδομής τους. Βλέποντας τον ξαπλωμένο εκεί όμως, καθόλου δεν τα έχασε. Παράτησε το νεογέννητο παιδί μας πάνω στον καναπέ του σαλονιού τους και μετά έπεσε πάνω στον πατέρα της, κάνοντας του εκεί ότι ήταν δυνατόν, προκειμένου να τον βοηθήσει.
Του πίεζε το στήθος ρυθμικά. Του έκανε τεχνική αναπνοή, αλλά τίποτε. Δυστυχώς γι’ αυτόν δηλαδή, δεν μπορούσε πλέον να αντιδράσει. Έμεινε ξερός. Έγιναν πολλές φωνές στην συνέχεια όπως καταλαβαίνετε, τόσο από την γυναίκα μου, όσο κι από την πεθερά μου κι εξαιτίας αυτών, έτρεξαν πολλοί γείτονες να τους συμπαρασταθούν και μαζί με αυτούς, έφτασε εκεί κι ο φαρμακοποιός της γειτονιάς τους, ο οποίος βέβαια, έκανε κι αυτός από πείρας ότι ήταν δυνατόν προκειμένου να τον βοηθήσει κι αυτό πάλι, έως ότου εμφανιστεί εκεί το ασθενοφόρο που κάλεσε κάποιος.
Αργούσε όμως να έρθει αυτό κι επειδή όλοι οι γείτονες ήξεραν την περίπτωση της υγείας του πεθερού μου, τον σήκωσαν από το πάτωμα κάποια στιγμή και τον έβαλαν να ξαπλώσει μέσα στο μεγάλο αυτοκίνητο του φαρμακοποιού, μέσου του οποίου και τον πήγαιναν αυτοί πια προς το πλησιέστερο νοσοκομείο.
Δεν πρόλαβαν βέβαια να απομακρυνθούν και πολύ από την γειτονιά τους δεδομένου ότι συνάντησαν στον δρόμο το νοσοκομειακό. Εκεί λοιπόν και στην μέση του δρόμου έκαναν την αλλαγή του ασθενούς, ελπίζοντας όπως ήταν λογικό, ότι εντός αυτού τουλάχιστον, θα μπορούσε να βοηθηθεί ο ασθενής καλύτερα με τα μηχανήματα τους κι αυτό πάλι, μέχρι που να τον παραδώσουν στο νοσοκομείο όπως είπαμε.
Ευτυχώς για τον πεθερό μου όπως υπολόγιζαν οι συνοδοί του, το νοσοκομείο που κατευθυνόταν, δεν ήταν απλώς και μόνον το πλησιέστερο προς αυτούς, αλλά κι αυτό που βρισκόταν στην γειτονιά τους θα λέγαμε. Μέχρι να φτάσουν εκεί λοιπόν, ο γιατρός του νοσοκομειακού έκανε καθ’ οδόν ότι μπορούσε για τον ασθενή του, αλλά κι όταν έφτασαν στον χώρο του νοσοκομείο, διαπίστωσε ότι ήταν ήδη πολύ αργά για τον πεθερό μου. Τον πέρασαν ωστόσο στο χειρουργείο, αλλά και το μόνο που χρειάστηκε να κάνουν εκεί οι νοσοκομειακοί γιατροί πλέον, ήταν να βεβαιώσουν πολύ απλά τον θάνατο του.
Εγώ συγκεκριμένα, βρισκόμουν στην δουλειά μου εκείνο το πρωινό κι όπως κάθε μέρα, αντιμετώπιζα από το γραφείο μου τα προβλήματα των πελατών μας. Ανάμεσα στα άλλα τηλεφωνήματα όμως, δέχτηκα εκείνο το πρωινό κι ένα από την γυναίκα μου, η οποία μου έλεγε κάτι με αγωνία, αλλά και χωρίς να πάρει ανάσα.
– Έλα γρήγορα. Ο μπαμπάς μου έπεσε έξω από την πόρτα του σπιτιού μας και τώρα τον πηγαίνουν στο νοσοκομείο.
Έρχομαι της είπα κι αμέσως έφυγα από το γραφείο μου. Πηγαίνοντας από το κέντρο της πόλης, προς το νοσοκομείο της γειτονιάς τους, έκανα όσο λιγότερο μπορούσα τρέχοντας με την κόρνα πατημένη κι όταν έφτασα εκεί, συνάντησα την γυναίκα μου στον εσωτερικό διάδρομο του νοσοκομείου. Κλαίγοντας αυτή εκεί, μου έλεγε ότι εδώ μέσα τον πήγαν και μου έδειχνε μια μεγάλη πόρτα.
Δεν ήξερα τι ήταν πίσω από εκείνη την πόρτα, αλλά με την βιασύνη που είχα, την άνοιξα και μπήκα σαν σίφουνας στον χώρο που βρέθηκα. Έπεσα όμως πάνω σε μια ομάδα γιατρών, οι οποίοι έβγαινα προς τα έξω εκείνη την στιγμή κι ο προϊστάμενός τους με μάλωνε, βλέποντας την βιασύνη μου.
– Έ. Πού πας έτσι. Βγες έξω από δω. Που νομίζει ότι βρίσκεσαι στο χωριό σου;
Ήταν ο καθηγητής του καρδιολογικού αυτός, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, στον οποίο κι έλεγα λαχανιασμένος σχεδόν.
– Είμαι γαμπρός του ανθρώπου που σας έφεραν πριν από λίγο. Θα ήθελα να μου πείτε αν μπορείτε, τι έγινε με αυτόν και πια είναι η κατάσταση της υγείας του.
Παραμερίζοντας με αυτός, άνοιξε την δίφυλλη πόρτα, αυτήν δηλαδή που πριν από λίγο έκλεισα εγώ πίσω μου και όλοι μαζί οι γιατροί, ακολουθώντας τον καθηγητή τους, έβγαιναν έξω από εκεί που πριν λίγο μπήκα εγώ, ενώ απαντούσε στο ερώτημα μου και δυνατά μου έλεγε τα παρακάτω, ώστε να τα ακούσω καλά.
– Η υγεία του πεθερού σου σταμάτησε στον δρόμο. Πεθαμένο μας τον έφεραν και πεθαμένος παραμένει. Μια και είσαι γαμπρός του όμως όπως μας λες, φρόντισε να τον πάρεις γρήγορα από εδώ, γιατί σήμερα εφημερεύει το νοσοκομείο και χρειαζόμαστε το χειρουργείο.
Αυτά που μου έλεγε όμως, δεν τα άκουσα μόνον εγώ, αφού ήδη προχωρούσαμε στον διάδρομο. Τα άκουσαν και οι γυναίκες. Η πεθερά μου δηλαδή, η γυναίκα μου και οι αδελφή του πεθερού μου κι έτσι δεν χρειαζόταν να τους πω τίποτε περισσότερο εγώ.
Έκλαιγαν αυτές, ακούγοντας ότι πέθανε ο άνθρωπός τους και για να τις ησυχάσω κάπως, όπως και να χωνέψω κι εγώ τα δυσάρεστα που άκουσα για τον πεθερό μου, κοντοστάθηκα για λίγο μπροστά τους κι αυτό πάλι, μέχρι που να βγουν όλοι οι γιατροί έξω από το χειρουργείο. Τελευταίος όμως όπως έβλεπα, έβγαινε έξω ένας ασκούμενος γιατρός. Ήταν γείτονάς μας αυτός και με το θάρρος του γείτονα, όχι μόνον τον ακολουθούσα, αλλά και μαζί με αυτόν συμπλήρωνα την κουστωδία του καθηγητού βαδίζοντας δίπλα του, αλλά κι έκανα μια ύστατη προσπάθεια, ώστε να πάρω από αυτόν τουλάχιστον μερικές απαντήσεις.
– Τι έγινε ρε Μανόλη; Δεν μπορέσατε να κάνετε κάτι, ώστε να προλάβετε τον άνθρωπο;
– Όπως σου είπε και ο κύριος καθηγητής, όταν μας τον έφεραν εδώ, ήταν ήδη πεθαμένος. Τι μπορούσαμε να κάνουμε;
Άκουγε ο κύριος καθηγητής την στιχομυθία μας, γι’ αυτό και σταμάτησε να βαδίζει. Γύρισε προς το μέρος μου στην συνέχεια και με πολύ αυστηρό ύφος, μου έλεγε μερικά ακόμη.
– Άφησε ήσυχο τον γιατρό. Ο πεθερός σου πέθανε και οι γυναίκες κλαίνε. Παρ’ τους όλους από εδώ κι αμέσως μάλιστα και μην ενοχλείς τον γιατρό με χαζές ερωτήσεις. Αν μπορούσαμε να κάναμε κάτι γι’ αυτόν, θα το κάναμε και δεν θα περιμέναμε να μας το πεις εσύ. Κατάλαβες;
Τον άκουγα βέβαια, αλλά και σκεπτόμουν εκείνη την στιγμή, ότι έχουν εξοικειωθεί με τον θάνατο οι γιατροί, γι’ αυτό και γίνονται πολύ σκληροί με τους ανθρώπους. Δεν ξέρω όμως τι κάνουν, ή πώς συμπεριφέρονται αυτοί, όταν χάσουν κάποιο δικό τους πρόσωπο. Ένα πάντως είναι σίγουρο, ότι μάλλον δεν καταλαβαίνουν την θέση αυτού που χάνει αμαχητί τον άνθρωπο του όταν τον εισάγει στο νοσοκομείο τους, ελπίζοντας, ότι εκεί τουλάχιστον υπάρχει περίπτωση να σωθεί.
Δεν είχα όμως διάθεση να μαλώνω εκείνη την ώρα με τον καθηγητή, γι’ αυτό και δεν του έδωσα σημασία. Αλλά και με το θάρρος που είχα αποκτήσει, από την προηγούμενη παρέμβαση μου, στην προ καιρού διαπίστωση του πρώτου θανάτου του πεθερού μου στην κλινική που σας ανάφερα στα προηγούμενα, ρώτησα ξανά το γειτονάκι μας, έτσι για την τιμή των όπλων δηλαδή.
– Μα πράγματι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε ρε συ; Νέος άνθρωπος είναι δεν τον λυπάστε;
– Τι να κάνουμε ρε; Έλεγε κι αυτός απογοητευμένος. Όπως σου είπε κι ο κύριος καθηγητής, αν υπήρχε κάτι δεν θα το κάναμε; Αν μας έδινε έστω και ένα μικρό κούνημα η καρδιά του, θα βάζαμε μια ένεση αδρεναλίνης σ’ αυτήν και μετά θα ελπίζαμε ότι μπορεί και να έπαιρνε μπροστά και να δούλευε. Έτσι όπως είναι όμως αυτή και με την ζημιά που ξέρω ότι έχει υποστεί, τίποτε δεν μπορεί να την κουνήσει, κατάλαβες;
– Πόσο κάνει ρε συ αυτή η ένεση;
– Τι να κάνει ρε? Έλεγε κι αυτός με απορία. Άντε να κάνει πέντε, ή έξι χιλιάρικα σε δραχμές.
– Θα τα δώσω εγώ ρε Μανόλη αυτά τα έξι χιλιάρικα και πολύ θα σε παρακαλέσω να του την κάνεις αυτήν την ένεση και ας μην έχει αποτέλεσμα. Ας κάνω εγώ το χρέος μου απέναντι του κι αυτός μετά, ας σηκωθεί άμα θέλει, ή ας μη σηκωθεί ποτέ. Εγώ πάντως. Θα μπορώ να του πω, ότι και σ’ αυτήν την περίπτωση, έκανα ότι μπορούσα. Βάλτου λοιπόν αυτήν την ένεση και την αξία της θα τη πληρώσω εγώ.
Δεν πρόλαβα όμως να του πω περισσότερα, γιατί γύρισε πίσω ο κύριος καθηγητής κι έξαλλος πια μαζί μου, μου έκανε νευριασμένες συστάσεις.
– Είσαι γιατρός ρε κύριε;
– Όχι. Είπα εγώ. Δεν είμαι.
– Αφού δεν είσαι, γιατί πιέζεις τον γιατρό να κάνει ότι περνάει από την κούτρα σου; Λοιπόν. Μια και καλή. Ο πεθερός σου είναι πεθαμένος και οι πεθαμένοι δεν κλάνουν.
Όχι μία, αλλά και δέκα μία ενέσεις να του βάλουμε, δεν πρόκειται να σηκωθεί, γιατί είναι πεθαμένος όπως είπαμε. Κατάλαβες; Άσε λοιπόν τις χαζομάρες και πήγαινε να φροντίσεις τα του νεκρού και μη παριστάνεις τον γιατρό.
Κι ενώ μου έλεγε αυτά, έμπαιναν όλοι μαζί οι γιατροί στο γραφείο τους, αφού εκεί ήταν ο προορισμός τους. Ναι, αλλά εγώ ήθελα να κάνω ότι περνούσε από το χέρι μου για τον πεθερό μου, οπότε πάλι παρακαλούσα τον κύριο καθηγητή ακολουθώντας τους.
– Δεν θέλω να σας ταλαιπωρώ κύριε καθηγητά. Αλλά να. Αφού ούτως ή άλλως αυτή η ένεση δεν θα επηρεάσει το αποτέλεσμα, τι πειράζει να του την κάνουμε; Κι όπως σας είπα, αναλαμβάνω εγώ να πληρώσω το κόστος της.
– Όχι ρε. Έλεγε αυτός πολύ θυμωμένος πια μαζί μου. Δεν θα μας πεις εσύ τι να κάνουμε. Είμαστε ρε συ γιατροί εμείς, για να μας λέει ο καθένας από τους συνοδούς, τι πρέπει να κάνουμε και τι όχι στους ασθενείς μας; Αν δεν φύγεις λοιπόν από εδώ και σε πέντε λεπτά μάλιστα, θα καλέσω την ασφάλεια του νοσοκομείου και αυτοί θα σε πετάξουν με τις κλοτσιές έξω. Άκουσες;
Αυτά βέβαια μου διεμήνυσε ο κύριος καθηγητής και έως ένα σημείο είχε δίκαιο μπορώ να πω, αλλά αισθανόμενος κάπως άχαρη θα έλεγα την τοποθέτησή του, θύμωσα κι εγώ μαζί του εκείνη την στιγμή, οπότε δεν μπορούσα πλέον να του αναγνωρίσω κανένα δίκαιο. Έχασα δηλαδή την ψυχραιμία μου και του επιτέθηκα. Φραστικά ωστόσο το έκανα αυτό κι αυτά που του έλεγα, στην αδιαλλαξία του περισσότερο απευθυνόταν κι όχι στο πρόσωπο του γιατρού.
– Κάλεσε την ασφάλεια κύριε καθηγητά αν το θέλεις, αλλά μέχρι να έρθει αυτή εδώ, βάζεις με τον νου σου, τι θα προλάβω να κάνω εγώ σ’ εσένα;
Βλέποντας το γειτονάκι μας, ότι μάλλον πρόκειται να γίνει καυγάς, με κρατούσε από το χέρι κι αυτά μου έλεγε.
– Σε παρακαλώ ρε συ. Μη κάνεις φασαρία. Ησύχασε πια. Ησύχασε.
Ησύχασε μου έλεγε αυτός, αλλά ο κύριος καθηγητής που μέχρι τότε καθόταν σταυροπόδι στην καρέκλα του, σηκώθηκε όρθιος στο άκουσμα των απειλών μου και κινήθηκε εναντίον μου. Κι όχι μόνον με πλησίαζε απειλητικά, αλλά μου έβαζε και τις φωνές. Όταν ήρθε κοντά μου πια, δεν μπορούσε, ούτε αυτός, αλλά κι εγώ να συνετιστούμε. Πιαστήκαμε στα χέρια εν ολίγοις κι επειδή δεν έκανα πίσω εγώ, μπροστά στην δική του άρνηση να ικανοποιήσει το αίτημά μου, έστω κι αν δεν μπορούσα να περιμένω κάποιο θετικό αποτέλεσμα όπως μου το τόνισαν αυτό νωρίτερα οι υπόλοιποι γιατροί, δεν τους επέτρεπα να τον πάρουν από τα χέρια μου. Ευτυχώς για όλους μας όμως, αυτοί τουλάχιστον, δεν έμειναν απλοί θεατές του επεισοδίου. Έπεσαν ανάμεσα μας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να συνετίσουν αυτόν περισσότερο παρά εμένα κι αυτά του έλεγαν με τρόπο.
– Ας του την κάνουμε την ένεση κύριε καθηγητά, ώστε να καλμάρει κι αυτός εδώ που κρεμάστηκε από αυτήν και μετά θέλοντας και μη, θα φύγει από το νοσοκομείο μας με τον πεθαμένο πεθερό του κι έτσι, θα μας αφήσει ήσυχους. Δεν είναι όμως σωστό να μαλώνουμε μαζί του.
Απευθυνόμενοι και σ’ μένα μετά, έλεγαν με κατανόηση.
– Έτσι δεν είναι ρε;
Συμφώνησα μαζί τους όπως καταλαβαίνετε, αφού ούτως ή άλως, αυτό μόνον τους ζητούσα, αλλά και δεν τους άφησα ήσυχους. Τους την έλεγα στην συνέχεια.
– Βεβαίως και δεν είμαι γιατρός εγώ, ώστε ξέρω τι είναι αυτή η ένεση της αδρεναλίνης που μου αναφέρατε και προπαντός δεν ξέρω, πως, ή αν και που, μπορεί αυτή να επιδράσει στην καρδιά του ανθρώπου. Εκείνο που σας ζήτησα όμως, είναι να του την κάνετε, αφού από εσάς άκουσα ότι υπήρχε ενδεχόμενο να προκαλέσει επανεκκίνηση της καρδιάς του, έτσι ώστε να μπορώ κι εγώ να πω στον εαυτό μου πρώτα, ότι δεν άφησα αβοήθητο αυτόν τον άνθρωπο, αλλά και στον πεθερό μου να πω, ότι κι αυτό ακόμη έκανα, προκειμένου να συμπαρασταθώ στο πρόβλημά σου. Εσείς όμως? Να μην πω.
Μετά από όσα άκουσε ο κύριος καθηγητής να τους λέω δευτερευόντως εγώ, θα έλεγα ότι τρελάθηκε, οπότε και πάλι άρχισε να μου φωνάζει.
– Τι νομίζεις ότι είναι εδώ ρε συ; Το μαντρί σου νομίζεις ότι είναι και μας λες εσύ ο τσομπάνης, τι να κάνουμε εμείς που είμαστε γιατροί;
Για να μην αρχίσουμε πάλι από την αρχή τον καυγά μας, τον καλμάρισαν οι άλλοι γιατροί κι έτσι, δέχτηκε επιτέλους αυτός το αίτημα μου κι αυτά τους έλεγε υπερβολικά θυμωμένος πια μαζί μου.
– Να του κάνετε του πεθαμένου την ένεση, αλλά αυτός ο πολύξερος θα μείνει εδώ και θα φύγει αμέσως από το νοσοκομείο, μόλις επιστρέψετε εσείς από το χειρουργείο. Εντάξει;
Απευθυνόμενος μετά και σε μένα, έλεγε πολύ συγχυσμένος.
– Άκουσες εσύ; Μετά από την ένεση, να πάρεις τον πεθαμένο πεθερό σου από το νοσοκομείο και αμέσως να φύγεις. Άκουσες;
Ούτε του απάντησα, αλλά ούτε κι έδωσα συνέχεια στον εριστικό του τρόπο. Αντιθέτως, περίμενα πολύ υπομονετικά εκεί, μέχρι να επιστρέψει το γειτονάκι μας, αφού σ’ αυτόν έδωσαν την εντολή να κάνει την ένεση στον πεθερό μου. Του έκανε βέβαια αυτός την ένεση αδρεναλίνης και μετά από λίγο επέστρεψε. Επιστρέφοντας όμως, δήλωνε στον καθηγητή του ότι εξετέλεσε μεν την αποστολή του, αλλά χωρείς κανένα αποτέλεσμα για τον πεθαμένο πεθερό μου. Καθόλου δηλαδή δεν αντέδρασε η καρδιά του όπως και ήταν αναμενόμενο άλλωστε.
Μετά από την άκαρπη προσπάθεια του νεαρού γιατρού, έφυγα εν μέρει μεν ικανοποιημένος, αλλά και αμίλητος από το γραφείο των γιατρών και καθώς τους το είχα υποσχεθεί, πήγα μέχρι το χειρουργείο, προκειμένου να μεριμνήσω για τα περεταίρω όπως μου είπε να κάνω ο κύριος καθηγητής. Παρ’ όλα αυτά όμως, ήθελα και να βεβαιωθώ, ότι πράγματι και δεν είχε αποτέλεσμα όλη εκείνη η προσπάθεια, αφού ενδόμυχα ήθελα να έχει. Ήθελα να έχει είναι αλήθεια, έστω κι αν ήξερα από πρώτο χέρι, ότι δεν μπορούσα να το ελπίζω, αφού και οι γιατροί ήταν κατηγορηματικοί ως προς αυτό, αλλά κι εγώ ήξερα την βεβαρημένη κατάσταση της καρδιάς του πεθερού μου.
Τον πλησίασα ωστόσο κι αφού κάθισα στο κρεβάτι του, προσπαθούσα να σκεφτώ εκεί, τι έπρεπε να κάνω πρώτα. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, κοιτούσα συνεχώς προς το μόνιτορ. Περίμενα να κάνει έστω κι ένα τουκ δηλαδή στο καντράν του και να χαλάσει η ίσια όψη της παύλας που έβλεπα σ’ αυτό κι από πολύ ώρα πριν δήλωνε ότι δεν υπήρχε ούτε ένας χτύπος στην καρδιά του πεθερού μου.
Ξέχασα τα προηγούμενα κι αυτά που του συνέβησαν την πρώτη φορά που πέθανε στην κλινική και αναστήθηκε κι όπως ήταν λογικό, δεν περίμενα να γίνουν ξανά και σ’ εκείνο το νοσοκομείο τα ίδια, αλλά να. Δεν ήθελα και να τον παραδώσω αμαχητί στον θάνατο. Έκανα λοιπόν ότι μπορούσα γι’ αυτόν τον σκοπό όπως σας το ανάφερα κι αφού δεν έβλεπα να γίνετε κάποια κίνηση στο μόνιτορ, γύρισα προς τον νεκρό και του έλεγα.
– Δεν μπορείς να πεις ότι σε άφησα εδώ μόνο κι έφυγα. Έκανα ότι μπορούσα για πάρτη σου. Μέχρι και στα χέρια ήρθα με τους γιατρούς. Αν εσύ τώρα θέλεις να σηκωθείς, σήκω. Αν πάλι δεν θέλεις, μη σηκώνεσαι. Εγώ πάντως, βεβαίως κι έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου.
Αυτά του έλεγα λοιπόν κι όσο του μιλούσα, αυτόν τον κοιτούσα. Μόλις όμως τελείωσα τους λόγους μου, γύρισα να ρίξω μια τελευταία ματιά στο μόνιτορ, αφού όπως το υποσχέθηκα αυτό στον κύριο καθηγητή, έπρεπε να φροντίσω για την άμεση αναχώρηση μας από το νοσοκομείο.
Εκείνη την ύστατη στιγμή όμως, είδα να κάνει εκείνο το τουκ που τόσο πολύ περίμενα κι επειδή δεν πίστευα ότι πράγματι το είδα, περίμενα να το δω και δεύτερη, όπως και τρίτη φορά. Μόλις βεβαιώθηκα ότι πράγματι έκανε, όχι ένα, αλλά τρία τουκ, τον άφησα μόνο του εκεί κι έτρεξα αμέσως στο γραφείο των γιατρών, στους οποίους λαχανιασμένος πια έλεγα με αγωνία.
– Ελάτε γρήγορα. Είδα στο μόνιτορ μια κίνηση.
Παρότι ξίνισε και πάλι τα μούτρα του ο κύριος καθηγητής, με όσα άκουσε να τους λέω, σηκώθηκε από την καρέκλα του και μαζί με τους υπόλοιπους έτρεχε προς το χειρουργείο. Τρέχοντας κι εγώ πίσω τους βέβαια, τον άκουγα να μου λέει, με μπόλικη αμφιβολία.
– Αλίμονο σου ρε συ, έτσι και μας κοροϊδεύεις.
Όταν έφτασαν κοντά στον πεθερό μου όμως και διαπίστωσαν ότι δεν τους έλεγα ψέματα, έπεσαν επάνω του με σθένος θα έλεγα. Έφεραν κι άλλα μηχανήματα εκεί στην συνέχεια και τον συνέδεσαν με καλώδια, μέσω των οποίων και του έκαναν τρία ηλεκτροσόκ. Έβαζαν δηλαδή τις βεντούζες στο στήθος του και μετά πατούσαν τον διακόπτη. Μόλις ερχόταν το ρεύμα στο πεθερού μου, ακουγόταν ένας γδούπος και μετά έβλεπα το σώμα του που δεν ήταν και ελαφρύ, να σηκώνετε ολόκληρο έτσι όπως ήταν σχεδόν άψυχο και να ξαναπέφτει πάλι πάνω στο χειρουργικό κρεβάτι.
Αφού του το έκαναν αυτό τρεις φορές όπως είπα, άρχισε και πάλι να χτυπά η καρδιά του, ή καλύτερα η βαλβίδα του και να κτυπά κανονικά μάλιστα. Ευχαριστήθηκαν οι γιατροί όταν τον είδαν να συνέρχεται, οπότε έκαναν τα πάντα μετά προκειμένου να τον επαναφέρουν σε κανονικό ρυθμό. Κουβέντα όμως δεν μου έλεγε πλέον ο κύριος καθηγητής, ενώ άκουγα τους γιατρούς της συνοδείας του να μου λένε χαμηλόφωνα.
– Καλά έκανες κι επέμενες. Μείνε μαζί μας τώρα, μη φεύγεις.
Εγώ όμως, πάλι σκεφτόμουν εκείνη την στιγμή, ότι Αυτός, που πράγματι είναι πάνω από όλους κι από όλα και καταργεί τα πάντα για να κάνει αυτό που θέλει, όταν θέλει, κατήργησε και τότε όλα όσα εμείς έχουμε ως γνωστά δεδομένα και με βάση αυτά πορευόμαστε. Κι αφού κατήργησε τον θάνατο, τους γιατρούς, την ιατρική, τα μηχανήματα και όλη την γνωστή δεοντολογία, επανάφερε στην ζωή τον πεθαμένο πεθερό μου, για να πει σε όλους εμάς, ότι όντως Είναι εδώ. Ότι Γνωρίζει τα πάντα και Κάνει ότι Θέλει εφόσον Αυτός το Θέλει.
Έτσι λοιπόν και με την δική Του συμμετοχή, βρέθηκε για δεύτερη φορά ο πεθερός μου από πεθαμένος ζωντανός κι αφού κάθισε στο νοσοκομείο όσο του ήταν απαραίτητο, επέστρεψε στο σπίτι του, όπου και του επετράπη να ζήσει μ’ εκείνη την ταλαίπωρη και σακατεμένη καρδιά άλλα τρία χρόνια. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα όμως και για ευνόητους λόγους όπως καταλαβαίνετε, παρακολουθούσε πλέον τον πεθερό μου αλλά στο σπίτι του, εκείνος ο νεαρός καρδιολόγος, που του δόθηκε η εντολή να του κάνει την ένεση αδρεναλίνης.
Εμείς πάντως και για την ιστορία σας το λέω αυτό, λόγο των όσων μας προέκυψαν τότε, αντί για δύο μήνες όπως υπολογίζαμε, μείναμε μαζί με τα πεθερικά μου έως και τις αρχές του Νοέμβριου εκείνης της χρονιάς, γιατί τότε πλέον ήταν έτοιμη η πολυκατοικία μας, αυτή δηλαδή που με την προσωπική του ευθύνη ανέλαβε να παραδώσει τελειωμένη ο συνεταίρος του πεθερού μου.
Μιχάλης Αλταλίκης