Πέρασε λίγος καιρός ακόμη μετά από την επίσκεψή μας στην Κοζάνη και ο ηλεκτρολόγος φίλος μας, επισκέφτηκε ξανά τον φωτογράφο, με σκοπό να του ανακοινώσει κάτι νέο κι ελπιδοφόρο για όλους μας, σχετικά πάντα με την επιθυμία μας να βρούμε κάποιον, που να μπορεί να μας οδηγήσει σωστά, αλλά και σίγουρα στα ενδότερα της ορθοδοξίας μας, αφού ήδη ήμασταν αποφασισμένοι να ενταχθούμε στα δεδομένα της, όποια κι αν ήταν αυτά, όποιο κι αν ήταν το κόστος της ένταξής μας κι αυτά του έλεγε εν ολίγης.
– Ένας γνωστός μου Κώστα, πήγε στο Άγιο όρος πριν από λίγες μέρες κι έκανε επαφή εκεί με κάποιον μοναχό. Αφού λοιπόν έπιασαν κουβέντα οι δυό τους, του ανάφερε μαζί με τα άλλα και τις ανησυχίες που είχε, σχετικά με το πώς θα μπορούσε να ενταχθεί κι αυτός στα ενδότερα της ορθοδοξίας. Όταν έφτασε εδώ όμως η κουβέντα τους, εκείνος ο μοναχός του σύστησε να μιλήσει με κάποιον άλλον μοναχό τα σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα, δεδομένου ότι εκείνος ήταν πνευματικός. Όταν λοιπόν πήγε τελικά σ’ αυτόν και του ανάφερε τις ανησυχίες του, αλλά και τις προσωπικές του προσπάθειες προκειμένου να αποκτήσει ορθόδοξο φρόνημα, όπως και ορθόδοξη συμπεριφορά στην ζωή του, του απάντησε με σιγουριά ο πνευματικός, ότι καλά έκανε και τον επισκέφτηκε, γιατί χωρείς πνευματικό, ότι κι αν επιχειρήσει κανείς, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα οδηγηθεί κάπου με ασφάλεια γι’ αυτόν και για όσα επιδιώκει.
Μετά από όλα αυτά, τι λέτε; Μήπως πρέπει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο; Από ότι μου είπε ο γνωστός μου, προγραμμάτισε να κάνει ακόμη μία επίσκεψη στο Άγιο όρος, αλλά λίγο μετά από το Πάσχα. Τι λέτε λοιπόν; Θέλετε να πάμε κι εμείς μαζί του, έτσι ώστε να γνωρίσουμε κι εμείς αυτόν τον πνευματικό; Μήπως πάλι να κάναμε πρώτα μια έκτακτη σύναξη εμείς οι τέσσερις γι’ αυτόν τον λόγο και σ’ αυτήν να πάρουμε μια οριστική απόφαση για το θέμα που μας απασχολεί; Ούτως ή άλλως, το να ψαχνόμαστε από μόνοι μας, πουθενά δεν μας οδηγεί.
Μετέφερε και σ’ εμένα ο φωτογράφος, όπως και στους υπόλοιπους βέβαια, την πρόταση του ηλεκτρολόγου κι αφού την βρήκαμε πολύ λογική, κάναμε τελικά την σύσκεψή μας ένα πρωινό. Βλέποντας να υπάρχει κάποια σωστή σειρά μέσα στα προτεινόμενα του ηλεκτρολόγου του έκανα κι εγώ μια αντιπρόταση.
– Αφού για μας τους τρεις είναι πολύ δύσκολο να πάμε τώρα στο Άγιο όρος κι αφού εσύ γνωρίζεις αυτόν που έκανε την πρώτη επαφή, δεν πας μαζί του, ώστε να μιλήσεις στον πνευματικό, εξ ονόματος όλων μας;
– Μα τι να του πω εγώ; Έλεγε αγχωμένος όπως πάντα ο ηλεκτρολόγος.
– Να του πεις πολύ απλά, ότι εμείς είμαστε πέντε άνθρωποι μαζί με τον φοιτητή κι ότι ψάχνουμε στο άγνωστο, προκειμένου να ενταχθούμε με ασφάλεια για όλους μας στα Ορθόδοξα δεδομένα. Κι αφού αυτό μόνον θέλουμε, πες μας εσύ που ξέρεις από αυτά, τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε και ποια γραμμή να ακολουθήσουμε. Όταν με το καλό επιστρέψεις από εκεί, θα μας μεταφέρεις αυτά που θα σου πει ο πνευματικός, οπότε, θα ακολουθήσουμε κι εμείς τις οδηγίες του, όποιες κι αν είναι.
Αυτά λοιπόν του αντιπρότεινα κι αφού συμφώνησαν και οι υπόλοιποι με τα συμφραζόμενα, δέχτηκε τελικά ο ηλεκτρολόγος, ώστε να κάνει την επίσκεψη στο Άγιο όρος μαζί με τον γνωστό του και μάλιστα στο χρονικό διάστημα που αυτός του προσδιόρισε. Μέχρι να γίνει όμως αυτό, εγώ δεν έμεινα με σταυρωμένα χέρια. Διάβαζα συνεχώς μέσα από το γεροντικό της ερήμου, που μου έδωσε να μελετήσω ο φωτογράφος, αλλά και μέσα από ένα βιβλίο του Αγίου Δωροθέου, που μου έδωσε για τον ίδιο λόγο ο ηλεκτρολόγος.
Όταν πάλι και για τους επαγγελματικούς μου λόγους, περνούσα από την γειτονιά του ζωγράφου, έμπαινα στο ατελιέ του για έναν καφέ και μέχρι να τον ποιώ αυτόν, διάβαζα μέσα από την παλαιά διαθήκη, αυτήν δηλαδή που βρήκα να έχει αυτός πρόχειρα τοποθετημένη, πάνω σ’ ένα μικρό τραπεζάκι.
Τόσο εγώ όμως, όσο και οι υπόλοιποι της παρέας μας, περιμέναμε με αγωνία να δούμε, πότε θα έρθει η ώρα να πάει ο ηλεκτρολόγος στο Άγιο όρος, από το οποίο βέβαια, εγώ τουλάχιστον, τίποτε δεν γνώριζα. Σπανίως το έφερνα στην μνήμη μου κι αυτό πάλι, το έκανα τότε μόνον, όταν επέστρεφε από εκεί ένας συνάδελφος μου, ο οποίος συχνά επισκεπτόταν έναν μοναχό στο κελί του.
Που και που, ερχόταν κι αυτός στα γραφεία μας βέβαια, δεδομένου ότι ήταν πελάτης μας. Έκανε εξαγωγή το κρασί που παρήγαγε στον χώρο του κι αφού μόνο για δουλειά μας επισκεπτόταν, δεν είχαμε χρόνο να κάνουμε άλλες κουβέντες μαζί του. Αλλά κι από τον συνάδελφό μου, το μόνο που άκουγα να μας λέει αυτός για τους μοναχούς επιστρέφοντας, ήταν ότι μαγείρευαν πολύ καλά κι ότι αυτός ήταν ο δικός του λόγος, για τον οποίο τους επισκεπτόταν τόσο συχνά.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, τίποτε δεν ήξερα για τους μοναχούς, όπως τίποτε δεν ήξερα και για το Άγιο όρος, αφού ποτέ και για κανένα λόγο, δεν με απασχόλησε η ύπαρξή του. Διαβάζοντας όμως το γεροντικό της ερήμου έμεινα άναυδος, για όσα πράγματα και θαύματα έκαναν εκεί οι μοναχοί εκείνης της εποχής. Από τις αναφορές και μόνον του βιβλίου, μπόρεσα να καταλάβω ότι αυτοί τουλάχιστον, έκαναν πρακτική εφαρμογή των όσων σπούδαζαν, ζώντας δίπλα σε πνευματικούς γέροντες, οι οποίοι με πολύ σοφία τους μετέδιδαν την ενσυνείδητη διάθεσή της ψυχής και του σώματός τους, στα πανταχού παρόντα χέρια του Θείου θελήματος.
Ενθουσιασμένος λοιπόν από όσα μάθαινα, για τον τρόπο ζωής εκείνων των μοναχών, όπως και για την ενσυνείδητα επιλεγμένη ένθεη μπορώ να πω συμπεριφοράς τους, δεν σας κρύβω, ότι προσπάθησα να τους μιμηθώ κατά κάποιον τρόπο. Αν και δεν είχα καμιά πρακτική πείρα δηλαδή, για το πως ακριβώς έκαναν οι μοναχοί, αυτά που μέσα στα κείμενα αναφερόταν, προσπάθησα να τα βάλω κι εγώ στην δική μου ζωή, έστω κι αν δεν ήξερα τον ακριβή τρόπο παρουσίασής τους, ή προσφοράς τους αν θέλετε.
Όποιες κι αν ήταν οι προσπάθειές μου όμως, ήταν τέτοιες κι όπως εγώ τις ερμήνευσα όπως σας είπα, αλλά και για τον Θεό το έκανα, θεωρώντας κι εγώ, ότι αυτήν την υποχρέωση έχουμε όλοι μας, τόσο προς Αυτόν, όσο και προς τα δημιουργήματά του και προπαντός προς τον άνθρωπο, αφού είναι το σπουδαιότερο από αυτά. Προς όλους και προς όλα δηλαδή, πρέπει να συμπεριφερόμαστε το ίδιο υπεύθυνα, ως άριστοι διαχειριστές της Θεϊκής περιουσίας, αφού όλα δικά του είναι κι όλα σ’ Αυτόν καταλήγουν, είτε πρόσωπα, είτε πράγματα, είτε ενέργειες είναι.
Ήλπιζα κι εγώ εν ολίγοις, ότι επιλέγοντας να ζω και να υπάρχω ανάμεσα στους ανθρώπους και στα πράγματα όπως οι μοναχοί, έστω κι αν δεν τα έκανα σωστά, ότι θα μετρούσε τουλάχιστον η διάθεσή μου, για να μην θεωρηθώ, κακός, άδικος και υστερόβουλος διαχειριστής ξένης και μάλιστα Θεϊκής περιουσίας.
Την συμπεριφορά μου γενικότερα όμως, μπορούσα να την κατευθύνω και το έκανα βέβαια προς όλους και προς όλα όσο το μπορούσα, αφού ήταν στο χέρι μου. Το τυπικό μέρος των υποχρεώσεών μου όμως, όπως ήταν τα θρησκευτικά, αλλά και τα λατρευτικά μου καθήκοντα, αυτά δηλαδή που γνώρισα μέσα από τα κείμενα να εφαρμόζουν οι μοναχοί, ήταν πολύ δύσκολο για την περίπτωσή μου να τα προσαρμόσω στην ζωή μου, δεδομένου ότι δε ήμουν μοναχός.
Αν ήμουν μοναχός, θα επιχειρούσα να κάνω τα ίδια. Ως λαϊκός όμως, δεν ήξερα ποιες ακριβώς ήταν οι υποχρεώσεις μου, αφού παντρεμένος ήμουν και γυναίκα είχα και δύο παιδιά είχα και τρίτο περίμενα. Αυτές τώρα, βάλθηκα να περιμένω να μου τις φέρει ο ηλεκτρολόγος, όταν θα επέστρεφε από την μελλοντική του επίσκεψή στο Άγιο όρος.
Μέχρι να γίνει αυτό όμως, εγώ είχα να ασχοληθώ με την εγκυμοσύνη της γυναίκας μου κι αφού αυτή βρισκόταν χρονικά στον μήνα της περίπου, επισκέφτηκε τον γιατρό της, στα μέσα του Μαρτίου του 1984 όπως είχε υποχρέωση, ο οποίος και της έλεγε με πολύ κατανόηση.
– Τρίτο παιδί είναι και μη φοβάσαι καθόλου. Ένα άχ θα κάνεις και θα βγει αυτό. Κατά της είκοσι πέντε του μήνα θα μιλήσουμε πάλι και μι φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά.
Ήρθαν εκείνες οι μέρες όμως, αλλά η γυναίκα μου δεν είχε καμία από εκείνες τις γνωστές ενοχλήσεις, γι’ αυτό και ενημέρωσε σχετικά τον γιατρό της καθώς της το ζήτησε. Εκείνος πάλι, την ορμήνευε κατά την συνήθειά του.
– Μην ανησυχείς κορίτσι μου. Πάρε δέκα μέρες ακόμη και τα λέμε. Πιθανόν να έκανες λάθος μετρώντας τις μέρες σου. Αν πάλι δεις ότι σου έρχονται οι πόνοι, τότε να με καλέσεις αμέσως.
– Γιατρέ. Δεν ξέρω τι λες εσύ, αλλά εγώ τις μέτρησα σωστά τις μέρες μου και δεν νομίζω ότι έκανα λάθος.
– Καλά, καλά. Έλεγε πάλι εκείνος. Έτσι λέτε όλες, αλλά κάνετε λάθη.
Μετά κι από εκείνη την παρατήρηση, περιμέναμε κι εμείς όπως ήταν λογικό, να περάσουν και οι επόμενες δέκα μέρες. Πέρασαν όμως αυτές, αλλά και που πέρασαν, τίποτε. Καμιά ενόχληση.
– Δεκατρείς Απριλίου είναι γιατρέ. Του έλεγε ανήσυχη η γυναίκα μου από το τηλέφωνο και καμιά ενόχληση δεν έχω.
– Περίμενε κι απόψε καλή μου κι αν μέχρι αύριο το πρωί συνεχίσεις να μην έχεις ενοχλήσεις, τότε να έρθεις στις επτά και μισή το πρωί εδώ και στις οκτώ θα γεννήσεις. Όπως σου είπα, τρίτο παιδί είναι κι αυτό θα το βγάλεις εύκολα και γρήγορα μάλιστα.
Αφού έτσι μας είπε ο γιατρός, περιμέναμε κι εμείς να δούμε, τι τελικά θα γίνει. Όσο κι αν περιμέναμε όμως, τίποτε δεν γινόταν. Πέρασε δηλαδή κι εκείνη η νύχτα, χωρείς τους φυσιολογικούς πόνους. Στις επτά και μισή όμως, όπως μας είπε ο γιατρός, ήμασταν στην κλινική. Κατά τις οκτώ, ήρθε κι αυτός εκεί και μόλις αντίκρισε την γυναίκα μου, της συνέστησε να ηρεμίσει, προκειμένου να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία την γέννα της, για την οποία βεβαίως και δεν έπρεπε να ανησυχεί, αφού τίποτε δεν είχε να φοβηθεί.
Ψύχραιμοι λοιπόν κι εμείς, περιμέναμε να έρθουν οι τεχνικοί της πόνοι πλέον, αφού υποχρεωτικά πια της έκαναν πρόκληση και μαζί με αυτούς, να έρθει επιτέλους και το τρίτο μας παιδί, αλλά και πάλι τίποτε. Πονούσε μεν η γυναίκα μου, αλλά το παιδί μας δεν έλεγε να βγει. Έγινε εννιά. Έγινε δώδεκα. Έγινε πέντε το απόγευμα κι οι πόνοι της συνεχιζόταν άκαρποι. Όλως παραδόξως δηλαδή, δεν έλεγε να γίνει η γέννα.
Πονούσε η γυναίκα από τους τεχνικούς της πόνους και πονούσε από το πρωί όπως σας είπα, αλλά κι αποτέλεσμα δεν βλέπαμε. Ανήσυχος πια εγώ, έλεγα στον γιατρό με αγωνία. Τι γίνεται γιατρέ; Κι από την αγωνία που είχα, δεν κατάλαβα ότι κάπνιζα ένα τσιγάρο, το οποίο βέβαια, κάποιος μου το έδωσε προφανώς, αφού αυτό ειδικά, από χρόνια το είχα κομμένο.
– Θα δούμε. Απαντούσε ο γιατρός, αν και ήταν πολύ σκεπτικός. Κάντε λίγη υπομονή ακόμη βρε παιδιά και θα βγει. Δεν είναι δυνατόν να μείνει μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Όλα τα παιδιά του κόσμου βγαίνουν, το δικό σας θα μείνει μέσα;
Έτσι έλεγε αυτός, αλλά η γυναίκα μου τον παρακαλούσε πια να της το πάρει με καισαρική, γιατί δεν μπορούσε να υπομένει περισσότερο τους πόνους της. Στις οκτώ το βράδυ πλέον, αποφάσισε τελικά ο γιατρός, ότι δεν έπρεπε να περιμένει άλλο. Με κάλεσε λοιπόν στο διπλανό γραφείο, όπου και μου ανακοίνωνε την απόφασή του, αλλά και με κάποια αγωνία στην φωνή του έλεγε.
– Δεν θέλω να την κάνω είναι αλήθεια, αλλά από όσα μας συμβαίνουν, μάλλον πρέπει να προχωρήσει προς την καισαρική. Δύο φυσιολογικές γέννες έκανε η κοπέλα, να της πάρω τώρα το τρίτο παιδί με καισαρική; Μου έρχεται πολύ βαρύ. Αφού δεν έχω άλλα περιθώρια όμως, θα την κάνω τελικά.
Αυτά μου είπε ο γιατρός κι αμέσως μπήκαν μαζί με την γυναίκα μου στο χειρουργείο, ενώ εγώ στήθηκα έξω από αυτό να περιμένω το αίσιο αποτέλεσμα. Με έφαγε η αγωνία όμως εκεί, αφού όπως κι εσείς το ξέρετε, ένα χειρουργείο, όσο μικρό και αν είναι, δεν παύει να είναι χειρουργείο κι ως τέτοιο, είναι πάντα επικίνδυνο. Ευτυχώς για την γυναίκα μου όμως, αλλά και για το νεογέννητό μας, όλα πήγαν καλά όπως μας το ανακοίνωσε η νοσοκόμα κατά την συνήθειά της, αλλά κι ο γιατρός που έκανε την εμφάνισή του λίγο αργότερα, ήταν ακόμη προβληματισμένος κι αυτά μου έλεγε, προκειμένου να μου ανακοινώσει το τέλος της κοινής τους προσπάθειάς.
– Άδικα ταλαιπώρησα την κοπέλα όλη την μέρα. Ερχόταν με τον ώμο το παιδί της κι έτσι όπως ερχόταν αυτό, με τίποτε δεν μπορούσε να βγει φυσιολογικά. Έπρεπε να κάνω την επέμβαση το πρωί λοιπόν. Κακώς την ταλαιπώρησα όπως καταλαβαίνεις. Τέλος καλό, όλα καλά όμως, αλλά μη πηγαίνεις ακόμη μέσα. Άφησέ τον γιό σου και την μητέρα του να ξεκουραστούν λύγο και μετά πήγαινε να τους δεις, γιατί πολύ ταλαιπωρήθηκαν και οι διό τους.
Χάρηκα για την καλή έκβαση της επέμβασης όπως και για την έλευση του τρίτου μας αγοριού βέβαια κι αφού μετά από λίγη ώρα πήγα τελικά να τους δω χαρούμενος, άκουγα την γυναίκα μου να μου λέει μεν ότι γέννησε επιτέλους, αλλά ήταν απογοητευμένη από το αποτέλεσμα.
– Όλα πήγαν καλά, αλλά πάλι αγόρι έκανα.
– Άσε βρε γυναίκα τώρα τα αγόρια και τα κορίτσια και κοίταξε τι τράβηξες εσύ όπως και το παιδί και μη σ’ απασχολεί το φύλο του. Γερό παιδί να είναι κι ας είναι αγόρι. Αυτό και μόνον αυτό πρέπει να σ’ ενδιαφέρει και τίποτε άλλο.
Δικαιολογούσα ενδόμυχα την αντίδραση της γυναίκα μου, δεδομένου ότι ήδη είχαμε δύο αγόρια όπως σας είπα, γι’ αυτό και ήθελε το τρίτο της παιδί τουλάχιστον να είναι κορίτσι, αλλά ποιος μπορεί να κάνει μια τέτοια επιλογή, αφού ο Θεός είναι αυτός που επιλέγει ποιος ή ποια θα γεννηθεί;
Βεβαίως κι ο Θεός είναι αυτός που επιτρέπει στα παιδιά να γεννηθούν, αλλά από εγωισμό εμείς, δεν θέλουμε να το δεχτούμε. Προτιμούμε μάλλον να πιστεύουμε, ότι μόνον με την δική μας προσπάθεια γεννιούνται αυτά, οπότε, από εγωισμό και πάλι, τα θεωρούμε κτήματά μας στην συνέχεια κι έτσι, μαζί με το πρώτο, πέφτουμε και σε δεύτερο λάθος.
Προσπαθούμε να κυριαρχήσουμε δηλαδή επάνω τους, με αποτέλεσμα να καταλήγουν τα παιδιά μας μαλθακά με την άγουρη συμπεριφορά μας και τις περισσότερες φορές να παραμένουν εντελώς άβουλα αυτά, αφού εμείς ως γονείς, τα παραδίδουμε στην ζωή αποπροσανατολισμένα. Δεν τους δείχνουμε δηλαδή τον πραγματικό τους δημιουργό, καθώς έχουμε υποχρέωση, αλλά συνεχώς τους πιπιλίζουμε το μυαλό, ότι σ’ εμάς ανήκουν κι ότι σ’ εμάς μόνον οφείλουν την ύπαρξή τους.
Αυτά λοιπόν έλεγα κι εκείνη την ώρα στην γυναίκα μου κι αφού ησύχασε αυτή από τους λογισμούς της, άρχισε πια να χαίρεται στην συνέχεια την παρουσία του τρίτου μας παιδιού στην ζωή μας κι έτσι ήσυχη, έμεινε τις επόμενες μέρες της εβδομάδας στην κλινική που έκανε την γέννα της.
Μετά από αυτές τις μέρες όμως, πήγαμε στο σπίτι μας, όπου μπήκαμε και πάλι στον ρυθμό μας, έχοντας ένα επιπλέον άτομο στην οικογενειακή μας παρέα κι όπως ήταν λογικό, ξεχάσαμε μαζί του κι όλα τα προβλήματα που είχαμε εκείνο το διάστημα και μας ταλαιπωρούσαν, πότε με την οικοδομή που δεν έλεγε να τελειώσει και πότε με τα προβλήματα του πεθερού μου, ο οποίος όπως σας είπα στα προηγούμενα υπέφερε από την καρδιά του.
Μιχάλης Αλταλίκης