Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως πέρασε ο καιρός, οπότε μπήκαμε σιγά, σιγά στα Χριστούγεννα και μαζί με αυτά, στην άφιξη του νέου έτους, του 1986 δηλαδή και μέρα με την μέρα στην συνέχεια, μπήκαμε στον δεύτερο μήνα του κι όπως ήταν προγραμματισμένο κι αυτό, ζούσαμε κάτω από τις ίδιες πολιτικές συνθήκες της προηγούμενης χρονιάς, αφού το ίδιο κόμμα ανέλαβε να μας κυβερνήσει.
Τότε όμως ήταν που δέχθηκα κι εγώ μια απρόσμενη επίσκεψη στο γραφείο μου, από έναν φίλο και συνεργάτη μου βέβαια, ο οποίος πέρασε να με χαιρετίσει όπως είπε, προκειμένου να επιστρέψει στην γενέτειρα του, εγκαταλείποντας δια παντός τον χώρο της εργασίας του.
Ήταν νεαρός μεν αυτός, αλλά κι άριστος υφαντουργός. Όπως σας το ανάφερα κι αυτό στα προηγούμενα, εργαζόταν ως ιδικός στον τομέα του, σ’ εκείνη την μεγάλη κάθετη βιομηχανία της Ξάνθης, η οποία παρήγαγε τότε τα ιδιότροπα και πρωτοπόρα για τα παγκόσμια δεδομένα αντρικά εσώρουχα.
Από εδώ το προσπαθούσαν οι εχθροί της πατρίδας μας, από εκεί το προσπαθούσαν, κατάφεραν τελικά να κλείσουν κι αυτήν την άριστη βιομηχανία, με την αμέριστη βοήθεια της τότε κυβέρνησης βέβαια, αλλά και με την συμμετοχή των κομματικών της συνδικαλιστών.
Αυτό το στενάχωρο αποτέλεσμα μου ανέφερε ο φίλος μου κατά την επίσκεψη του κι αυτός ήταν ο λόγος που έφευγε οριστικά κι αμετάκλητα πια για την πατρίδα του.
Για την ιστορία πάντως, σας θυμίζω τώρα, ότι η εν λόγω βιομηχανία, δεν βρισκόταν τυχαία στο πρώτο βάθρο του κλάδο της. Την έστησε εκεί ένας πολύ καλός επιχειρηματίας, ο οποίος ήξερε επίσης πολύ καλά την δουλειά του ως υφαντουργός, ο οποίος ανεπιφύλακτα στήριζε την προσπάθειά του και στην βοήθεια, όπως και στην τεχνική υποστήριξη του φίλου που σας ανάφερα, τον οποίο είναι αλήθεια ότι ο ίδιος ανακάλυψε ανάμεσα σε πολλές επιλογές όπως μου το εκμυστηρεύτηκε.
Ήταν κι αυτός πολύ καλός στην δουλειά του κι αυτός ήταν ο λόγος που με κλειστά τα μάτια όπως ακούμε να λέγετε, του εμπιστευόταν την παραγωγή του. Βάση αυτής της παραγωγής λοιπόν, η συγκεκριμένη βιομηχανία, δεν ήταν απλώς και μόνον μια μεγάλη και υγιής βιομηχανία. Ήταν και πρωτοπόρα στο είδος της παραγωγής της.
Είχε δηλαδή δεδομένα, που την έκαναν να υπάρχει ως μοναδική περίπτωση για τα Ελληνικά δρώμενα. Πρώτον γιατί είχε εξασφαλισμένη την πώληση όλων των προϊόντων που παρήγαγε και την είχε εξασφαλισμένη μάλιστα, με τριετή και αμετάκλητα Αμερικάνικα συμβόλαια. Και δεύτερον, γιατί αυτά τα συμβόλαια, ήταν προπληρωμένα.
Είχε όπως λέμε, εξασφαλισμένη και προπληρωμένη δουλειά για τρία χρόνια και κάθε φορά που παρέδιδε μια αποστολή, ανανεωνόταν η επόμενη αυτόματα. Αυτό σήμαινε, ότι μόλις παρέδιδε ο διαχειριστής της μια αποστολή προς εξαγωγή στην Αμερική, αφού εκεί εξάγονταν τα εσώρουχά του, η τράπεζα του έδινε αμέσως, τα δολάρια που είχε γι’ αυτόν τον σκοπό κρατημένα στα συρτάρια της.
Οι Αμερικάνοι πελάτες του πάλι, δεν ήταν περίπτερα. Ήταν μια αλυσίδα εργοστασίων, τα οποία παρήγαγαν τα ίδια εσώρουχα. Προτιμούσαν όμως την εισαγωγή των Ελληνικών, λόγω του ότι υπερείχαν κατά πολύ αυτά στην ποιότητα. Και πράγματι ήταν έτσι, δεδομένου ότι τα μηχανήματά της, ήταν μεν Αμερικάνικα, αλλά πολύ πιο σύγχρονα από τα δικά τους.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που μόλις έκαναν την παραλαβή της πρώτης αποστολής, πρόσθεταν την νέα παραγγελία με τριετή σύμβαση όπως σας είπα. Και δεν συμπεριφερόταν έτσι οι Αμερικάνοι, επειδή ήταν φίλος τους ο δικός μας βιομήχανος. Ήταν απόλυτα ευχαριστημένοι από την δουλειά του, αλλά κι όπως κάνουν οι σωστοί επαγγελματίες, δεν έπαιζαν μαζί του.
Του προπλήρωναν μεν την παραγωγή που αυτός ετοίμαζε σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά και τον υποχρέωναν όπως ήταν λογικό, να παραδίδει τις αποστολές του, στον χρόνο που αυτοί του έριζαν.
Από ακραίο επαγγελματισμό το έκαναν αυτό, αλλά και για να ελέγχουν κάθε φορά την συνεχή ποιότητα της παραγωγή του. Μαζί με αυτά βέβαια δοκίμαζαν και τις δικές του επαγγελματικές διαθέσεις. Αν δηλαδή για οποιονδήποτε λόγο, αδυνατούσε αυτός να παραδώσει μια αποστολή μέσα στον προκαθορισμένο χρόνο, τότε τον υποχρέωναν να πληρώνει ρήτρες ασφαλείας, προκειμένου να εξασφαλίσουν με αυτόν τον αυστηρό τρόπο, την δική τους αξιοπιστία στην αγορά του τόπου τους.
Πρόστιμο αθέτησης ήταν αυτές οι ρήτρες, αλλά και αυστηρό καμπανάκι ήταν, για οποιαδήποτε δεύτερη, ή τρίτη ατασθαλία τολμούσε να τους κάνει για κάποιους λόγους, τους οποίους βεβαίως και δεν θα ήθελαν να υποστούν. Παρόλα αυτά όμως, δεν είχε τέτοια προβλήματα ο άνθρωπος.
Και ούτε θα ήθελε να έχει παρόμοια προβλήματα είναι αλήθεια και σε καμιά περίπτωση δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να του συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί δεν θα είχε μόνον τις οικονομικές επιπτώσεις να αντιμετωπίσει, αλλά και θέματα εμπιστοσύνης θα του προέκυπταν πλέον.
Για να μη φτάσει δε ποτέ, σε τέτοια δυσμενή θέση, έφερε όπως σας είπα καινούρια κι από την Αμερική μάλιστα τα μηχανήματά του και τεράστιο χρηματικό ποσό διέθεσε για να τα αποκτήσει. Δεν πήρε μεταχειρισμένα δηλαδή και σκουριασμένα από την αχρηστία τους μηχανήματα, όπως είδα να κάνουν πολλοί δήθεν επενδυτές όπως ασύστολα τους ονόμαζαν τα κόμματα και οι τράπεζες που τους χρηματοδοτούσαν.
Πρόσεχε δηλαδή ο συνεπής βιομήχανος τις κινήσεις του, όπως και τις κινήσεις των εργαζομένων στην βιομηχανία του και για κανένα λόγο δεν θα έβαζε σε κίνδυνο, όλη εκείνη την δουλειά που έκανε με τον κόπο και το αίμα του όπως έλεγε, γιατί αυτός σε αντίθεση με κείνους τους κομματικούς κερδοσκόπους, έφυγε από την Αθήνα κι εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένειά του στην περιοχή της βιομηχανίας του, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στην παραγωγή του.
Και δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, αφού αυτός επένδυσε στην δουλειά του, όλη την προσωπική του περιουσία. Χρεώθηκε βέβαια και αρκετά μεγάλο ποσό από τις τράπεζες, προκειμένου να μπορέσει να κάνει την βιομηχανία του κάθετη και να απασχολεί σ’ αυτήν εξακόσιους εργάτες από την περιοχή της έδρας του, αλλά και για να εξασφαλίζει με πολύ κόπο και γνώση, το πολυπόθητο εισόδημα για όλους όσους είχε στην δούλεψη του.
Συνέβαλε δε πολύ θετικά με το ενδιαφέρον που έδειξε για την δουλειά του και σ’ εκείνο το εύθραυστο δημογραφικό πρόβλημα που παρουσίαζε η ευαίσθητη περιοχή της πατρίδα του, αφού κανείς πλέον δεν εγκατέλειπε την οικογένειά του αναζητώντας το πολυπόθητο εισόδημα στην Αθήνα.
Πολλούς σαν κι αυτόν έπρεπε να βρουν τότε εκείνοι που ήθελαν τάχα να μας κυβερνούν για πολλά χρόνια και να τους στηρίζουν με κάθε τρόπο, ώστε να ζωντανέψουν μέσων αυτών οι πόλις της επαρχίας μας. Αυτοί όμως, δεν είχαν το μυαλό τους στραμμένο σε τέτοιου είδους ενδιαφέροντα.
Εκείνο που τους απασχολούσε περισσότερο, ήταν πώς να μην υπάρχει τίποτε σωστό στην πατρίδα μας και πως θα μοίραζαν τα χρήματα του Ελληνικού λαού στους άχρηστους που στήριζαν, ώστε μια ώρα αρχύτερα, να προκαλέσουν μέσω αυτών την χρεοκοπία όλων μας.
Αυτός για τον οποίο αναφέρομαι όμως, δεν ήταν άχρηστος. Και δεν είχε καμιά ανάγκη στήριξης από τράπεζες και κόμματα, γιατί όπως σας είπα, η παραγωγή του ήταν μια από της ποιο σίγουρες πηγές εισροής συναλλάγματος που είχε να επιδείξει η πατρίδα μας, οπότε, από κανένα δεν υπήρχε λόγος να στηρίζετε. Τον στήριζε η δουλειά του και τα σίγουρα Αμερικάνικα τριετή συμβόλαια.
Ότι έκανε δηλαδή ο άνθρωπος, το έκανε από μόνος του, γι’ αυτό και η πολιτεία, μόνον ευχαριστώ έπρεπε να του λέει συχνά πυκνά, για όσα συνέβαλε με τα δικά του χρήματα, για την στήριξη που παρείχε, στην περιοχή της έδρας του.
Για να μπορέσει όμως αυτός, ο υγιής κατά τα άλλα επιχειρηματίας, να ανταπεξέλθει των υποχρεώσεών του, ζητούσε από την τράπεζα Ελλάδος όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, την απαραίτητη άδεια εισαγωγής για μια ποσότητα βάμβακος που χρειαζόταν ως συμπλήρωμα, αφού το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών του, το κάλυπτε από την παραγωγή της περιοχής του.
Αυτήν την άδεια λοιπόν, δεν του την έδιναν. Και δεν του την έδιναν, με το πρόσχημα ότι η παραγωγή του δεν εξασφάλιζε το ανάλογο συνάλλαγμα.
Τρελαίνονταν ο άνθρωπος όταν το άκουγε αυτό, γιατί έδιναν παρόμοιες άδειες εισαγωγής σε επιχειρήσεις, οι οποίες δεν είχαν καμιά προϋπόθεση να φέρουν κανενός είδους συναλλάγματος στα ταμεία του κράτους κι αυτόν που είχε εξασφαλισμένο και προπληρωμένο μάλιστα, το κατά πολύ μεγαλύτερο ποσοτικά αντίστοιχο Αμερικάνικο συνάλλαγμα, αυτοί, δεν του έδιναν την άδεια εισαγωγής.
Εκείνη η άδικη όσο και χαζή ταλαιπωρία που του έκαναν, αναγκάζοντας τον να τους αποδείξει με γραφειοκρατικούς όρους, πόσο εξασφαλισμένη ήταν η εισαγωγή του από τις εξαγωγές που αυτός έκανε, λες κι ότι ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτούς να το διαπιστώσουν, είχε ως αποτέλεσμα να χάνει τους χρόνους παράδοσης και να μπαίνει εξαιτίας τους σε ρήτρες χωρείς να φταίει, αλλά και να τις πληρώνει.
Αυτές όμως, τον υποχρέωναν με την σειρά τους να τις δανείζετε από τις ίδιες τράπεζες και να παλεύει με τα εμπόδια που αυτές του έβαζαν να ξεπεράσει. Και το έκαναν αυτό, αυτοί που πρωτίστως, έπρεπε να τον διευκολύνουν αν ήταν Έλληνες.
Δεν ήθελε να τα βροντήξει και να πάει κι αυτός όπως πολλοί άλλοι σαν κι αυτόν τότε στην Βουλγαρία, αφού από τότε έφευγαν προς εκείνη την κατεύθυνση οι υγιείς επιχειρήσεις, για να κάνουν εκεί και χωρείς να το θέλουν τους γείτονες μας σοβαρούς ανταγωνιστές μας, αυτούς δηλαδή που τους έμαθαν την δουλειά τους και ύστερα τους βρήκαν να είναι μπροστά τους στις αγορές του εξωτερικού, εξίσου αφεντικά και ανταγωνιστές με χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Το πάλευε γερά όμως, ο δικός μας βιομήχανος, ώστε να μείνει στην θέση του και στην βιομηχανία του και για κανένα λόγο να μην εγκαταλείψει ότι έστησε εκεί και κάτω από τις προϋποθέσεις που σας ανάφερα, και προπαντός, να μην υποκύψει στις κομματικές επιδιώξεις κανενός κόμματος, όπως και στις ανθελληνικές πολιτικές που τον ανάγκαζαν να υποστεί με τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που του προκαλούσαν.
Από όπου κι αν προερχόταν αυτές όμως, του έκανα μεγάλη ζημιά και για να μπορέσει να τις υπερπηδήσει, αναγκάστηκε να βάλει στην επιχείρηση του ότι οικονομίες ακόμη του απέμειναν, ώστε να μην τους επιτρέψει να τον γονάτισαν οικονομικά όπως πολύ φανερά το επεδίωκαν.
Όσα περιέσωζε όμως αυτός από την προσωπική του οικονομία, δεν μπόρεσε να τα εξασφαλίσει από τα συνδικαλιστικά τερτίπια που του προκαλούσαν, γιατί οι τότε κυβερνώντες πολιτικοί, έβαλαν εκείνους τους πρόχειρους και κομματικά ελεγχόμενους εργάτες της βιομηχανία του, να οργανώσουν σωματεία και να ψηφίσουν στην συνέχεια διοικήσεις συνδικαλιστών.
Αφότου έγινε αυτό κι εμφανίστηκαν στην βιομηχανία του οι κομματικοί εργατοπατέρες, τον τάραξαν στις στάσεις, στις απαιτήσεις και στις απεργίες, με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί μια εξόχως βιώσιμη επιχείρηση, οι οποία εξασφάλιζε εκεί, εκτός από τα οικονομικά και τα εθνικά συμφέροντα, γιατί προσέφερε εργασία για πολλούς από τους κατοίκους εκείνης της περιοχής.
Με την προχειρότητα που έδειξαν δηλαδή εις βάρος τους οι εργαζόμενοι στην βιομηχανία που σας αναφέρω, υποκινούμενοι από τους κομματικά κατευθυνόμενους εργατοπατέρες, έμειναν μετά από λίγο καιρό άνεργοι, αφού δεν υπήρχαν πλέον οι προϋποθέσεις ώστε να εργάζονται όπως πρώτα τόσοι πολλοί στον ίδιο χώρο.
Βγάζοντας τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια όπως πολύ σοφά λέει ο λαός μας, εγκατέλειψαν την περιοχή τους στην συνέχεια αφού δεν υπήρχε εργασία, αναζητώντας την αλλού και μάλιστα μακριά από τον τόπο τους.
Έχασαν εν ολίγης όσα αξιοπρεπώς απολάμβαναν μέσα στην ηρεμία της περιοχής τους, διεκδικώντας ασύμμετρα ποσά από τον εργοδότη τους και τα έχασαν όλα, εξαιτίας των κομματικών επιδιώξεων αυτών που τους κατεύθυναν.
Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ με όσα άκουσα να μου διηγείται ο επισκέπτης φίλος μου, ο οποίος έφευγε κι αυτός πια για την πατρίδα του τα Ιωάννινα αφού έκλεισε η επιχείρηση που εργαζόταν. Ήξερα βέβαια πολλά από αυτά που άκουγα κι από πρώτο χέρι μάλιστα, αφού γνώριζα τον εργοδότη του πολύ καλά. λόγω του ότι ήταν πελάτης μου, αλλά και γιατί ασχολήθηκα προσωπικά με την εισαγωγή των μηχανημάτων του, αλλά και με τις εξαγωγές των εσωρούχων του.
Κι αυτά που περνούσε εκείνη η οικογενειακή κατά τα άλλα επιχείρηση ήξερα, γι’ αυτό και πολύ στενοχωρημένος από το τελικό αποτέλεσμα, δεν πέρασα ποτέ ξανά από την συγκεκριμένη περιοχή και μέχρι σήμερα δεν ξέρω την τύχη της, αλλά και δεν θέλω να την μάθω, για να μην ακούσω όσα ενδεχομένως θα είναι ακόμη ποιο δυσάρεστα από αυτά που ήδη σας ανάφερα.
Μιχάλης Αλταλίκης