Είχα ραντεβού μια μέρα με κάποιον από τους εισαγωγείς μας, ο οποίος και με κάλεσε να τον συναντήσω σε ένα από τα μεγάλα ξενοδοχεία της πόλης μας, με σκοπό να εξετάσουμε από κοινού εκεί, το κόστος μεταφοράς που αυτός ήθελε να γνωρίζει, προκειμένου να κάνει για πρώτη του φορά εισαγωγή λαχανικών όπως μου είπε από την Τουρκία.
Ο λόγος που μου ζήτησε να τον συναντήσω στο ξενοδοχείο κι όχι να έρθει αυτός στο γραφείο μου όπως θα έπρεπε, ήταν ότι τον είχε καλεσμένο κι αυτόν εκεί ένας Τούρκος έμπορος, οπότε, ήθελε να δει εκεί κι επί τόπου, αν μπορούσε να κάνει κάποια συνεργασία μαζί του, ή όχι.
Πήγα λοιπόν να τον συναντήσω αφού μου το ζήτησε κι όταν έφτασα εκεί, τον βρήκα να με περιμένει στο σαλόνι του ξενοδοχείου μαζί με τον Τούρκο, ο οποίος και μου έλεγε συντεινόμενος, ότι ήταν πρώην στρατιωτικός και πλωτάρχης του Τουρκικού ναυτικού για την ακρίβεια, πριν ασχοληθεί με το εμπόριο.
Περιμένοντας όμως να μου δικαιολογήσει στην συνέχεια και τον λόγο της δικής μου παρουσίας στο μεταξύ τους πρόβλημα, τον άκουσα να μου εξηγεί πρώτα και στα γρήγορα, τον λόγο που βρισκόταν αναστατωμένος εκείνη την στιγμή.
Στην κατάστασή του λοιπόν αναφερόμενος, έλεγε ότι ερχόμενος από την Τουρκία, προκειμένου να διαπραγματευτεί στην Ελλάδα με τον δικό μας εισαγωγέα, έφερε μαζί του κι ένα άσχετο με αυτόν πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου κι αναστατώθηκε.
Για τα λαχανικά δηλαδή ήρθε να κάνει διαπραγματεύσεις, αλλά για λόγους που αυτός ήθελε, ή αυτόν βόλευαν, έφερε μαζί του και δώδεκα χιλιάδες μπουριά σόμπας, προκειμένου να τα πουλήσει σε εμπόρους της πόλης μας.
Αυτά όμως τα είχε φορτωμένα πάνω σε τέσσερις νταλίκες, οι οποίες για μια ολόκληρη εβδομάδα παρέμεναν παρκαρισμένες στο λιμάνι και με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να ελευθερωθούν από τα μπουριά τους, αφού κανείς από τους γνωστούς του εμπόρους, δεν ενδιαφερόταν να τα αγοράσει.
Όσο κι αν προσπαθούσε δηλαδή να τα πουλήσει, εκείνος ο περίεργος Τούρκος πρώην στρατιωτικός έμπορος, κανείς δεν ενδιαφερόταν να τα αγοράσει, αφού κανείς από τούς σχετιζόμενους με αυτό το είδος εμπόρους δεν του τα παρήγγειλε.
Ακούγοντας λοιπόν την ιστορία του, πολύ λογικά πια έλεγα κι εγώ με την σειρά μου στον δικό μας εισαγωγέα, αλλά απευθυνόμενος και στους δύο. Πολλά παλαβά γίνονται στο εμπόριο, αλλά εσείς οι δυό το παρακάνατε. Με καλέσατε στο ξενοδοχείο, για να φανώ χρήσιμος σε έναν Έλληνα που φαντάζετε να κάνει δουλειές με έναν δήθεν έμπορα Τούρκο κι έναν Τούρκο που κάνει με περίεργο τρόπο εξαγωγή μπουριών στην Ελλάδα, αν και για πρώτη μου φορά ακούω, ότι αυτά τα κάνουμε εισαγωγή από την Τουρκία.
Για να δικαιολογήσει όμως ο Έλληνας τον εαυτό του, μου έλεγε πολύ αγχωμένος. Για τα λαχανικά βέβαια σε καλέσαμε εδώ κι αυτό που θέλουμε να μας πεις είναι, πόσο θα μας κοστίσει μια νταλίκα, αν φέρουμε πατάτες στην Θεσσαλονίκη από την Σμύρνη.
Τι να του έλεγα λοιπόν, αφού άκουγα να μου ανακοινώνει μια τόσο πρόχειρη και τόσο παράξενη επιθυμία; Μα πώς σου ήρθε τώρα κύριε Γιώργο, να θέλεις να κάνεις κάτι που βρίσκεται πολύ μακριά από τα δικά σου εμπορικά όρια και να ασχοληθείς μάλιστα με τα Τούρκικα λαχανικά; Το κόστος μεταφοράς, βεβαίως και είναι όντως σημαντικό, αλλά και το τελευταίο στην σειρά που πρέπει να εξετάσει κανείς, αν πράγματι θέλει να κάνει εμπόριο όπως εσύ τώρα σκέφτεσαι να κάνεις, συνεργαζόμενος μ’ αυτόν τον τόσο, μα τόσο, περίεργο Τούρκο έμπορο.
Τελειώνοντας την φράση μου, περίμενα να ακούσω και την αντίδρασή του όπως καταλαβαίνετε, αλλά αυτός προτίμησε να μεταφράσει τα λεγόμενά μου στον Τούρκο, χρησιμοποιώντας την γλώσσα του, δεδομένου ότι μιλούσε τα Τουρκικά.
Έκανε όμως την μετάφραση του όπως αυτός νόμιζε, οπότε, τίποτε από όσα του είπα εγώ δεν κατάλαβε ο Τούρκος, ο οποίος και με κοιτούσε με πολύ απορία. Αφού μιλούσε όμως Αγγλικά, του ζήτησα να προσέχει αυτά που θα έλεγα και σ’ αυτόν, γιατί τα δικά μου Αγγλικά δεν ήταν καθόλου καλά.
Μετά από την τοποθέτησή μου λοιπόν, του έλεγα όσο μπορούσα ποιο αργά και ποιο κατατοπιστικά, ώστε να καταλάβει πλήρως ο Τούρκος, αυτά που ήθελα να του πω σχετικά με τις πατάτες, αλλά και τα μπουριά του.
– Είναι πολύ δύσκολο να ασχοληθείτε με της πατάτες, γιατί αυτό το είδος είναι επίσης πολύ δύσκολο να εμπορευτεί, για τον λόγο ότι απαιτεί εκτός από πολλές γνώσεις και πολύ μεγάλο εμπορικό ρίσκο.
Οι πατάτες δηλαδή, όπως κι όλα τα λαχανικά που διακινούνται στις λαχαναγορές, διαμορφώνουν την τιμή τους ανάλογα με την προσφορά και την ζήτηση της ημέρας και της ώρας κι αυτό είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθεί εμπορικά χωρείς προβλήματα, όσες προφυλάξεις κι αν πάρει κανείς που σκέφτεται σαν κι εσάς να τα εμπορευτεί.
Οι έμποροι αυτού του είδους, αν και είναι πολύ έμπειροι, αναγκάζονται εκ των πραγμάτων κάθε μέρα και ώρα τις δουλειάς τους, να παίζουν κορόνα γράμματα την περιουσία τους και δεν είναι λίγες οι φορές, που χάνουν πολλά στο εμπορικό πεδίο μάχης που παίρνουν μέρος.
Είναι λοιπόν δυνατόν να κάνετε εσείς οι δύο μια τέτοια δουλειά, την στιγμή που δεν ξέρω πως και γιατί το έκανες αυτό, αλλά έφερες να πουλήσεις πολύ πρόχειρα εδώ δώδεκα χιλιάδες μπουριά, χωρείς μάλιστα να σου τα έχει παραγγείλει κανείς;
Είναι, απαντούσε αυτός από εγωισμό και μου έδωσε το όνομα και το τηλέφωνο κάποιου εμπόρου που ήξερε, τον οποίο μάλιστα και περίμενε να έρθει γι’ αυτόν τον σκοπό στο ξενοδοχείο όπως μου έλεγε.
Θέλησα να φύγω στην συνέχεια, αφού δεν είχα κανένα λόγο που να με υποχρεώνει να βρίσκομαι ανάμεσά τους, αλλά από περιέργεια και μόνον, έμεινα για λίγο ακόμη μαζί τους, προκειμένου να δω, τι επιτέλους θα έκανε ο Τούρκος μ’ εκείνα τα δώδεκα χιλιάδες μπουριά για σόμπες πετρελαίου.
Ήρθε τελικά αυτός που περίμενε κι ενώ έπινα εγώ τον καφέ μου, άκουγα συγχρόνως και τις απεγνωσμένες προσπάθειες που έκανε ο Τούρκος, προκειμένου να πείσει τον έμπορα μπουριών να τα αγοράσει.
Εκείνος όμως ήταν ανένδοτος, αλλά και το δίκαιο, μάλλον ήταν με το μέρος του, αφού όπως άκουγα, του τα έλεγε πεντακάθαρα έστω και μέσω του εισαγωγέα μας, που έκανε χρέη μεταφραστή στα Τουρκικά.
– Μα, είναι δυνατόν να πάρω εγώ, δώδεκα χιλιάδες μπουριά επιπλέον από αυτά που σας πήρα μόλις πριν από ένα μήνα; Δεν πρόλαβα καλά, καλά, να δω τα προηγούμενα κι εσύ μου έφερες εδώ άλλα δώδεκα χιλιάδες, χωρείς καν να σου τα ζητήσω, τα οποία μάλιστα, είναι τρεις φορές περισσότερα από τα πρώτα;
Όχι, λοιπόν. Δεν μπορώ να κλείσω τόσα χρήματα από τώρα, για μια δουλειά που θα αρχίσει να έχει ζήτηση τον χειμώνα. Όταν αρχίσω να πουλώ τα προηγούμενα, θα ζητήσω να μου στείλετε άλλα τόσα αν τα χρειαστώ. Μέχρι τότε όμως, δεν μπορώ εγώ να πάρω άλλα μπουριά, μόνο και μόνο επειδή τα φέρατε εσύ εδώ χωρίς να με ρωτήσεις.
Αυτά κι αυτά λέγοντας ο άνθρωπος, σηκώθηκε να φύγει και άδικα τον τραβούσε από το χέρι ο Τούρκος να σταματήσει. Δεν μπορώ του έλεγε φεύγοντας. Δεν μπορώ να τα πάρω. Δώστα σε άλλο ενδιαφερόμενο του είπε στο τέλος και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες του ξενοδοχείου.
Όπως ήταν επόμενο λοιπόν, μετά από την εξέλιξη που πήρε το πράγμα, απογοητεύτηκαν εκείνοι οι δύο περίεργοι συνεργάτες, ο Τούρκος δηλαδή κι ο Έλληνας εισαγωγέας με τις πατάτες, γι’ αυτό και ρωτούσαν ο έναν τον άλλον, τι πρέπει να κάνουν στην συνέχεια, αφού τα έξοδα τους έτρεχαν κι άλλον αγοραστή ήταν δύσκολο να βρουν.
Μελετώντας τις αντιδράσεις τους λοιπόν, περίμενα να δω ποια απόφαση θα έπαιρναν τελικά για τα μπουριά τους κι αφού δεν έβγαζαν άκρη, αποφάσισα να τους βοηθήσω, σκεπτόμενος περισσότερο εκείνους τους τέσσερις οδηγούς που έμεναν μια εβδομάδα φορτωμένοι κι από ότι φαινόταν, δεν θα γλίτωναν εύκολα.
Αυτούς δηλαδή σκεπτόμενος, έλεγα προς τον Τούρκο. Έτσι όπως τα κατάφερες, δεν υπάρχει περίπτωση να κερδίσεις τίποτε από αυτήν την δουλειά. Το μόνο που σου μένει λοιπόν να σκέφτεσαι από εδώ και μετά, είναι, πόσα λιγότερα θα θελήσεις να χάσεις οικιοθελώς.
Αν αποφασίσεις να το κάνεις αυτό, τότε εγώ μπορώ να σε βγάλω από το αδιέξοδο που βρέθηκες, γιατί λυπάμαι αυτούς τους οδηγούς που έχεις εκεί μπλοκαρισμένους κι αυτό πάλι, μόνον από συναδελφική αλληλεγγύη θα το κάνω, έστω κι αν αυτοί οι οδηγοί δεν είναι δικοί μου.
Στην περίπτωση που ήταν δικοί μου όμως, θα κατέβαζα τα μπουριά σου σε μια αποθήκη από την πρώτη μέρα της άφιξής τους και από κει και μετά ας έκανες εσύ ότι ήθελες. Τώρα, χασομεράς εις βάρος τους, μπλοκάροντας τα αυτοκίνητα τους, για μια δουλειά που ποτέ δεν θα μπορέσεις να τελειώσεις έτσι όπως την άρχισες.
Σκέφτηκε ο Τούρκος αυτά που άκουσε, οπότε, μου ζήτησε τελικά να τον βοηθήσω, προκειμένου να τελειώσει μ’ αυτήν την δουλειά, γιατί από ότι έλεγε στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τις ενέργειές του, έκανε αυτήν την εισαγωγή στο όνομα του και μ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε όπως το σκεφτόταν, να έχει χρήματα εδώ όταν θα πουλούσε τα μπουριά του.
Καθόλου δεν με ενδιέφεραν οι δικαιολογίες του, αλλά και του ζήτησα να μου δώσει την διεύθυνση του ανθρώπου που πριν από λίγο έφυγε από το ξενοδοχείο, λέγοντάς του ότι δεν μπορούσε να φορτωθεί τόσα πολλά μπουριά κι όπως του το υποσχέθηκα, πήγα να τον βρω.
Πήγαινα να τον συναντήσω λοιπόν, με την συγκατάθεση του Τούρκου, αλλά και με την προϋπόθεση να του δώσω τα μπουριά, σε όποια τιμή αυτός θα ήθελε να τα πάρει. Η Ελληνική βιομηχανία όπως ήξερα, έπαψε προ πολλού να παράγει μπουριά, αλλά και κάποιον βιοτέχνη που ήξερα να τα παράγει στην περιοχή μας, προτιμούσε πλέον να τα εισάγει κι αυτός αφού τα έβρισκε φτηνότερα, αν και δεν ήξερα από ποιά χώρα τα έφερνε.
Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας λοιπόν και για όλη την Ελλάδα μάλιστα, ήταν αυτός που πήγαινα να συναντήσω. Όπως τον άκουσα όμως να λέει, ήταν όντως φορτωμένος από μπουριά, αφού ήδη προμηθεύτηκε όσα του χρειαζόταν και μάλιστα πριν από λίγο καιρό. Σε ποιόν άλλον λοιπόν θα μπορούσε να τα ξεφορτωθεί ο Τούρκος, έστω και σε εξευτελιστική τιμή, αφού δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά;
Μπαίνοντας στο κατάστημά του λοιπόν, του έλεγα δικαιολογώντας τον λόγο της δικής μου μεσολάβησης. Λυπάμαι τους οδηγούς κύριε Κώστα κι αυτός είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ. Αυτοί όπως καταλαβαίνεις, σε τίποτε δεν φταίνε, για όσα αδικαιολόγητα έκανε ο Τούρκος έμπορος.
Προκειμένου να γλυτώσουν δηλαδή αυτοί, ζήτησα από τον Τούρκο να σου τα διαθέσει με την συγκατάθεσή του, σε όποια τιμή εσύ θέλεις και σε όποιο χρονικό διάστημα εσύ θα θελήσεις να του τα εξοφλήσεις, αν βέβαια έχεις χώρο να αποθηκεύσεις αυτά τα δώδεκα χιλιάδες μπουριά.
Έχω χώρο. Έλεγε αυτός. Και χρήματα έχω και δεν θέλω να χρωστώ σε κανένα. Ούτε και σ’ αυτόν θέλω να χρωστώ. Αυτόν ιδικά, πολλά χρόνια τον γνωρίζω και πάντα τα ίδια μου κάνει. Μου φέρνει τα μπουριά του χωρίς καν να με ρωτήσει. Αυτήν την φορά όμως, το παράκανε, γιατί αυτά που έφερε τώρα, είναι όντως πολλά και δεν μπορώ να τα διαθέσω στην αγορά νωρίτερα από τέσσερα χρόνια.
Αν μου κοστολογήσει όμως αυτός το ένα μπουρί, σύμφωνα με την τιμή που σου γράφω σ’ αυτό εδώ το χαρτί κι αν δεχτεί να του δώσω τώρα το ένα τρίτο της αξίας τους και τα άλλα δύο τρίτα να τα δώσω μέσα στον χρόνο, αλλά σε δύο δώσεις, τότε, θα δω τι μπορώ να κάνω γι’ αυτόν και τους οδηγούς του. Αυτά να του πεις. Κι αν συμφωνήσει, τα λέμε.
Αυτά μου είπε ο άνθρωπος κι αφού συμφωνήσαμε οι δυό μας, εκτιμώντας απολύτως ειλικρινή αλλά και δίκαιη την πρότασή του, την μετέφερα την ίδια ώρα στον Τούρκο, ο οποίος και την δέχτηκε, δεδομένου ότι δεν είχε και άλλα περιθώρια.
Εκτιμώντας στην συνέχεια και το συνολικό τους κόστος, έβλεπα ότι δεν θα έχανε και πολλά ο Τούρκος από όσα υπολόγιζε να του μείνουν στα χέρια. Το ότι θα έπαιρνε τα χρήματά του σε τρεις δώσεις, δεν ήταν κάτι που τον απασχολούσε, δεδομένου ότι ο κύριος Κώστας ήταν τίμιος άνθρωπος και σε καμιά περίπτωση δεν κινδύνευε να χάσει λεφτά απ’ αυτόν.
Εφόσον όμως επήλθε ολική συμφωνία μεταξύ τους, βρεθήκαμε το ίδιο κιόλας βράδυ σε επαγγελματικό γεύμα, όπου κι έδωσαν τα χέρια δυό τους, όπως ακριβώς γινόταν παλιά, στις μεταξύ των ανθρώπων συναλλαγές.
Εξαιτίας αυτού βέβαια, ελευθερώθηκαν την επομένη και οι οδηγοί με τις νταλίκες τους, οι οποίοι ξεφόρτωσαν τελικά τα μπουριά τους στις εγκαταστάσεις του κυρίου Κώστα.
Βλέποντας όμως ο Τούρκος, πόσο εύκολα βγήκε από το αδιέξοδο που από μόνος του βρέθηκε, μου ζήτησε να συνεργαστώ μαζί του αν ήθελα και στις άλλες δουλειές που σκεφτόταν να δρομολογήσει, εισάγοντας προϊόντα από την Τουρκία προς την Ελλάδα.
Δέχτηκα βέβαια να δοκιμάσω το σκεπτικό του, αν και καθόλου δεν συμφωνούσα με τον τρόπο που αυτός έκανε τις δουλειές του, εφόσον εκ των πραγμάτων αυτές αποδείχτηκαν πολύ πρόχειρες. Ας δω τι μπορεί να γίνει με τις δουλειές που έχει αυτή η χώρα είπα στον εαυτό μου και αν δω ότι υπάρχει ενδιαφέρον, τότε θα δω τι θα κάνω μ’ αυτόν τον περίεργο Τούρκο που νομίζει ότι είναι έμπορος.
Δέχτηκα λοιπόν τον Τούρκο ως πιθανό συνεργάτη, αφού όπως και σας το ανάφερα κι αυτό, έψαχνα κι εγώ να βρω εκείνο το διάστημα οπουδήποτε ήταν δυνατόν να βρεθώ ως εργαζόμενος, όταν θα έμενα χωρείς δουλειά.
Αφού όπως έδειχναν τα πράγματα, μάλλον εκεί θα κατέληγα μετά από είκοσι περίπου χρόνια στην διάθεση μιας εταιρείας, η οποία βρισκόταν στα πρόθυρα του να διαλυθεί κι εξαιτίας αυτού, αναγκαζόμουν εγώ να ψάχνω οπουδήποτε αλλού δουλειά στα σαράντα μου χρόνια, για την οποία μάλιστα, καθόλου σίγουρος δεν ήμουν, αν θα την έβρισκα ποτέ.
Μιχάλης Αλταλίκης