Ακόμη μια επίσκεψη μου στο Άγιο Όρος 

  Όπως σας είπα και στα προηγούμενα, οι επισκέψεις μου στο Άγιο όρος δεν ήταν και πολύ συχνές, αλλά κι όταν τις έκανα, πάντα στην ίδια μονή κατέληγα, σ’ αυτήν δηλαδή του Οσίου Γρηγορίου, αφού εκεί μόναζε κι ο δικός μου πνευματικός.

Πάντα με δυσκολία όμως πήγαινα εκεί και πάντα κρυφά από την γυναίκα μου, για τον λόγο ότι δυσανασχετούσε έντονα αυτή εκείνο το διάστημα, με την δική μου διάθεση να επισκέπτομαι μοναχούς και μοναστήρια, αν και δεν μπορούσε να μας παρουσιάσει καμιά λογική δικαιολογία για την αντίδρασή της.

Ωστόσο όμως, την δικαιολογούσα εν μέρει και καθόλου δεν θύμωνα μαζί της, δεδομένου ότι της παρουσίαζα πλέον μια διαφορετική εικόνα ανθρώπου, από αυτήν που μέχρι τότε είχε συνηθίσει να βλέπει αυτή σ’ εμένα κι αυτό επί της ουσίας ήταν που δεν μπορούσε, ή δυσκολευόταν να αποδεχτεί.

Από την στιγμή δηλαδή που απέκτησα πνευματικό κι αποφάσισα δια μέσου αυτού να γνωρίσω, αλλά και να σπουδάσω την Ορθοδοξία ως πίστη μου, ήταν λογικό να αποκτήσω και δεδομένα Ορθόδοξου Χριστιανού, τα οποία βέβαια δεν περιοριζόταν μόνον στα καθ’ αυτών θρησκευτικά μου καθήκοντα.

Αυτή όμως, μόνον αυτά μπορούσε να βλέπει σ’ εμένα τότε κι επειδή όλες αυτές τις επισκέψεις μου στις εκκλησίες και στα μοναστήρια τις έβλεπε ως υπερβολικές, με το δίκαιό της θα λέγαμε θύμωνε μαζί μου, νομίζοντας ότι εξαιτίας τους, θα έχανε την συνοχή της οικογένειας που διατηρούσαμε.

Εγώ βέβαια, ασφαλώς και δεν είχα κάτι τέτοιο στο μυαλό μου. Τον εαυτό μου ήθελα να διαμορφώσω προς το καλύτερο κι αυτό, όσο κι αν το έβλεπα εύκολο εγώ, δεν μπορούσα να το επιτύχω χωρίς την εκκλησία και τον πνευματικό μου, τον οποίον όμως, μόνον στο συγκεκριμένο μοναστήρι μπορούσα να συναντήσω.

Για να μην μαλώνω όμως με την γυναίκα μου και για να μη βρίσκομαι σε αδικαιολόγητες προστριβές μαζί της και μάλιστα μπροστά στα παιδιά μας, της έκρυβα την πρόθεσή μου να επισκέπτομαι τον πνευματικό μου στο Άγιο Όρος, λέγοντας της ψέματα.

Προτιμούσα δηλαδή να της πω, ότι θα πήγαινα για επαγγελματικούς δήθεν λόγους προς την Θράκη ας πούμε, για τον λόγο ότι αυτό τουλάχιστον θα της φαινόταν ανώδυνο, αφού τόσο από χαρακτήρος, όσο κι από θρησκευτικότητας δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτε το επιλήψιμο εκεί.

Απολάμβανε εν ολίγοις τα καλά της θρησκευτικής μου υπόστασης, αλλά αν άκουγε ότι θα πήγαινα στο Άγιο Όρος, με σκοπό να αποκτήσω σίγουρα δεδομένα Ορθόδοξου Χριστιανού, με απώτερο σκοπό να τα εφαρμόσω στην ζωή μου καθώς ήμουν υποχρεωμένος να κάνω ως νοήμων άνθρωπος, αυτή αμέσως κατσούφιαζε.

Το ίδιο λοιπόν έκανα και στην περίπτωση που αναφέρομαι. Της είπα δηλαδή κάποιο ψέμα για την διήμερη απουσία μου, ενώ εγώ πήγα στο Άγιο Όρος, έστω και με την ενοχή του ανθρώπου που χρησιμοποιεί ψέματα, για να κάνει αυτό που θεωρεί σωστό.

Ωστόσο όμως, όταν έφτασα εκεί με καλοδέχτηκαν οι μοναχοί, αλλά και σαν μικρά παιδιά ρωτούσαν να τους πω, πότε θα φύγω. Δεν το έκαναν βέβαια αυτό με πρόθεση να με διώξουν, αλλά για να με κρατήσουν περισσότερο.

Όταν άκουσαν δηλαδή να τους λέω, ότι ήρθα σήμερα και αύριο θα φύγω, τόσο ο πνευματικός μου, όσο και υπόλοιποι μοναχοί, με παρότρυναν να μείνω μια, ή δύο μέρες παραπάνω μαζί τους, προκειμένου να ωφεληθώ περισσότερο πνευματικά, αφού κι αυτοί ήξεραν, ότι αυτός ήταν ο δικός μου λόγος που τους έκανα επισκέψεις.

Δεν πήγαινα δηλαδή για εκδρομή εκεί. Την πνευματική μου υπόσταση ήθελα να εμπλουτίσω. Κι επειδή ένα απόγευμα μόνον έμενα μαζί τους, πράγματι και ήταν πολύ λίγος χρόνος για τον λόγο της επίσκεψης μου και σωστά το παρατηρούσαν οι μοναχοί.

Την μία μέρα πήγαινα φεύγοντας τα χαράματα από το σπίτι μου, για να καταλήξω σ’ αυτούς το μεσημέρι κι όταν έφευγα από αυτούς στις εννιά το πρωί την άλλη μέρα, κατέληγα στο σπίτι μου στις πέντε το απόγευμα.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, ενώ έλειπα δύο μέρες από το σπίτι μου, για τον λόγο της επίσκεψης μου διέθετα μόνον ένα απόγευμα κι αυτός ο χρόνος ήταν πράγματι πολύ λίγος για να ωφεληθεί κανείς επαρκώς πνευματικά κι όσο θα ήθελε.

Παρόλα αυτά όμως, όσα είχα να ωφεληθώ δεν τα έχανα κι ας ήταν λίγος ο χρόνος της παραμονής μου στην μονή, όπως έλεγαν οι μοναχοί. Δεν γίνετε να μείνω παραπάνω τους έλεγα, γιατί δεν μπορώ να λείπω ούτε από την δουλειά μου και προπαντός ούτε από το σπίτι μου πέραν των δύο ημερών, αφού έρχομαι εδώ χωρείς την συγκατάθεση της γυναίκας μου, η οποία δυσανασχετεί μαζί μου όταν επισκέπτομαι το Άγιο Όρος.

Εγώ βέβαια, αντιλαμβάνομαι το πνευματικό όφελος που αποκομίζω όταν έστω και για λίγες ώρες μόνον σας επισκέπτομαι, η γυναίκα μου όμως που μέχρι στιγμής δεν γεύτηκε κάτι από τα πνευματικά και αγνοεί τελείως την αξία τους, δυσανασχετεί μαζί μου όταν με βλέπει να διαθέτω χρόνο από την κοινή ζωή μας, για κάτι που αυτή θεωρεί ότι είναι όντως υπερβολή.

Για να μπορέσω λοιπόν να καλύψω της δικές μου πνευματικές ανάγκες και συγχρόνως να μην αναγκάσω την γυναίκα μου να δυσανασχετεί μαζί μου, υποχρεώνω τον εαυτό μου να της λέει έστω κι εκ των πραγμάτων ψέματα, προκειμένου να δικαιολογήσω τις δύο μέρες που λείπω από το σπίτι μας.

Αυτά ακριβώς έλεγα και στον γέροντα της μονής, όταν ο γεμάτος από ψέματα δικός μου τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος μου, τον ανάγκασε να με συμβουλεύει αργά το απόγευμα εκείνης της ημέρας, ο οποίος και μου έλεγε με τον δικό του χαρισματικό τρόπο.

– Είναι καλύτερα για σένα να έρχεσαι εδώ και να μας επισκέπτεσαι μια φορά στα δύο χρόνια, έχοντας την συγκατάθεση της γυναίκας σου, παρά να τις λες ψέματα για το που είσαι όταν λείπεις από το σπίτι σου, επειδή όπως μας λες, αντιδρά παράλογα αυτή, όταν εσύ επισκέπτεσαι το Άγιο Όρος.

Πρέπει να ξέρεις δε, ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιώνει ούτε τα μικρά, αλλά ούτε και τα μεγάλα ψέματα, αυτά που τόσο εύκολα εσύ δικαιολογείς. Αντιθέτως, λέγοντας ψέματα στην γυναίκα σου, βάζεις σε κίνδυνο τον σκοπό για τον οποίο έρχεσαι στο μοναστήρι μας.

Εκτός αυτού, θα σε εμποδίζουν αυτά να αποκτήσει και την πολυπόθητη πνευματική υποδομή που χρειάζεται να έχεις σαν άνθρωπος, την οποία μάλιστα οφείλεις όπως καταλαβαίνεις, να μεταλαμπαδεύσεις, τόσο στην γυναίκα σου, όσο και στα παιδιά σου, αλά και σε όλους όσους βρίσκονται στον περίγυρος σου, γιατί, δεν έρχεσαι μόνον για σένα εδώ, αλλά και για όλους αυτούς που βρίσκονται δίπλα σου.

Μη στηρίζεις λοιπόν τις προσπάθειες σου στα ψέματα, εφόσον πράγματι θέλεις να ωφεληθείς πνευματικά και δεν χρειάζεται να τρέχεις τόσο πολύ. Το ζητούμενο δεν είναι να φτάσουμε πρώτοι εμείς στον προορισμό μας, αλλά να φτάσουμε όλοι μαζί και μάλιστα ασφαλείς.

Αν τρέχοντας εσύ προηγείσαι από την γυναίκα σου και δεν συμβαδίζεις με το ρυθμό που αυτή μπορεί να σε ακολουθήσει, θα την χάσεις τρέχοντας και δεν θα ξέρεις αν έρχεται πίσω σου ή όχι.

Είναι σαν να θέλεις δηλαδή να πας κάπου με την οικογένεια σου κι εσύ αδιαφορώντας για την δυνατότητα που αυτή έχει να σε ακολουθήσει, τρέχεις να φτάσεις πρώτος στον προορισμό σου έστω και χωρείς αυτούς.

Τι λες λοιπόν; Είναι σωστό αυτό ή όχι; Όπως είπαμε, το ζητούμενο δεν είναι να φτάσουμε εμείς πρώτοι εκεί που πρέπει να πάμε όλοι μαζί και προπαντός δεν είναι ζητούμενο το να πάμε μόνον εμείς χωρείς τους άλλους.

Αν εκεί που θα φτάσεις, σε ρωτήσουν να τους πεις, που είναι η οικογένεια σου; Τι θα τους πεις εσύ; Έρχονται. Θα έρθουν, ή ότι δεν σ’ ενδιαφέρει; Όπως έχεις χρέος λοιπόν να τους συντηρήσεις σ’ αυτήν την ζωή, έτσι έχεις χρέος και να τους οδηγήσεις με ασφάλεια στα πνευματικά και μάλιστα χωρείς να χάσεις κανέναν από αυτούς στην προσπάθεια του να σε ακολουθήσει.

Σε μια τέτοια περίπτωση, τίποτε δεν θα σε σώζει, από όσα εσύ κάνεις για να μπεις στην άλλη και κυρίως ζωή, εκεί δηλαδή που μας οδηγεί αυτή η πνευματική υποδομή που εσύ με πολύ κόπο τρέχεις τώρα να αποκτήσεις.

Βάδιζε σιγά, σιγά λοιπόν και μη βιάζεσαι. Κάνε υπομονή και θα δεις την γυναίκα σου και τα παιδιά σου να σε ακολουθούν. Δώσε δηλαδή χρόνο στην οικογένειά σου, ώστε να σε πλησιάσει και όλοι μαζί μετά να βαδίζετε προς τον Χριστό μας.

Αυτά περίπου άκουσα τότε από τον γέροντα και αρκετά προβληματίστηκα με όσα αυτός μου παρουσίασε και μάλιστα για άλλη μια φορά είπα στον εαυτό μου, ότι καλά κάνω και έρχομαι εδώ, αφού αυτό το σκεπτικό και αυτήν την νοοτροπία ήθελα να αποκτήσω κι εγώ.

Να μην υπάρχω δηλαδή εγωιστικά και μόνον για μένα σ’ αυτήν εδώ την ζωή, αλά και για όλους τους άλλους, γνωστούς κι αγνώστους, καλούς και κακούς, μικρούς και μεγάλους, κοντινούς και μακρινούς, αφού όλοι παιδιά του ίδιου πατέρα είμαστε, έστω κι αν αυτό δεν το κατανοούμε πλήρως.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *