Από την πρώτη στιγμή που με ξάπλωσαν γιατροί στο κρεβάτι ως ασθενή, μου έβαλαν αμέσως ορό και μέσα από αυτόν, μου περνούσαν καθημερινά την φαρμακευτική αγωγή που πρότειναν οι καθηγητές, δεδομένου όπως είπαν, η περίπτωση μου ήταν όντως πολύ δύσκολη.
Εκτός από τον ορό όμως, δεν μου έδιναν τίποτε άλλο. Ούτε φαγητό, ούτε νερό κι όταν έκαναν την πρωινή τους επίσκεψη στους θαλάμους, δεν ξέρω για ποιο λόγο, ήταν πάντα οκτώ γιατρών συνοδεία και όλοι τους ήταν καθηγητές.
Ένας από αυτούς, ήταν κι αυτός που με περιμάζεψε από τους παθολόγους και ανάμεσα στους υπόλοιπους ήταν κι εκείνος ο γηραλέος και γενικός διευθυντής τους, η προφορά του όπως σας είπα μου θύμιζε Κοζάνη.
Όταν λοιπόν έμπαιναν αυτοί στον θάλαμο της νοσηλείας μου, στεκόταν για λίγο όπως συνηθίζετε μπροστά από κάθε ασθενή κι αφού έκαναν μεταξύ τους πολύ κουβέντα επιτόπου για την ασθένεια που είχαν να αντιμετωπίσουν, έλεγαν και κάτι στην συνέχεια προς τον ασθενή τους.
Όταν έφταναν σ’ εμένα όμως με προσπερνούσαν κι αμέσως πήγαιναν στον επόμενο, χωρίς να μου λένε τίποτε. Το έκαναν μία μέρα αυτό, το έκαναν δύο, την τρίτη μέρα πια τους σταμάτησα, αλλά και τους ρωτούσα να μου πουν.
– Τί θα γίνει επιτέλους μ’ εμένα; Δεν θα πείτε και σ’ εμένα κάτι; Ακούγοντας την παρατήρησή μου ο Κοζανίτης, έλεγε με την προφορά του.
– Τι να πούμι α, σι σένα; Ισύ έχς πουλύ δρόμου ακόμη μπρουστάς. Αν συ ιγχειρίζαμι προυχθές, τώρα θα συ ρουτούσαμι αν κλάνς κι θα πιριμέναμι να συ δούμι να πιρπατάς. Τώρα? Θα πιριμένς μέχρι να δούμι τι θα γένι.
Κάνε υπομονή έλεγε κι ο χειρούργος που με ανέλαβε κι όλα θα πάνε καλά και καθόλου μην ανησυχείς για το αποτέλεσμα. Κάνω υπομονή του έλεγα, αλλά εσείς με έχετε πεθάνει στην πίνα και στην δίψα. Πότε επιτέλους θα φάω κάτι και προπαντός, πότε θα πιω λίγο νερό;
Στο τέλος της εβδομάδας θα δούμε αν μπορούμε να σου δώσουμε νερό, αλλά για φαγητό όμως, δεν μπορούμε ούτε και να το σκεφτούμε ακόμη. Κάνε υπομονή έλεγε αυτός πάλι και θα δούμε τι θα γίνει.
Αυτή λοιπόν ήταν η κουβέντα που είχαμε καθημερινά και για να καλμάρουν κάπως οι γιατροί τα ξεραμένα χείλη μου, τα έβρεχαν λίγο με ένα υγρό πανί, το οποίο είχαν περασμένο πάνω σε ένα ξυλάκι.
Όταν πια πέρασαν οκτώ μέρες μετά από την ημέρα που μου έκαναν την εισαγωγή στο νοσοκομείο, στάθηκαν μπροστά μου οι οκτώ καθηγητές στην πρωινή τους επίσκεψη κι έλεγαν μεταξύ τους.
Ας δοκιμάσουμε να του δώσουμε να πιεί νερό σήμερα κι ας μείνουμε εδώ μέχρι να δούμε πως θα αντιδράσει ο οργανισμός του. Όχι νερό έλεγε ένας άλλος. Για πρώτη φορά, θα ήταν καλύτερα να του δίναμε να πιει τσάι. Αυτό, θα του φέρει λιγότερες επιπλοκές, τι λέτε;
Καλύτερα τσάι είπαν οι περισσότεροι, γι’ αυτό κι έδωσαν την παραγγελία τους στην προϊσταμένη, η οποία αμέσως πήγε να την εκτελέσει. Όταν έφερε αυτή το τσάι, μου το έδωσε στα χέρια ένας από τους γιατρούς κι όπως μου είπαν, άρχισα να το πίνω γουλιά, γουλιά, κι όσο ποιο σιγά μπορούσα.
Αφού λοιπόν ήπια το τσάι μου και μετά, έμειναν μαζί μου οι γιατροί άλλα δέκα λεπτά περίπου κι αφού δεν παρατήρησαν καμιά επιπλοκή στον οργανισμό μου, έφυγαν από τον θάλαμο λέγοντας μου ότι για λίγες μέρες ακόμη θα μπορούσα να πίνω μόνον τσάι κι αυτό πάλι, μία έως δύο φορές την ημέρα, όχι περισσότερο.
Την δέκατη μέρα της παραμονής μου και με τον ίδιο τρόπο, μου έδωσαν να πιω νερό επιτέλους κι αφού δεν παρατηρήθηκαν επιπλοκές στον οργανισμό μου, από εκεί και μετά, έπινα τουλάχιστο νερό. Για φαγητό όμως, καμιά κουβέντα δεν έκαναν.
Όπως έκαναν κάθε μέρα όμως οι γιατροί και την δέκατη τέταρτη το πρωί το ίδιο έκαναν. Αφού μπήκαν δηλαδή στον θάλαμο, άρχισαν σύμφωνα με την συνήθεια τους να στέκονται πάλι μπροστά από τα κρεβάτια των ασθενών και να εξετάζουν όλοι μαζί εκεί την περίπτωση του καθενός.
Εκείνος ο Κοζανίτης και γηραιός γιατρός όμως, είχε μια σταθερή συνήθεια στον τρόπο του. Το πρώτο πράγμα που ρωτούσε να μάθει δηλαδή από τους ασθενείς, ήταν αν έβγαζαν αέρια, μόνο που αυτό το ρωτούσε παραδοσιακά και με τον δικό τρόπο.
Έλεγε δηλαδή στους ασθενείς. Τί γένιτι α; Κλάνς σήμιρα; Μέσα στον θάλαμο μας όμως, ήταν ασθενής κι ένας φιλόλογος καθηγητής, στον οποίο καθόλου δεν άρεσε να ακούει τον καθηγητή να εκφράζετε έτσι, γι’ αυτό και δεν άντεξε κείνη την μέρα, πήρε δηλαδή την απόφαση να του κάνει την δέουσα παρατήρηση.
Δεν είναι ντροπή για σας κύριε καθηγητά του έλεγε, να εκφράζεστε έτσι χυδαία προς τους ασθενείς σας; Γιατί α; Απαντούσε ο Κοζανίτης απορώντας. Τί είπα; Είπατε κλάνς του έλεγε ο φιλόλογος. Είναι λοιπόν κουβέντα αυτή που πρέπει να λέει ένας γιατρός και μάλιστα καθηγητής;
Κι πως να του πω α, έλεγε ο Κοζανίτης αφού έτς του λεν; Να το πείτε ευγενικά κι όπως πρέπει κύριε καθηγητά απαντούσε ο φιλόλογος και να λέτε, αερίζεστε σήμερα κύριε ασθενή;
Αερίζουμι α, είναι αυτό του έλεγε ο Κοζανίτης και του έδειχνε τον τρόπο που κάνουμε αέρα στο πρόσωπο μας όταν κάνει ζέστη. Αυτό που ρουτώ ιγώ α, είνι κλάσιμο κι έτς πρέπ να του λέμι.
Στεναχωρήθηκε με την απάντηση που πήρε ο φιλόλογος καθηγητής, αλλά και δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, γιατί καθώς περνούσαν από ασθενή σε ασθενή, ο Κοζανίτης γιατρός, συνέχιζε να κάνει αυτό που ήξερε.
Οι υπόλοιποι ασθενείς έβρισκαν διασκεδαστικό εκείνο το ερώτημα, γι’ αυτό και του απαντούσαν ανάλογα. Όταν έφτασαν όμως και σ’ εμένα εκείνη την ημέρα και πήρε στα χέρια του ο Κοζανίτης τον γνωστό πίνακα μπροστά από το κρεβάτι μου, έκανε και σ’ εμένα το ίδιο ερώτημα. Ισύ α; Τί κάνς; κλάνς; Κλάνω του είπα κι εγώ σοβαρά, σοβαρά.
– Αχά. Έλεγε αυτός έχοντας σκυμμένο το κεφάλι του στον πίνακα. Ισύ κλάνς, αμά δεν χέιζ όπους βλέπου. Τι θα γένι α, μ’ αυτό του πρόβλημα; Δικατέσσιρις μέρις είσι ιδώ κι τίπουτας δεν έκανις.
Μα, αφού έχω να φάω είκοσι δύο μέρες του έλεγα κι εγώ με απορία, είναι δυνατόν να περιμένετε να ενεργηθώ; Κι πενηνταδύο μέρις α, να είσι νηστικός, πρέπ’ κάτι να βγάλς, απαντούσε αυτός.
Ακούγοντας όμως και οι υπόλοιποι γιατροί την στιχομυθία μας, επενέβη κάποιος από αυτούς και τους έλεγε ότι μπορούσαν πια να δοκιμάσουν την αντοχή μου και να μου δώσουν να φάω έστω κι ένα παξιμάδι εκείνη την ημέρα.
Συμφώνησε μαζί του ο Κοζανίτης, αλλά κι ένας άλλος από τους καθηγητές τους έλεγε, ότι θα ήταν καλύτερα για μένα να έμεναν κοντά μου μέχρι να ολοκληρώσω το γεύμα μου, αφού δεν ήταν σίγουρο ακόμη, αν θα δεχόταν το παξιμάδι ο οργανισμός μου.
Κι αφού συμφώνησαν και οι υπόλοιποι γιατροί με την παρατήρηση του καθηγητού, έτρωγα παρουσία όλων μετά από λίγο το παξιμάδι που μου έφεραν. Περίμεναν και πάλι όμως δέκα λεπτά περίπου όρθιοι γύρο από το κρεβάτι μου, οπότε, βρήκαν την ευκαιρία πρόσφορη στην συνέχεια κι αρκετά αστειεύονταν με την αδυναμία μου να ενεργούμε σε φυσιολογικά διαστήματα. Σ’ αυτήν την αδυναμία μου αναφερόμενος, έλεγε και πάλι ο Κοζανίτης.
– Σι δώσαμι να φας τώρα. Για να δούμι τι θα κάνς μιτά.
Μετά κι από την δική του παρατήρηση, έφυγαν τελικά οι γιατροί από τον θάλαμο, αλλά και εις μάτην περίμεναν να ενεργηθώ εγώ στην συνέχεια, αν κι από την τελευταία φορά που ενεργήθηκα όπως σας είπα, πέρασαν είκοσι δύο ολόκληρες μέρες.
Σχολιάζοντας όμως την αδυναμία μου οι καθηγητές με όλους τους γιατρούς του νοσοκομείου, καθόλου δεν δυσκολεύτηκαν να μου κυλίσουν και παρατσούκλι, βάση του οποίο και με αποκαλούσαν βιονικό έκτοτε.
Μου έδωσαν αυτό το όνομα οι γιατροί, αφού όπως το έλεγαν μεταξύ τους, τίποτε δεν έβγαζα από αυτά που ματέως περίμενε να δει ο Κοζανίτης αρχίατρός τους, αλλά κι αφύσικη ήταν γι’ αυτούς εκείνη η μεγάλη χρονική απόσταση από εκκένωση σε εκκένωση.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που καθημερινά ρωτούσαν οι γιατροί ο ένας τον άλλον, αν ενεργήθηκε επιτέλους ο βιονικός ή όχι. Κι όταν έπαιρναν αρνητική απάντηση, όχι μόνον γελούσαν μαζί μου, αλλά κι απορούσαν συγχρόνως, για το πότε επιτέλους θα γίνει το χαρμόσυνο γεγονός όπως το αποκαλούσαν αστειευόμενοι.
Την δέκατη πέμπτη μέρα πια, όταν και πάλι στάθηκαν μπροστά μου οι γιατροί, όλοι μαζί έκαναν το ίδιο ερώτημα, ελπίζοντας ότι μετά από το παξιμάδι που μου έδωσαν να φάω, θα τους έλεγα επιτέλους ότι ενεργήθηκα.
Όταν όμως και πάλι πήραν αρνητική απάντηση, φώναξε με αγανάκτηση ο Κοζανίτης αρχίατρος.
– Γιατί α; Σι δώσαμι να φας ένα παξιμάδ’ ιχτές. Δεν έπρεπι να βγάλς κάτι σήμηρα;
Είχε δίκαιο βέβαια, αλλά και τί να του έλεγα ως αποτέλεσμα, μετά από το υπέροχο γεύμα του ενός παξιμαδιού; Άμα σας δώσω να φάτε μόνον δύο παξιμάδια τους έλεγα κι εγώ παραγμένος, τι λέτε; Υπάρχει περίπτωση να βγάλετε κάτι μετά; Σαν να έχει δίκαιο ο άνθρωπος είπε κάποιος από τούς γιατρούς, γι’ αυτό κι άρχισαν εκείνη την στιγμή να σκέφτονται, σαν τι να ήταν αυτό που θα μπορούσα να φάω, χωρείς βέβαια να μου φέρει αυτό επιπλοκές.
Αποφάσισαν στο τέλος αυτοί συσκεπτόμενοι επί του θέματος, ότι μάλλον μπορούσαν να μου δώσουν να φάω κάτι, έστω και λίγες πατάτες. Κι αφού το αποφάσισαν, κάλεσαν αμέσως τον μάγειρα του νοσοκομείο να ανέβει στον θάλαμο της νοσηλείας μου, όπου και του ζήτησαν να μου φέρει πέντε ή έξη πατάτες από το ταψί του, αλλά από αυτές που δεν θα είχαν ακουμπήσει ούτε σε κρέας, αλλά ούτε και σε ζουμί. Της ήθελαν εντελώς άλυπες όπως του έλεγαν.
Από σύμπτωση όμως, εκείνος ο μάγειρας ήταν συγγενής με την γυναίκα μου, για τον οποίο δεν ήξερα, ούτε ότι ήταν μάγειρας, ούτε ότι ήταν μάγειρας σ’ εκείνο το νοσοκομείο.
Μόλις πήρε όμως την διαταγή των καθηγητών να φιλέψει εμένα ειδικά, σε πέντε λεπτά έφερε όσες πατάτες του ζήτησαν, όπως κι έτσι που τις ήθελαν, αλλά και μαζί με τους γιατρούς, περίμενε κι αυτός να δει πως θα αντιδρούσε ο οργανισμός μου.
Τον έδιωχναν οι γιατροί από τον θάλαμο, αλλά αυτός δεν έφευγε με τίποτε από κοντά μου, γιατί φοβήθηκε μην πάθω κάτι, μετά από τόσες προφυλάξεις που άκουσε να παίρνουν οι γιατροί.
Αφού και πάλι περίμεναν οι καθηγητές να φάω σιγά, σιγά τις πατάτες που μου έδωσαν, έμειναν μαζί μου λίγο παραπάνω από δέκα λεπτά κι αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν κινδύνευα, με άφησαν ήσυχο στην συνέχεια, ελπίζοντας βέβαια ότι την επομένη τουλάχιστον, θα τους ικανοποιούσα.
Δεν χρειάστηκε όμως να έρθει το αύριο, γιατί μετά από μια ώρα περίπου έτρεχα θα έλεγα προς τις τουαλέτες. Κι αφού με είδαν οι γιατροί να τρέχω προς εκείνη την κατεύθυνση, στάθηκαν όλοι στον διάδρομο, προκειμένου να πληροφορηθούν πρώτοι το αποτέλεσμα.
Όταν λοιπόν άκουσαν να τους λέω, ότι ενεργήθηκα επιτέλους, βούιξε το νοσοκομείο από τις φωνές τους. Ενεργήθηκε φώναζαν. Ενεργήθηκε. Κι όταν ρωτούσαν οι άλλοι γιατροί να μάθουν ποιος ενεργήθηκε, με δυνατή φωνή αυτοί τους έλεγαν. Ο βιονικός.
Μετά κι από αυτήν την περιπέτεια, έπρεπε να μπω σε κανονικό ρυθμό σίτισης πλέον, αλλά τίποτε δεν εξασφάλιζε τους γιατρούς, ότι αυτό που θα μου έδιναν να φάω, δεν θα είχε κακές επιπτώσεις στον οργανισμό μου.
Αυτό συσκεπτόμενοι δηλαδή, έλεγαν στο τέλος ότι το ποιο σίγουρο για μένα, θα ήταν να μου έδιναν μια εντελώς άλυπη δίαιτα, οπότε αμέσως έκαναν το εβδομαδιαίε μου μενού, το οποίο δεν περιλάμβανε τίποτε άλλο, εκτός από άλυπες σούπες.
Το μενού μου εξετάζοντας κάποιος από τους καθηγητές, έλεγε και με το δίκαιό του. Καλά; Μόνον με σούπες θα ζει αυτός ο άνθρωπος; Ας κάνουμε τότε ένα πείραμα μαζί του είπαν όλοι μαζί στο τέλος και την δέκατη έκτη μέρα, κάλεσαν ξανά τον μάγειρα στον θάλαμό μου, όπου και του έδωσαν νέες εντολές.
– Θέλουμε να κάνεις ένα μπιφτέκι για τον ασθενή μας και να το κάνεις από μοσχαρίσιο κρέας, αλλά εντελώς άλυπο. Να το ετοιμάσεις δε αυτό στην κατσαρόλα. Αχνιστό δηλαδή. Αν θα μπορέσει να το δεχθεί ο οργανισμός του, τότε θα γλυτώσει αυτός, αλλά κι εμείς από πολύ μεγάλη ταλαιπωρία.
Έφυγε ο μάγειρας και στην καθορισμένη ώρα, επέστρεψε με το αχνιστό μπιφτέκι στο πιάτο. Μόλις ενημερώθηκαν οι γιατροί ότι έφερε ο μάγειρας το μπιφτέκι που του παρήγγειλαν, επέστρεψαν στον θάλαμο και στάθηκαν πάλι γύρο από το κρεβάτι μου, παρουσία όπως πάντα του αρχίατρου κι όπως έπρεπε περίμεναν να δουν τις αντιδράσεις μου.
Έφαγα βέβαια εγώ το μπιφτέκι μου, όσο ποιο σιγά μπορούσα κι αφού δεν παρουσίασα καμιά επιπλοκή, έφυγαν ευχαριστημένοι οι γιατροί από τον θάλαμο.
Μετά κι από αυτήν την δοκιμή που έκαναν οι γιατροί στον οργανισμό μου, έμεινα σε κείνο το νοσοκομείο άλλες έξη μέρες κι αφού συμπλήρωσα είκοσι δύο μέρες νοσηλευόμενος εκεί, μου έδωσαν εξιτήριο.
Μαζί με το εξιτήριο όμως, μου έδωσαν την φαρμακευτική αγωγή που έπρεπε να ακολουθήσω για δύο μήνες ακόμη στο σπίτι μου, μέχρι που να καθαρίσει ο οργανισμός μου από το ίκτερο και το πύον που ακόμη ήταν σε υψηλά επίπεδα μέσα μου.
Μαζί με αυτά όμως, μου έδωσαν και το μενού που έπρεπε να ακολουθήσω τρώγοντας, το οποίο περιελάμβανε μόνον δύο τέτοια μπιφτέκια τη εβδομάδα και όλες τις άλλες μέρες άλυπες σούπες, οι οποίες βέβαια, συνοδευόταν από δύο ολόκληρα παξιμάδια την ημέρα.
Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, με το δίκαιό μου τους έλεγα στο τέλος. Με την δίαιτα που μου επιβάλετε να ζω, δεν θα αδυνατίσω απλός όπως μου λέτε, αλλά θα φέξω και δεν ξέρω αν θα επιζήσω.
Ότι κι αν σου παρουσιαστεί έλεγαν οι γιατροί, θα έρθεις εδώ να σε δούμε. Όταν σου τελειώσουν τα χάπια όμως, πάλι να έρθεις εδώ και θα δούμε αν είσαι σε θέση να σε εγχειρίσουμε ή όχι. Αυτά εν ολίγοις είπαμε εκεί με τους γιατρούς πριν φύγω από το νοσοκομείο τους, τους οποίους κι αποχαιρέτησα βέβαια, ευχαριστώντας τους συγχρόνως και για όσα μου προσέφεραν αυτοί κατά την νοσηλεία μου.
Επιστρέφοντας στο σπίτι μου λοιπόν, ακολούθησα πιστά και κατά γράμμα θα έλεγα το πρόγραμμα διατροφής που μου υπέδειξαν. Η δίαιτα που ακολουθούσα όμως με εξάντλησε τόσο πολύ, που με αρκετή δυσκολία σηκωνόμουν από το κρεβάτι μου κι αυτό πάλι, το έκανα μόνον για τις σωματικές μου ανάγκες.
Ο συγκάτοικος μας βέβαια, ο γιατρός δηλαδή που έμενε έναν όροφο ποιο κάτω από το δικό μας διαμέρισμα και ήταν χειρούργος, δεν με εγκατέλειψε. Μου έκανε συχνές επισκέψεις επιστρέφοντας στο σπίτι του από το νοσοκομείο που χειρουργούσε κι όπως μου το είχε υποσχεθεί παρακολουθούσε με πολύ προσοχή την κατάσταση μου.
Βλέποντας, αλλά και ζώντας το προσωπικό του ενδιαφέρον για την περίπτωσή μου, με έκαναν να αισθάνομαι πολύ ασφαλής κάτω από την επίβλεψη του. Κι ένιωθα τόσο ασφαλής μάλιστα μαζί του, που αισθανόμουν ότι ζούσα μέσα σε θάλαμο του νοσοκομείου που εργαζόταν.
Μιχάλης Αλταλίκης