Πέρασαν λοιπόν οι μέρες και το πρωινό της δέκατης τέταρτης εξ αυτών, μιλούσα πάλι από το τηλέφωνο του περιπτέρου με τον πνευματικό μου κι όπως μου το ζητούσε, για άλλη μια φορά του εξέθετα την αγονία μου, όπως και τους φόβους μου άλλωστε, για την κατάληξη που θα είχε η οικογένειά μου χωρείς την γυναίκα μου, αν τελικά πάθαινε αυτή κάτι τόσο κακό.
Αυτά αναφέροντάς του όμως, τον άκουσα να μου λέει, αλλά και να ρωτά αυτός με αγωνία στην συνέχεια να του πω, τί καλό έκανε η γυναίκα μου στην ζωή της. Επισκεφτήκαμε προ ημερών και τον πατέρα Παϊσιο για το θέμα της γυναίκα σου έλεγε κι όπως έπρεπε, του ζητήσαμε να μας πει κι αυτός την γνώμη του, όπως και τί μέλει γενέσθαι με την περίπτωση της.
Αντί απαντήσεως όμως, μας ρωτούσε αυτός να του πούμε, τί καλό έχει κάνει στην ζωή της η γυναίκα σου. Αν έχει κάνει κάποιο καλό μας είπε, τότε θα ζήσει η γυναίκα σου. Αν πάλι και δεν έκανε κάποιο καλό. Τότε, θα πεθάνει. Πες μας εσύ λοιπόν τώρα τί καλό έκανε αυτή, αφού εμείς δεν ξέρουμε πολλά από την ζωή της. Αν μας αναφέρεις κάποιο καλό της όμως, τότε θα ελπίζουμε κι εμείς ότι βεβαίως και θα ζήσει η γυναίκα σου.
Μετά από ένα τέτοιο απίθανο, αλλά κι εντελώς απρόσμενο ερώτημα μπλόκαρα όπως καταλαβαίνετε κι όντως δεν ήξερα τί να του απαντήσω. Επαναλάμβανα βέβαια το ερώτημά του μέσα μου κι όπως υποχρεωνόμουν να κάνω, έψαχνα στην μνήμη μου να βρω κάποιο καλό που ενδεχομένως έκανε η γυναίκα μου, αλλά κάτω από την πίεση εκείνου του ερωτήματος, τίποτε δεν μπορούσα να θυμηθώ.
Πολύ λογικά όμως σκεπτόμενος, του έλεγα στα γρήγορα. Μα τρία παιδιά έκανε αυτή η γυναίκα κι όπως πρέπει, ανέχεται έναν σύζυγο. Αυτό δεν είναι ένα πολύ μεγάλο καλό, ώστε να του το αναφέρουμε;
Όχι έλεγε αυτός. Αυτό δεν είναι το καλό που θα μπορούσε να την σώσει. Πες μας κάποιο άλλο. Δεν έχεις δηλαδή να μας αναφέρεις κανένα καλό που έκανε αυτή η γυναίκα; Θα πεθάνει αυτή όπως σου είπα, αν δεν μας αναφέρεις κάποιο καλό της. Το κατάλαβες αυτό, ή όχι;
Το κατάλαβα του έλεγα, αλλά και με έλουζε κρύος ιδρώτας από την αγονία, όπως κι από το άγχος του να θυμηθώ έστω και το παραμικρό. Κι όσο δεν θυμόμουν να του αναφέρω κάποιο καλό της, τόσο και υπέφερα. Θυμήθηκα όμως επιτέλους κάτι και πολύ συνοπτικά του το ανάφερα.
Πέρση το καλοκαίρι γέροντα κι όταν πάλι πήγαμε διακοπές στην Πελοπόννησο, βρήκαμε εκεί μια γιαγιά παραμελημένη από τα παιδιά της, η οποία είχε να κάνει μπάνιο έναν ολόκληρο χρόνο. Έξυνε δε το κεφάλι της ασταμάτητα κι αυτό με έκανε να σκεφτώ ότι μάλλον γέμισε ψείρες.
Όταν μετά από λίγο την έψαξε η γυναίκα μου, είδαμε τις ψείρες να είναι μιλιούνια κάτω από το τσεμπέρι που φορούσε, οι οποίες και της έτρωγαν το κεφάλι, δεδομένου ότι ήταν γεμάτο από πληγές.
Πω, πω, έλεγε. Τί θα κάνουμε τώρα; Πήγαινε γρήγορα στο φαρμακείο και φέρε μας ένα κουτί ψειρόσκονη έλεγε σ’ εμένα και πριν ολοκληρώσει αυτή την σκέψη της, έφυγα τρέχοντας εγώ να προλάβω, μη τυχόν και περάσουν οι ψείρες μέσα στον εγκέφαλό της όπως πολύ φοβήθηκα, έτσι όπως τις είδα να κινούνται πάνω κάτω σαν να έβραζαν και μετά πως θα τις βγάζαμε έξω;
Πήγα λοιπόν στο φαρμακείο κι όπως έπρεπε, επέστρεψα όσο ποιο γρήγορα μπορούσα με την ψειρόσκονη στα χέρια και μαζί με την γυναίκα μου, αδειάσαμε όλο εκείνο το κουτί στο κεφάλι της γιαγιάς, σφίγγοντας το τσεμπέρι της τόσο, που να μην αφήνουν τις ψείρες να τρέχουν προς τα έξω και γεμίσουν τα ρούχα της, τα οποία όμως, ήταν ήδη φορτωμένα.
Αφού περιμέναμε δέκα λεπτά έως ότου κάνει χρίση το φάρμακο, την πήρε μετά από το χέρι η γυναίκα μου και την έβαλε μέσα στην μπανιέρα του σπιτιού μας, όπου και της έκανε ένα ζεστό μπάνιο καθώς της χρειαζόταν, αφού το προηγούμενο που έκανε, ήταν αυτό που της έκανε πριν από ένα χρόνο η θεία της γυναίκας μου στην ίδια μπανιέρα, όπως μας το ανάφερε η γιαγιά, δεδομένου ότι οι δικοί της άνθρωποι καθόλου δεν την πρόσεχαν.
Όταν μετά από αρκετή ώρα με κάλεσε η γυναίκα μου να την βοηθήσω, προκειμένου να βγάλει την γιαγιά από την μπανιέρα, τότε είδα τις ψείρες να κολυμπούν πάνω στο νερό και να σχηματίζουν εκεί ένα στρώμα περίπου ενός δαχτύλου σε πάχος, το οποίο μάλιστα κάλυπτε πέρα, πέρα και κατά μήκος όλη την μπανιέρα.
Τα ρούχα της βέβαια δεν ήταν δυνατόν να τα φορέσει ξανά, γι’ αυτό και της τα κάψαμε. Με έστειλε όμως η γιαγιά και με πολύ προσοχή πήγα εκεί που έμενε και της έφερα μια καθαρή αλλαξιά που κρατούσε κάτω από το μαξιλάρι της.
Κι αφού της πήγα την αλλαξιά της, την έντυσε η γυναίκα μου και στην συνέχεια την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της, σ’ αυτό δηλαδή που βρισκόταν στο ισόγειο μαγαζί τους και κάτω από το σπίτι τους, δίπλα από το οποίο μέναμε κι εμείς.
Την πήγε κρυφά εκεί βέβαια, για να μην την δει η νύφη της, γιατί έτσι και την έβλεπε να έρχεται πλυμένη από ξένο σπίτι, τότε θα άκουγε η γιαγιά τα εξ αμάξης, πράγμα άλλωστε που χωρείς κανένα λόγο καθημερινά της το έκανε.
Αυτό μόνον θυμήθηκα να σας αναφέρω έλεγα με αγονία στον πνευματικό μου εκείνη την στιγμή. Είναι όμως αρκετό αυτό, ώστε να σωθεί η γυναίκα μου από όσα κινδυνεύει; Αυτό όντως είναι καλό έλεγε εκείνος, πολύ ικανοποιημένος από την αναφορά μου. Κι εφόσον ένα καλό μας ζήτησε να του πούμε ο πατέρας Παϊσιος συμπλήρωσε, τότε σίγουρα θα ζήσει η γυναίκα σου.
Χαιρετηθήκαμε λοιπόν από τηλεφώνου και μετά από αυτήν την περίεργη στιχομυθία μας, ανέβηκα όπως έπρεπε στο νοσοκομείο να δω πως αντιμετώπιζε κι εκείνη την ημέρα η γυναίκα μου το πρόβλημά της, αφού ήταν η προτελευταία του κανόνα της. Όταν την είδα να είναι ήσυχη όμως και να μιλά με την μητέρα μου, υπέθεσα ότι όντως μπορεί και να είχε δίκαιο ο πατέρας Παϊσιος, για όσα ζήτησε να του αναφέρουμε.
Το μεσημέρι εκείνης της μέρας λοιπόν και λίγο πριν φύγω για το σπίτι, πέρασα και πάλι από το νοσοκομείο να δω τι έκανε η γυναίκα μου κι αφού την είδα να είναι καλύτερα και να μιλά ποιο καθαρά από τις άλλες μέρες, της ρώτησα να μου πει, αν ήθελε να μείνω από κείνη την ώρα μαζί της μέχρι και το πρωί, γιατί βαδίζαμε προς την επικίνδυνη γι’ αυτήν την δέκατη πέμπτη μέρα κι εγώ είχα μεγάλη αγωνία.
Μην ανησυχείς τόσο πολύ για μένα, έλεγε αυτή. Οι γιατροί είναι εδώ και με προσέχουν. Πήγαινε καλύτερα στα παιδιά, γιατί αυτά σε έχουν περισσότερο ανάγκη από εμένα κι όπως βλέπεις, σήμερα όντως είμαι πολύ καλύτερα από ότι τις άλλες μέρες. Γι αυτό λοιπόν, μην έρθεις να μείνεις εδώ το βράδυ, κοιμήσου καλύτερα στο σπίτι, ώστε να ξεκουραστείς κι εσύ λίγο.
Καλά θα δω της είπα κι έφυγα ευχαριστημένος από το νοσοκομείο με όσα έβλεπα, αν και το άγχος, όπως κι ο φόβος του τι κακό θα μπορούσε να μας προκαλέσει εκείνο το αγγείο, που για δεκατέσσερις μέρες πράγματι και δεν αιμορράγησε, καθόλου δεν με άφηνε να ξεθαρρέψω, αλλά και τίποτε δεν μας εγγυόταν, ότι θα συνέχιζε να κάνει το ίδιο και την επομένη.
Το απόγευμα όμως εκείνης της ημέρας, όπως καθημερινά το ζητούσα αυτό από τον εκάστοτε συγγενείς μας που έκανε την απογευματινή του βάρδια, μου έκανε η κουμπάρα μας το σχετικό τηλεφώνημα, προκειμένου να αναφέρει ότι όλα είχαν καλώς με την γυναίκα μου κι αφού ήταν ευχαριστημένη κι αυτή από το αποτέλεσμα, μου έλεγε και μετά όρκου μάλιστα, ότι ήταν τόσο καλά αυτή, που καθόλου δεν έπρεπε να ανησυχώ.
Κατά τις έντεκα το βράδυ όμως, επανέλαβε το τηλεφώνημα της και μου έλεγε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως από το νοσοκομείο, γιατί κάποια απρόβλεπτη υποχρέωση την ανάγκαζε ώστε να πάει στο σπίτι της κι επειδή έβλεπε την γυναίκα μου να είναι όντως πολύ καλά, προέτρεπε κι εμένα να μην την αντικαταστήσω εκείνο το βράδυ, αφού μάλλον της ήταν ανώφελο.
Η πεθερά μου πάλι, είχε πάει κι αυτή μαζί με την κουμπάρα της στο νοσοκομείο εκείνο το απόγευμα, αλλά επέστρεψε μόνη της στο σπίτι, εκεί κατά τις εννιά το βράδυ, προκειμένου να αναλάβει τα παιδιά. Κι αυτή λοιπόν με παρότρυνε, ώστε να μην πάω να μείνω στο νοσοκομείο εκείνο το βράδυ, γιατί όπως έλεγε κι αυτή, δεν υπήρχε κανένας λόγος, αφού η γυναίκα μου ήταν τελείως καλά.
Που μπορούσα να δεχθώ όμως εγώ κάτι τέτοιο, γι’ αυτό κι έφυγα για το νοσοκομείο τρέχοντας θα έλεγα με το αυτοκίνητό μου, μη τυχόν και της συνέβαινε κάτι ενώ εγώ βρισκόμουν ακόμη στους δρόμους.
Όταν μετά από λύγο και πολύ αγωνία έφτασα πλέον στο νοσοκομείο, διαπίστωσα ότι πράγματι και δεν υπήρχε κανένας λόγος να ανησυχώ. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που και η γυναίκα μου με μάλωσε κατά κάποιο τρόπο, για την υπέρμετρη αγωνία που διατηρούσα χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη αιτία.
Μιχάλης Αλταλίκης