Αναμονή Μέχρι Νεοτέρας Στο Ίδιο Νοσοκομείο

  Μετέφερα λοιπόν στους γιατρούς του νοσοκομείου Άγιος Παύλος, όσα μου παρουσίασε ως οδηγίες προς όλους μας ο νευροχειρούργος καθηγητής του Παπανικολάου κι αφορούσαν την χειρουργική επέμβαση της γυναίκας μου, από ρήξη αγγείου στον εγκέφαλό της, όπως τους μετέφερα και τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε αυτός, ότι δεν έπρεπε να της κάνει την επέμβαση εκείνη την ώρα, λόγω του ότι ήταν πλημυρισμένος ολοσχερώς ο εγκέφαλός της από αίματα.

Και την υπόσχεσή του να την χειρουργήσει ο ίδιος προσωπικά τους μετέφερα, όταν βέβαια θα έφευγαν τα αίματα από το κεφάλι της μετά από δεκαπέντε μέρες, μέσω της φαρμακευτικής αγωγής φυσικά, που αυτοί ως θεράποντες γιατροί έπρεπε να της δίνουν συνεχώς εκείνο το αναγκαίο χρονικό διάστημα, απαιτώντας βέβαια και την υποχρέωσή τους να τον ενημερώνουν καθημερινά για την εξέλιξη της εξάλειψης των αιμάτων που απαιτούσε αυτός ως προϋπόθεση, για την δική του χειρουργική επέμβαση.

Όλα τα μετέφερα λοιπόν στους γιατρούς του νοσοκομείο Άγιος Παύλος και με κάθε λεπτομέρεια μάλιστα το έκανα αυτό, μη τυχόν κι εξαιτίας κάποιας δικής μου αμέλειας, κινδύνευε η γυναίκα μου από κάτι ανεπανόρθωτο, αφού όπως μου το τόνισε ο κύριος καθηγητής, κινδύνευε ακόμη κι από την παραμικρή της κίνηση.

Όση ώρα όμως τους έλεγα εγώ αυτά που έπρεπε να ακούσουν ως οδηγίες του νευροχειρούργου καθηγητού, αυτοί με άκουγαν αμίλητοι μεν και με πολύ προσοχή ομολογουμένως, αλλά σαστισμένοι θα έλεγα, πράγμα που με παραξένεψε βέβαια, αλλά τίποτε το κακό δεν περνούσε από το μυαλό μου εκείνη την ώρα.

Κοιτιόταν και μεταξύ τους βέβαια οι γιατροί αμίλητοι, χωρίς να με προβληματίζει κι αυτό, μέχρι που κάτι προσπάθησε να μου πει μετά από λίγο η γιατρός που με έστειλε να βρω τον κύριο καθηγητή, η οποία αφού σηκώθηκε από την καρέκλα της και πήρε πάλι τον φάκελο με τις εξετάσεις του αξονικού από τα χέρια μου, έλεγε.

Ωραία. Άκουσες τι σου είπε ο κύριος καθηγητής; Από δω και μετά, να μη ρωτάς εμάς πλέον, τί θα γίνει με την γυναίκα σου. Να περιμένεις δηλαδή όπως σου είπε, μέχρι να περάσουν αυτές οι δεκαπέντε μέρες. Και καλό θα είναι, να απευθύνεσαι σ’ αυτόν πλέον για όποιον προβληματισμό σου παρουσιαστεί.

Μέχρι να περάσουν όμως αυτές οι δεκαπέντε μέρες, εμείς θα τον ενημερώνουμε καθημερινά για την κατάσταση της υγείας της γυναίκας σου αφού μας το ζήτησε κι εσύ να απευθύνεσαι σ’ αυτόν όπως σου είπα, για όποια ερωτήματα κι αν σε απασχολούν από εδώ και μετά.

Αυτά είπαμε εκεί με την γιατρό κι αφού συνεννοηθήκαμε όλοι για το τι έπρεπε να κάνουμε στο εξής, εγώ δεν είχα παρά να περιμένω, πότε θα περνούσαν εκείνες οι δεκαπέντε μέρες που μας προσδιόρισε ο καθηγητής ως απαραίτητες, προκειμένου να μπορέσουν τα φάρμακα να αφαιρέσουν τα αίματα από τον εγκέφαλο της γυναίκας μου, ώστε να μπορέσει κι αυτός να την χειρουργήσει.

Μαζί με αυτό βέβαια, είχα και τον νου μου στραμμένο προς το πως θα έκανα και την προσευχή μου ποιο ζωντανή στο εξής, ώστε να προκαλέσω και την εύνοια του Θεού που μας χρειαζόταν όπως μου είπε ο κύριος καθηγητής να κάνω, προκειμένου να μην αιμορραγήσει ξανά το σπασμένο αγγείο της και προπαντός, να μην επιτρέψει στην γυναίκα μου να κάνει κάποια απότομη κίνηση και προκαλέσει από μόνη της τον θάνατο της.

Όπως καταλαβαίνετε κι εσείς λοιπόν, αυτό που μου συνέβη εκείνο το διάστημα, όχι μόνον εύκολο δεν ήταν, αλλά και δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω μόνος μου. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που έκρινα επιβεβλημένη πια και την βοήθεια των πλησιέστερων συγγενών μας, οπότε, αρχίζοντας από την μητέρα μου, την έβαλα να βρίσκετε όλο το πρωινό δίπλα από την γυναίκα μου, με πρόγραμμα από της επτά το πρωί έως και τις πέντε το απόγευμα.

Την ανάγκη να βρίσκετε και κάποιος άλλος δίπλα της από της πέντε το απόγευμα έως και τις δώδεκα το βράδυ, την κάλυψα με την παρουσία των εναλλάξ τοποθετημένων συγγενών μας, οι οποίοι βέβαια πολύ ευχαρίστως δέχτηκαν να μας συμπαρασταθούν, δεδομένου ότι εργαζόμουν εγώ και δεν μπορούσα να βρίσκομαι συνεχώς δίπλα από την γυναίκα μου.

Εργαζόμουν βέβαια, αλλά και κατά την διάρκεια της εργασίας μου, αρκετές φορές τα πρωινά περνούσα από το νοσοκομείο, στην προσπάθειά μου να παρακολουθώ κι εγώ από κοντά την εξέλιξη της γυναίκας μου, αφού αυτό βρισκόταν μόλις εκατό μέτρων απόστασης από το γραφείο μου.

Οι συχνές επισκέψεις μου βέβαια, όσες κι αν ήταν, δεν ωφελούσαν ιατρικά την γυναίκα μου, αλλά σίγουρα βοηθούσαν στο να διατηρεί αυτή την ψυχολογική της κατάσταση ακμαία, αφού κι από αυτήν ζητούσαμε να κάνει πολλά υπομένοντας το πρόβλημά της.

Τα παιδιά μας πάλι, ήταν τρία τον αριθμό όπως σας είπα και πουθενά δεν μπορούσαν να μας βοηθήσουν, για τον λόγο ότι βρισκόταν ακόμη σε ευαίσθητες ηλικίες και μάλλον χρειαζόταν την παρουσία της μητέρας τους στην ζωή τους, δεδομένου ότι ο μεγαλύτερος εξ αυτών διήγε τότε την αρχή της εφηβείας του, ενώ οι δύο μικρότεροι από αυτόν, πήγαιναν ακόμη στο δημοτικό σχολείο.

Εφόσον λοιπόν είχαν ακόμη ανάγκη από την παρουσία της μητέρας τους, χωρίς αυτήν στην ζωή τους, ήταν σαν χαμένα εκείνο το διάστημα. Τους διέθετα βέβαια εγώ το απόγευμα την παρουσία μου, έτσι ώστε να καλύπτω κάπως την απουσία της, αλλά δεν κατάφερνα και πολλά πράγματα.

Τα βράδια ωστόσο, έβαλα την πεθερά μου να μένει μαζί τους, η οποία ενταγμένη κι αυτή στο όλο πρόγραμμα, μας μαγειρεύει κιόλας, αφού δεν είχαμε και σε ποιόν άλλον πλησιέστερο συγγενή θα μπορούσαμε να φορτώσουμε κι αυτήν την βιοτική μας ανάγκη.

Αφού λοιπόν προγραμμάτισα όλες της ημερήσιες ανάγκες μας με την συμμετοχή των συγγενών μας, για τον εαυτό μου κράτησα την νυχτερινή παρουσία μου δίπλα από την γυναίκα μου, γιατί από ότι μου είπε η γιατρός της κάποια στιγμή, αυτά τα αγγεία αιμορραγούν ξανά για κάποιο λόγο τα χαράματα κι επειδή ο κύριος καθηγητής μου είπε προ ημερών ότι αν γίνει κάτι τέτοιο, η γυναίκα μου θα πέθαινε ακαριαία, κράτησα την νυχτερινή βάρδια για τον εαυτό μου, ώστε να βρίσκομαι δίπλα της όλες τις νύχτες, δεδομένου ότι δεν ήθελα να την αφήσω να αντιμετωπίσει μόνη της αυτό το κακό πιθανόν ενδεχόμενο.

Έστω κι αν όλα ήταν προγραμματισμένα λοιπόν, έστω κι αν περνούσαν ελεγχόμενα οι μέρες, εγώ με τίποτε δεν μπορούσα να δεχθώ ότι έπρεπε να μένω άπραγος. Ανησυχούσα όπως καταλαβαίνετε και ανησυχούσα πολύ και για το αποτέλεσμα της αναμονής εκείνων των δεκαπέντε ημερών, ως αναγκαίο όριο της απομάκρυνσης των αιμάτων από τον εγκέφαλο της γυναίκας μου μέσω των φαρμάκων.

Έχοντας λοιπόν πολύ μεγάλη αγωνία, για όσα κινδυνεύαμε να πάθουμε περιμένοντας την λήξη αυτών των ημερών, στιγμή δεν άφηνα σε ησυχία τους θεράποντα γιατρούς του νοσοκομείου. Ενοχλημένοι κι αυτοί από την αθέτηση του λόγου που τους έδωσα, ότι δεν θα τους ενοχλούσα δηλαδή με ερωτήσεις που δεν αφορούσαν αυτούς, αλλά τον κύριο καθηγητή που την άφηνε να νοσηλεύεται στο νοσοκομείο τους, συνεχώς μου θύμιζαν τις οδηγίες του.

Και για να μην αφήσω ούτε στιγμή κι αυτόν ακόμη σε ησυχία για όσα μου υποσχέθηκε, όποιον γνωστό έβρισκα στον δρόμο μου, του ανέφερα την περίπτωση της γυναίκας μου, όπως και τις υποσχέσεις του βέβαια. Εξαιτίας αυτής της αναφοράς όμως, έμαθα πολλά τελικά και για τον κύριο καθηγητή, ο ποίος δεν ήταν μόνον γιατρός αλλά και πολιτικό πρόσωπο.

Αυτό όμως, ανάγκαζε τους γνωστούς μου να μου υπόσχονται, ότι κι αυτοί θα του μιλούσαν αφού τον γνώριζαν προσωπικά, αλλά και θα του ζητούσαν να κάνει για χάρη τους ότι ήταν δυνατόν, ώστε να βοηθηθεί η γυναίκα μου όπως κι εγώ φυσικά, που δεν πρόλαβα ακόμη να επανέρθω από την δική μου ταλαιπωρία εξαιτίας της χολής μου και βρέθηκα να παιδεύομαι από ένα τόσο επικίνδυνο περιστατικό που αντιμετώπιζε η γυναίκα μου.

Οι υποσχέσεις του κυρίου καθηγητού βέβαια ήταν τέτοιες προς τους κοινούς γνωστούς μας πλέον, που δεν άφηναν καμιά αμφιβολία, ότι όντως και θα έκανε αυτός τα πάντα για την συγκεκριμένη περίπτωση. Κι επειδή πολλοί από αυτούς προερχόταν από το ίδιο κομματικό χώρο του πολιτικού καθηγητού, απερίφραστα μου υποσχόταν, ότι εφόσον μου έδωσε αυτός τον λόγο του, βεβαίως και θα εγχείριζε την γυναίκα μου όταν θα το έκρινε εφικτό κι αν πάλι ξεχνούσε την υπόσχεσή του για κάποιο λόγο, τότε αυτοί θα πήγαιναν να του την θυμίσουν.

Ένας δε εξ αυτών των κοινών γνωστών μας δηλαδή, ήταν και πολύ κοντινός μου φίλος, ο οποίος συνέπεσε να είναι συγχρόνως και γείτονας με τον κύριο καθηγητή στο σπίτι που διατηρούσε αυτός στην Χαλκιδική.

Αυτή η γειτονία λοιπόν, έδινε στον κοινό μας φίλο το δικαίωμα να βλέπει συχνά τον κύριο καθηγητή, αφού έκαναν και παρέα μαζί, οπότε συχνά τον ρωτούσε αντί για μένα, τι επιτέλους θα έκανε με την γυναίκα μου.

Ότι έλεγε σε όλους τους άλλους λοιπόν αυτός, τα ίδια έλεγε υποσχόμενος και στον κοινό μας φίλο. Ότι μετά από την πάροδο των δεκαπέντε ημερών δηλαδή που μας οριοθέτησε, όντως θα έκανε την εγχειρίσει που μου υποσχέθηκε, διαμηνύοντας μάλιστα και σ’ εμένα μέσω αυτού, ότι για κανένα λόγο δεν έπρεπε να ανησυχώ.

Έτσι λοιπόν είχε το πράγμα κι έτσι πορευόμασταν όλοι μαζί προς την λήξη του βασανιστικού δεκαπενθημέρου. Κι αφού κοιμηθήκαμε όλοι και πρώτος εγώ μάλιστα, από τις υποσχέσεις του κυρίου καθηγητού, καθόλου δεν αμφιβάλλαμε ούτε για την ιατρική του, ούτε για την πολιτική του, αλλά ούτε και για την φιλική του φιλοτιμία, γι’ αυτό κι αφεθήκαμε στο να περιμένουμε να περάσει μεν ο χρόνος που μας έδωσε, αλλά και να φύγουν τα αίματα με τα φάρμακα, ώστε να κάνει επιτέλους αυτός την επέμβαση που υποσχέθηκε και μαζί με αυτήν, να γλιτώσει και η γυναίκα μου από όσα την απειλούσαν.

Για να μην αντιμετωπίζω όμως εντελώς μόνος τον κίνδυνο την γυναίκας μου να βρεθεί στον τόπο από στιγμή σε στιγμή, τον κίνδυνο των παιδιών μου να μην αναπτύσσονται σωστά χωρείς την μητέρα τους και τον κίνδυνο να βρεθεί η οικογένειά μου υπό διάλυση χωρείς την σύζυγο μου, μετέφερα καθημερινά σχεδόν κι από τηλεφώνου τους φόβους μου όπως και τους προβληματισμούς μου άλλωστε στον πνευματικό μου, αλλά και στον ηγούμενο της μονής που κατά διαστήματα επισκεπτόμουν στο Άγιο όρος.

Και τους έκανα αυτήν την ενημέρωση με κάθε λεπτομέρεια, για τον λόγο ότι απέβλεπα στο να με στηρίξουν αυτοί τουλάχιστον ψυχολογικά, μη τυχόν και κατέρρεα εγώ κάτω από την πίεση του άγχους που με κατείχε για το αποτέλεσμα της γυναίκας μου και τότε; Ποιός άλλος θα μπορούσε να μας γλυτώσει από όλα όσα και όλοι μαζί οικογενειακώς πια εμείς κινδυνεύαμε να πάθουμε;

Όπως ήταν κι αναμενόμενο όμως αυτό, κατανοώντας αυτοί τους δικούς μου προβληματισμούς, από την πρώτη κιόλας αναφορά που τους έκανα, αμέσως έπεσαν προσερχόμενοι υπέρ της υγεία της γυναικός μου και όχι μόνον αυτό έκαναν, γιατί ζήτησαν και από όλους όσους είχαν ανά την χώρα γνωστούς λαϊκούς και κληρικούς να κάνουν το ίδιο.

Έτσι λοιπόν και συλλογικά προσευχόμενοι, περιμέναμε όλοι μαζί να περάσουν εκείνες οι δεκαπέντε μέρες της διορίας που μας έδωσε ο κύριος καθηγητής, έως ότου έρθει η ώρα να αναλάβει κι αυτός το χρέος του, αλλά και να απαλλαγούμε εμείς από τον απειλούντα κι ανεπιθύμητο κίνδυνο.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες δηλαδή ζώντες στην συνέχεια, περνούσαν ομαλά οι μέρες θα λέγαμε, αφού η γυναίκα μου ήταν μεν κλινήρης και σε κατάσταση αναμονής για το αναπάντεχο, αλλά παρέμενε ολοζώντανη και μαζί μ’ εμάς, υπέμενε κι αυτή αδιαμαρτύρητα το βάρος του άγχους που όλοι μας είχαμε φορτωθεί.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *