Μερικά Από Τα Ευτράπελα Που Από Πουθενά Δεν Λείπουν

 Αφού από πουθενά δεν λείπουν τα ευτράπελα, ήταν ποτέ δυνατόν να έλειπαν από τους μοναχούς και την μεταξύ μας συνεργασία; Ήταν μικρά βέβαια αυτά και ποτέ δεν ξεπερνούσαν τα όρια της αστείας εξέλιξης, αφού ήταν αποτέλεσμα της απειρίας των μοναχών από τα κοσμικά πράγματα, όπως καλώς αυτοί τα ονομάζουν έτσι.

Πολλά βέβαια έχω να πω, τονίζοντας αυτό το θέμα αλλά θα σας πως μόνον μερικά, προκειμένου να κατανοήσετε την δική τους όπως και την δική μου συμπεριφορά. Ήταν εννιά το βράδυ λοιπόν μιας Κυριακής, όταν δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από έναν ηλικιωμένο μοναχό, ο οποίος έκανε χρέη μάγειρα για λίγο διάστημα στην Μονή μας κι όπως αποδείχτηκε από την κουβέντα του, ξέχασε να μπει εγκαίρως στην αποθήκη του, προκειμένου να δει τις ελλείψεις του.

Μόλις πληροφορήθηκε όμως, ότι θα έμπαινα το πρωί της Δευτέρας στο μοναστήρι, φορτωμένος όπως πάντα με πολλά τρόφιμα και μη, μου έλεγε πολύ απλά. Μια κι έρχεσαι αύριο το πρωί, δεν μας φέρνεις και λίγα σακιά πατάτες;

Ξέχασε δηλαδή να δει αν χρειαζόταν ή όχι πατάτες και θυμήθηκε να μου τις ζητήσει στις εννιά το βράδυ εκείνης της Κυριακής, θεωρώντας μάλιστα ότι ήταν πολύ φυσικό το αίτημα του.

Τι μπορούσα να του πω λοιπόν; Καλά βρε πάτερ του έλεγα. Ξέρεις τι ώρα είναι; Ξέρεις άραγε τι μέρα είναι σήμερα, ώστε τόσο απλά να μου ζητάς να σου φέρω πατάτες; Αφελέστατα όμως αυτός, πάλι πολύ απλά απαντούσε στο ερώτημά μου. Γιατί απορείς; Πολλές φορές είδα εγώ να κοιμούνται οι αγρότες στα φορτωμένα με πατάτες αυτοκίνητα τους. Αυτό περιμένουν κι αυτοί εκεί. Πότε δηλαδή θα τους ξυπνήσουν οι περαστικοί, ώστε να αγοράσουν τις πατάτες τους. Ξύπνησε λοιπόν κάποιον από αυτούς και ζήτησέ του να σου δώσει λίγα σακιά πατάτες. Πού βλέπεις λοιπόν την δυσκολία και δυσανασχετείς;

Εγώ βρε πάτερ ξεκινώ από το σπίτι μου στις δέκα το βράδυ, με σκοπό να φτάσω μετά από μισή ώρα έξω από την αποθήκη του Μόσχου, η οποία βρίσκεται μέσα σε ένα εργοστάσιο. Εκεί λοιπόν, ποτέ δεν ξέρω τι θα βρω, όπως δεν ξέρω και σε πια ποσότητα θα τα βρω, μα ψάρια είναι αυτά, μα άλλα διάφορα κι επίσης αναγκαία είναι.

Όταν αρχίζω να τα φορτώνω όλα αυτά, ποτέ δεν ξέρω πόση ώρα θα χρειαστώ και πάντοτε αφήνω πράγματα για την επόμενη φορά, αφού δεν τα χωράει όλα το αυτοκίνητο μου, όσο αναγκαία κι αν είναι. Έχω δε στην διάθεσή μου δύο ώρες να τα μεταφέρω όλα αυτά μέχρι την Ουρανούπολη και άλλες δυό ώρες να τα ξεφορτώσω, αλλά και να τα εξασφαλίσω μέσα στο καραβάκι.

Μου λες λοιπόν τώρα εσύ, ότι με περισσεύει αρκετός χρόνος, εντός του οποίου θα μπορούσα να βρω κοιμισμένους πιθανόν πατατοπαραγωγούς νυχτιάτικα, ώστε να τους ζητήσω τις πατάτες που εσύ ξέχασες να ζητήσεις έγκαιρα από τον επίτροπο. Κι αν πάλι κάνω αυτό που τόσο απλά μου ζητάς, πού νομίζεις ότι θα μπορούσα να τις βάλω;

Απαντώντας εκείνος, έλεγε με απορία. Μα τόσο δύσκολο είναι αυτό που σου ζητώ; Για άλλους όπως ξέρω, ποτέ δεν φέρνεις αντίρρηση. Ναι, βρε πάτερ. Αν και το δικό σου αίτημα ήταν προγραμματισμένο από τον επίτροπο, βεβαίως και δεν θα μπορούσα να σου φέρω αντίρρηση. Κι αν δεν σου έφερνα πέντε σακιά πατάτες, δύο από αυτά οπωσδήποτε θα είχες. Τώρα όμως, τίποτε δεν μπορώ να σου κάνω.

Ένας άλλος μοναχός πάλι, που κι αυτός έτυχε να αντικαταστήσει για λίγο καιρό τον τακτικό μάγειρα της χρονιάς που αναφέρομαι, μου ζήτησε να τον προμηθεύσω εξήντα κιλά ρύζι. Εμπρόθεσμα βέβαια έκανε το αίτημά του κι όπως έπρεπε, με την έγκριση του επιτρόπου το έκανε. Μου εξηγούσε λοιπόν αυτός, ότι του έλειπε το ρύζι κι ότι το χρειαζόταν οπωσδήποτε.

Πάτερ; Του έλεγα κι εγώ πολύ απλά. Πριν από δύο εβδομάδες σας έφερα τρία τριαντάκιλα σακιά ρύζι. Όταν τα παρέλαβε ο μάγειρας, πρόσεξα ότι στο βαρέλι που έχει πρόχειρα τοποθετημένο κάτω από τον πάγκο του για γρήγορες επεμβάσεις, υπήρχαν τουλάχιστο άλλα σαράντα κιλά στο εσωτερικό του.

Δεν μπορεί λοιπόν να ξοδέψατε όλο αυτό το ρύζι, ώστε να μου ζητάς να σου φέρω άλλα εξήντα κιλά. Αν δεν σου κάνει κόπο, πήγαινε στην αποθήκη του μάγειρα όπως έκανα κι εγώ, και θα δεις ότι εκεί πράγματι υπάρχουν τα τρία σακιά ρύζι, αλλά και στο βαρέλι του θα βρεις το ρύζι που χρειάζεσαι.

Πειραγμένος αυτός από την παρέμβαση που του έκανα, μου έλεγε κάπως  αυστηρά. Άκουσε να σου πω. Δεν θα μας κάνεις εσύ κουμάντο, για το πόσο ρύζι θα φάμε. Όσο ρύζι κι αν είδες εσύ να υπάρχει στο μαγειρείο, μας τελείωσε. Γι αυτό λοιπόν, φέρε μας το ρύζι που σου ζητάμε και μην παρεμβαίνεις στα δικά μας πράγματα. Και να ξέρεις μάλιστα, ότι δεν είναι και πολύ σωστό αυτό που κάνεις.

Η δική σου δουλειά που την κάνεις καλά, είναι να φέρνεις αυτά που σου ζητάμε κι όχι να ανακατεύεσαι στο πόσο από αυτά ξοδεύουμε. Φέρε λοιπόν εσύ το ρύζι και άφησε σ’ εμάς το δικαίωμα να εκτιμούμε τις ανάγκες μας. Διακόσια άτομα έχουμε καθημερινά στο τραπέζι. Είναι δυνατόν να μας φτάσουν τα εκατό κιλά ρύζι;

Και χίλιοι άτομα να είστε πάτερ στο τραπέζι, του έλεγα ευθαρσώς κι εγώ, το ρύζι είναι πολύ κι όπως σου είπα, θα το βρεις να είναι άθικτο στην αποθήκη του μάγειρα, αν βέβαια δεν σου κάνει κόπο να το ψάξεις. Αφού επιμένεις όμως, εγώ θα περιοριστώ στα δικά μου καθήκοντα και θα σου φέρω το ρύζι που ζητάς. Κοίτα όμως μη σκοτωθείς μπαίνοντας στην αποθήκη του, γιατί δεν έχει φώτα εκεί μέσα.

Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που δεν βλέπει αυτός ότι υπάρχουν πατάτες στην αποθήκη του, γι’ αυτό και συνεχώς ζητά να του φέρνω κι άλλες. Ψάχνοντας λοιπόν να βρω τον λόγο που ο μάγειρας καταναλώνει τόσες πολλές πατάτες, βρήκα την αιτία που αυτές σαπίζουν παραμελημένες και ξαπλωμένες στο υγρό τσιμέντο.

Εκεί λοιπόν είδα να υπάρχουν και τα τρία σακιά ρύζι που σου είπα κι αν δεν πας να τα πάρεις σύντομα, βλέπω να πετάς και το ρύζι σαν της σάπιες πατάτες στην θάλασσα, ως ακατάλληλο προς βρώσιν.

Τελείωσε η κουβέντα μας βέβαια, αλλά μετά από λίγο, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον πνευματικό μου, ο οποίος ούτε λίγο, ούτε πολύ, με μάλωνε. Τι είναι αυτά που κάνεις; Ξεπέρασες έστω και για πρώτη φορά τα όρια σου. Μου παραπονέθηκε ο μάγειρας, ότι χωρίς να έχεις αυτό το δικαίωμα, παρεμβαίνεις στις δικές του εκτιμήσεις.

Κατάπια εγώ εκείνο το μάλωμα και δεν είπα τίποτε στον πνευματικό μου προκειμένου να φανεί το λάθος του μάγειρα, ο οποίος επέμενε χωρίς να έχει ψάξει, αυτά που από απλή παρατηρητικότητα μπόρεσα να δω εγώ.

Είπε ότι είπε ο πνευματικός μου όπως κι ο αντικαταστάτης του μάγειρα, αλλά προς τιμήν του, έκανε τον κόπο εκ των υστέρων και μπήκε στην αποθήκη του, όπου και πράγματι εντόπισε όπως του είπα όχι μόνο το ρύζι, αλλά και τις σάπιες πατάτες που τις πατούσε για να μπει στα ενδότερα της αποθήκης του.

Αφού τα βρήκε όλα όμως κι έτσι όπως ακριβώς του το είπα, με κάλεσε ξανά στο τηλέφωνο και ζητώντας συγνώμη ρωτούσε να του πω στην συνέχεια, πως ήξερα εγώ περισσότερα από αυτόν και προπαντός πως ήξερα τι και πόσα τους προμήθευσα πριν από καιρό, όταν αυτά που έβλεπε να κατεβαίνουν από το καραβάκι στην Μονή μας, ήταν όντως πάρα πολλά εφόδια.

Με ευχαρίστησε ωστόσο στο τέλος, γιατί, αν και δεν είχα τέτοια υποχρέωση, όχι μόνον ήξερα καλύτερα από αυτούς τι είχαν στους χώρους τους, αλλά και για την πρόθεση που είχα να προστατεύω τα συμφέροντα της Μονής μας με ευχαριστούσε.

Μετά από κείνο το επεισόδιο κι αφού ανέλαβε πια τα καθήκοντα του ο τακτικός μάγειρας, άκουσε τις συμβουλές μου κι έκανε την αποθήκη του έτσι όπως του υπέδειξα. Από τότε και μετά όμως, όχι μόνο μπορούσε να βλέπει πεντακάθαρα όλα τα τρόφιμα που διατηρούσε αποθηκευμένα στην αποθήκη του, αλλά κι αυτή του επέτρεπε πλέον να την επισκέπτεται ως όντως αποθήκη.

Αφού λοιπόν ασβέστωσε και καθάρισε καλά την αποθήκη του, έβαλε σ’ αυτήν τον ανάλογο φωτισμό, έκανε ντουλάπια και μεγάλους εφοριαμούς για τρόφιμα και στο εξής, ήταν εφικτός ο έλεγχος πλέον, όχι μόνο από τον εκάστοτε μάγειρα, αλλά κι από τον καθένα που θα ήθελε να δει, τι έχει ο μάγειρας αποθηκευμένα μέσα στην αποθήκη του.

Εργαζόμουν όπως καταλαβαίνετε σε ένα χώρο που δεν ήταν επιχείρηση κι όπως ήταν φυσικό κι αυτό, δεν είχα για εργοδότη μου έναν έμπειρο επιχειρηματία να συναλλαγώ, αλλά πολλούς και άπειρους μοναχούς.

Θα έπρεπε να είμαι πολύ ευχαριστημένος από αυτό, αφού δεν θα είχα να κάνω και πολλά, δεδομένου ότι οι εργοδότες μου δεν ήξεραν τι ακριβώς έπρεπε να μου ζητήσουν. Θα μπορούσα ακόμη και να προσφέρω τόσο έργο, όση ήταν και η αμοιβή που μου έδιναν, όπως και να προσφέρω εργαζόμενος τόσα, όσα οι εργοδότες μου ζητούσαν, κάνοντας τον ανήξερο για τις ανάγκες που έβλεπα ότι είχαν, ώστε να μην έχω και πολλές ευθύνες.

Δεν μπορούσα όμως να κάνω κάτι τέτοιο, γι’ αυτό κι εργαζόμουν όντως σύσσωμος και με όλα όσα διέθετα ως εργαζόμενος. Τις γνώσεις μου δηλαδή, την πείρα μου, το δυναμικό μου, όπως και την ιδιοσυγκρασία μου βέβαια, έστω κι αν οι εργοδότες μου, δεν μπορούσαν να διαχειριστούν προς το συμφέρον τους και τα υπόλοιπα που θα μπορούσα να τους προσφέρω.

Αναγνωρίζοντας τους κόπους μου τουλάχιστον ο Γέροντάς μας, πολλές φορές με ευχαριστούσε κατ’ ιδίαν όταν τους επισκεπτόμουν, αλλά κι όλο έλεγε, δικαιολογώντας την δική τους οικονομική συμπεριφορά. Ασφαλώς και βλέπουμε Μιχάλη όλα όσα κάνεις για μάς και την μονή μας, αλλά όπως σου είπα από την αρχή, αδυνατούμε να ανταποκριθούμε κι εμείς αναλόγως οικονομικά προς τους κόπους σου. Μοναστήρι ήμαστε κι όπως καταλαβαίνεις, δεν έχουμε ικανά οικονομικά περιθώρια, ώστε να κάνουμε κι εμείς επαρκώς τα αυτονόητα.

Δεν πειράζει Γέροντα του απαντούσα. Δεν βρέθηκα ως εργαζόμενος εδώ, προκειμένου να αποκτήσω χρήματα. Είμαι ευχαριστημένος εγώ και μόνον γιατί έχω τώρα μια δουλειά, την οποία τόσο έψαχνα για τρία ολόκληρα χρόνια και πουθενά δεν την έβρισκα.

Σας βεβαιώνω μάλιστα, ότι όποιο κι αν είναι το εισόδημα που αποκομίζω από την μεταξύ μας συνεργασία, είναι όντως πάρα πολύ, αφού μέχρι τώρα δεν είχα να παρουσιάσω τίποτε σχετικό στην οικογένειά μου.

Είναι δε και η γυναίκα μου ευχαριστημένη από την προς εμάς συμπεριφορά σας, αφού δεν θέλει να πάω σε άλλη δουλειά όπως συνεχώς μου το λέει, αν τυχών την βρω κάπου αλλού δηλαδή, έστω κι αν εκεί μου δίνουν πολλαπλάσιο μισθό από τον δικό σας, αναγνωρίζοντας κι αυτή την έμπρακτη αγάπη σας, αυτήν που βλέπει να φτάνει από το χέρι σας στο δικό της σπίτι.

Προβληματισμένος ο Γέροντας από την τοποθέτηση της γυναίκας μου, έλεγε με κατανόηση. Μα δεν είναι άξια λόγου αυτά βρε παιδί μου και δεν πρέπει να τα υπολογίζει η γυναίκα σου. Τα υπολογίζει Γέροντα του έλεγα, γιατί κι αυτά που ευχαρίστως εσείς μας δίνετε, μα λαχανικά είναι, μα τρόφιμα είναι, ως χρήματα τα δέχεται, αφού όλα τα αγοράζουμε.

Να μην τα υπολογίζει έλεγε ο Γέροντας κι όταν ερχόταν η ώρα να φύγω από την Μονή μας, προκειμένου να επιστρέψω στο σπίτι μου, έδινε αμέσως εντολή στον μάγειρα να μου βάλει στο αυτοκίνητο, όσα θεωρούσε αυτός ότι θα μας ήταν χρήσιμα, είτε ήταν λαχανικά αυτά από τον κήπο τους, είτε διάφορες προμήθειες ήταν από την δική τους αποθήκη.

Αναγνωρίζοντας λοιπόν κι εγώ την δική του αγάπη, δεν ήταν δυνατόν να έκανα σκόντο στην δική μου προσφορά ως εργαζόμενος, έστω κι αν ήμουν στην διάθεση τους, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο όπως σας είπα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *