Διανύαμε το 1997 όπως σας είπα και όλοι οι μοναχοί της Μονής μας, είχαν αναλάβει από ένα, ή δύο, έως και τρία διακονήματα ο καθένας να υπηρετήσει και όλοι τους με πολύ καλή διάθεση ομολογούμενος, αλλά και με σθένος προσπαθούσαν να ανταπεξέλθουν τις υποχρεώσεις τους.
Ένας από αυτούς μάλιστα, είχε επιφορτιστεί εσαεί όπως έβλεπα και ήξερα, τις αυξημένες αρμοδιότητές του ως προσωπικό του διακόνημα και λόγω αυτών, μονίμως διατηρούσε την ίδια θέση, τις ίδιες υπηρεσίες, όπως και τις ίδιες αρμοδιότητες.
Αυτός όμως, ως ιδιόμορφος χαρακτήρας ανθρώπου, πολλά εμπόδια μου προκαλούσε ευθύς αμέσως αφ’ ότου ανέλαβα κι εγώ διακόνημα στην ίδια Μονή που από κοινού πια εγώ κι αυτός υπηρετούσαμε, εξαιτίας της ιδιότροπης συμπεριφοράς που μου παρουσίαζε.
Αυτήν μελετώντας κάθε τόσο, υποχρεώθηκα να σπουδάζω κι εγώ ανάμεσα στους μοναχούς ευρισκόμενος, πως αντιμετωπίζουν την τόσο ιδιαίτερη ζωή τους, όπως και πως αντιμετωπίζουν εμάς τους απλούς ανθρώπους, όταν συμβαίνει να βρισκόμαστε όπως κι εγώ κοντά τους και σε κάποιον τομέα συνεργάτες τους.
Σε κάθε περίπτωση βέβαια, δύσκολα γίνεται η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων και πολλοί είναι οι λόγοι που προκαλούν αυτήν την δυσκολία. Επειδή όμως όλοι κατανοούμε τα οφέλη που προκύπτουν από μια καλή, όπως κι από μια εποικοδομητική συνεργασία, όλοι κάνουμε προσπάθειες ώστε να απαλλαγούμε από τους λόγους εκείνους που μας εμποδίζουν να πετύχουμε τον σκοπό μας.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους λόγους είναι κι ο εγωισμός βέβαια, ο οποίος είναι κι ο μεγαλύτερος, όπως κι ο σπουδαιότερος λόγος που μας εμποδίζει να φτάσουμε σ’ αυτό το σκεπτικό, όπως και σ’ αυτό το αποτέλεσμα κι επειδή αυτός είναι οντότητα, όχι μόνον δεν θέλει, αλλά και μας εμποδίζει για τους δικούς του λόγους να κάνουμε πράξη αυτήν την τόσο ευεργετική για όλους μας κίνηση.
Αν μπορούσε δε, ούτε και θα μας επέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο, γιατί εμάς ιδικά τους ανθρώπους μας θέλει διαιρεμένους, προκειμένου να μας διαλύσει εύκολα κι έναν, έναν χωριστά. Το ίδιο κάνουν άλλωστε και όλοι αυτοί που κρύβονται πίσω του κι από αυτόν υποκινούνται, στην προσπάθειά τους να μαζικοποιήσουν όλους τους λαούς της γης.
Τους ορθοδόξους μοναχούς ιδικά, θέλει να τους ξεπαστρέψει εντελώς, γι’ αυτό και δεν τους πειράζει απλώς και μόνον όπως κάνει μ’ εμάς, αλλά τους τσαλαπατάει διανοητικά και ψυχολογικά, με αποτέλεσμα να γίνεται πολύ δύσκολη η ζωή τους.
Πόλεμο θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτό το τσαλαπάτημα κι όντως τέτοιος είναι, όπως κι αόρατος είναι για μας τους απλούς ανθρώπους και για να τον κατανοήσουμε κάπως κι εμείς, μπορούμε να τον παρομοιάσουμε με αυτόν που εκδηλώνεται στα χαρακώματα και στην πρώτη γραμμή της μάχης.
Όποιος βρίσκεται εκεί όμως, δεν έχει χρόνο και καιρό μπροστά του, ώστε να συμπεριφέρεται με συμπάθεια προς τον ταχυδρόμο που του φέρνει ένα γράμμα, ή προς αυτόν που του φέρνει κάτι να φάει, γιατί το μυαλό του, όπως και η ψυχοσύνθεσή του, βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση και κατ’ επέκταση πολύ αναστατωμένα.
Και σ’ εμάς το ίδιο περίπου γίνεται θα μου πείτε, αλλά σίγουρα δεν είναι το ίδιο, ούτε σε κλίμακα, ούτε και σε ένταση, γιατί εμάς μας έχει του χεριού του ο εγωισμός κι όποια στιγμή θέλει μας κάνει ότι θέλει. Τους μοναχούς όμως τους πολεμά με σφοδρότητα στην προσπάθειά του να τους ξεπαστρέψει, γιατί τον εμποδίζουν να κάνει την δουλειά του. Κατά συνέπια, βεβαίως και δεν μιλάμε για το ίδιο πράγμα, έστω κι αν είναι κοινός ο εχθρός.
Για να κατανοήσουμε δε καλύτερα αυτήν την διαφορά, θα πρέπει να δούμε τον εαυτό μας στην σωστή του θέση κι όχι εκεί όπου εμείς νομίζουμε, γιατί αν και βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά, εμείς παραμένουμε πίσω από τους μοναχούς, την στιγμή που ο εχθρός όλων μας βρίσκεται γερά οπλισμένος μπροστά τους και τους μάχεται μέσα στο ίδιο στενό χαράκωμα σώμα με σώμα.
Για την ακρίβεια λοιπόν, τίποτε δεν ξέρουμε για το πώς βιώνουν οι ορθόδοξοι μοναχοί, όπως και τίποτα δεν μπορούν να καταλάβουν αυτοί από την δική μας ζωή, αφού δεν την ζουν. Όσα ξέρουν αυτοί δηλαδή για μας, τα ξέρουν από τις αφηγήσεις που εμείς τους κάνουμε κι όχι από την προσωπική τους εμπειρία.
Σαν να λέμε δηλαδή, ότι μιλούμε τελείως διαφορετική γλώσσα εμείς κι αυτοί, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να γίνουμε κατανοητοί, ούτε εμείς από αυτούς, ούτε αυτοί από εμάς, εξαιτίας της δικής μας και της δικής τους διαφορετικής πραγματικότητας.
Κι όταν πάλι νομίσουμε εμείς, ότι κάτι πάει να γίνει μεταξύ μας για το συγκεκριμένο θέμα, κανένα γνωστό αποτέλεσμα δεν μας προκύπτει, γιατί τόσο εμείς, όσο κι αυτοί, επεξεργαζόμαστε στοιχεία που προέρχονται από δυό διαφορετικούς στόχους. Εμείς για παράδειγμα θέλουμε μόνον να περάσουμε καλά στην ζωή μας, ενώ αυτοί μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις, για το πώς θα μείνουν αυτοί κι εμείς ζωντανοί διά παντός στην όντως ζωή.
Εκτός αυτού, εμείς ξέρουμε ότι η κακή μας συμπεριφορά, κάνει κακό στους γύρω μας, όπως κι αν εμείς την βαφτίζουμε προκειμένου να την κρύψουμε κι από τον ίδιο μας τον εαυτό ακόμη, όπως ξέρουμε κι ότι μάλλον πρέπει να την αποφύγουμε όταν την εντοπίζουμε, προκειμένου να φέρουμε θετικό αποτέλεσμα στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους.
Για τούς μοναχούς όμως δεν είναι το ίδιο. Με δυό ρήματα μόνον, το αναπαύομαι και το ευλόγησον, μπορούν να καλύψουν τα πάντα. Αρκεί να ειπωθεί ένα ευλόγησον δηλαδή και μόνον μεταξύ τους και να λυθεί αμέσως και η ποιο βαθιά παρεξήγηση.
Αν πει πάλι κάποιος στον διπλανό του με ανάπαυσες αδερφέ μου, κανένα κακό δεν μπορεί να σταθεί ανάμεσά τους. Εμείς όμως, ούτε αυτά τα ρήματα κατανοούμε, αλλά ούτε και να τα χρησιμοποιήσουμε μπορούμε στην καθημερινότητα μας.
Όλα αυτά βέβαια πολύ αργότερα τα κατάλαβα κι εγώ κι αυτό πάλι εν μέρει θα έλεγα, δεδομένου ότι δεν ζω ως μοναχός, όσο κι αν βρίσκομαι τόσο πολύ κοντά τους. Μέχρι να φτάσω όμως σ’ αυτό το αποτέλεσμα, πολλά τράβηξα από τον εν λόγο μοναχό εξαιτίας της συμπεριφοράς του, όπως κι εξαιτίας της δικής μου κοσμικής λογικής όπως την αποκαλούν οι μοναχοί.
Τον συγκεκριμένο μοναχό λοιπόν, μια και σ’ αυτόν αναφέρομαι κι εξαιτίας της ιδιοτροπίας του σπούδαζα τα παραπάνω, τον γνώριζα πολύ καλά και πάνω από μια δεκαετία θα έλεγα, δεδομένου ότι ερχόταν πολύ συχνά στην πόλη μας, προκειμένου να διευθετήσει υπηρεσιακά και μη θέματα που απασχολούσαν την Μονή μας και τις κρατικές υπηρεσίες.
Για να κάνει εύκολα κι αυτός τις δουλειές του όμως, δεδομένου ότι έπρεπε να μετακινείτε με αυτοκίνητο από υπηρεσία σε υπηρεσία, από τότε με καλούσε να τον μεταφέρω με το αυτοκίνητό μου όπου κι αν ήθελε εφόσον είχα χρόνο, αφού με την θέλησή μου του έδωσα αυτό το δικαίωμα.
Ευχαρίστως δηλαδή συνεργούσα στα προβλήματά του όποτε μπορούσα κι όπως καταλαβαίνετε, έβρισκα χρόνο να εξετάζω μαζί του και πολλούς λογισμούς που μου απασχολούσαν, δεδομένου ότι ήταν και πνευματικός.
Εγώ βέβαια είχα πνευματικό όπως σας είπα και για κανένα λόγο δεν ήθελα να τον αντικαταστήσω με κάποιον άλλον, όποιος κι αν ήταν. Αυτό όμως δεν μου απαγόρευε να εξετάσω και μαζί του κάτι αφού δεν μου ήταν εύκολο να τα κουβεντιάσω με τον δικό μου πνευματικό, οπότε, όποτε τον συναντούσα για τους δικούς του λόγους, εύκολα μιλούσα και μαζί του.
Μιλώντας συχνά μαζί του όμως, απέκτησα και την ανάλογη μεταξύ μας οικειότητα, μέσω της οποίας επιτρεπόταν και σ’ εμένα να του κάνω κάποιες εύλογες και καλοπροαίρετες παρατηρήσεις ως έμπειρος σε κάποια διοικητικά θέματα που έβλεπα να τον επηρεάζουν.
Βλέποντάς τον να κουράζετε δηλαδή, απασχολούμενος με τα ίδια και τα ίδια θέματα, τα οποία και πολλά ήταν και γνώσεις ήθελαν για την επίλυσή τους, αλλά και κόπο απαιτούσαν, πολύ συχνά του έλεγα με το ανάλογο θάρρος.
Μα γιατί τα κάνεις όλα μόνος σου; Και γιατί δεν μοιράζεις και σε άλλους μοναχούς κάποιες από τις δικές σου αρμοδιότητες; Αφού όπως πολύ καλά γνωρίζω, πολλοί από τους μοναχούς της μονής σας διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις, αλλά και διάθεση έχουν να σε ελαφρώσουν όπως τους ακούω να μου λένε, όταν τους κάνω ανάλογες ερωτήσεις.
Χαμογελώντας αυτός για τις παρεμβάσεις μου, συνεχώς το ίδιο μου έλεγε πολύ δογματικά. Δεν είναι όλα για όλους. Βεβαίως και δεν είναι του έλεγα, αλλά με την έμπειρη δική σου επιτήρηση κι ο ποιο αδαής, καλός θα γίνει. Το ίδιο άλλωστε κάνουμε κι εμείς στην εταιρεία που εργάζομαι.
Όποιος δεν ξέρει πώς να κάνει την δουλειά του καλύτερα, αλλά κι αποδοτικότερα για όλους μας, του υποδεικνύουμε εμείς οι έμπειροι τον τρόπο να το κάνει, ώστε να αποδώσει τα δέοντα. Αν αυτός κάνει καλά πλέον την δουλειά του, πολλά κακά προλαβαίνουμε, όπως και πολλά καλά προσθέτουμε στην εταιρεία μας.
Το σημαντικότερο όμως που καταφέρνουμε, είναι να μένουμε ελεύθεροι εμείς οι έμπειροι, προκειμένου να ασχοληθούμε με την επιτήρηση άλλων ευπαθών θέσεων, όπως και με την επίλυση άλλων δυσκολιών που ενδεχομένως πλήξουν επιζήμια την καθημερινότητάς μας.
Αυτά λοιπόν του έλεγα τότε, αλλά και τα ίδια περίπου του έλεγα και την περίοδο που αναφέρομαι και υπηρετούσα πλέον τις ανάγκες της Μονής μας. Μη με πιέζεις να τρέχω και πίσω από τις δικές σου υποχρεώσεις πάτερ, γιατί δεν έχω πλέον αρκετό χρόνο στην διάθεσή μου, ώστε να κάνω τις αγορές που μου αναθέτουν οι επίτροποι, αλλά και να μεταφέρω εσένα όπου ασφαλώς και γνωρίζω ότι το χρειάζεσαι.
Δώσε επιτέλους και σε άλλους μερικές από τις αρμοδιότητές σου ώστε κι εσύ να ελευθερωθείς, αλλά και την βοήθειά τους να τύχεις. Δεν ξέρω για ποιο λόγο σου επιτρέπει ο Γέροντάς μας να κάνεις τόσα πολλά και συνεχώς τα ίδια. Απορώ μάλιστα μαζί σου, πώς και δεν κατάλαβες ακόμη, ότι αυτό που κάνεις είναι για όλους επιζήμιο.
Θα χρειαστεί να αποχωρήσεις κάποια στιγμή από την θέση σου και κανείς άλλος εκτός από εσένα, δεν θα ξέρει πως κι από πού να συνεχίσει. Κατάλαβε επιτέλους τον σημαντικό ρόλο του διευθυντού σε μια επιχείρηση, ο οποίος, αν ξέρει τι κάνει, βεβαίως κι οδηγεί την επιχείρηση που διοικεί σε επιτυχία.
Αν δε και δεν ξέρει τι κάνει και παίζει απλώς και μόνον το κομπολόι του, θα καταστρέψει τα πάντα. Παίζοντας το κομπολόι του για παράδειγμα ο δικός μας διευθυντής, έστειλε την δική μας εταιρεία στο πουθενά, μετά από χίλια τριακόσια χρόνια επιτυχών δραστηριοτήτων.
Εφόσον σου επιτρέπει λοιπόν ο Γέροντας την διοίκηση της Μονής μας, μείνε ως διοικητής σ’ αυτήν και οδήγησέ την Μονή με επιτυχία αν μπορείς και μην επιφορτίζεσαι με πολλές επιμέρους υπηρεσίες, γιατί με αυτόν τον τρόπο, τίποτε καλό δεν θα της προσφέρεις.
Άκουγε μεν αυτός τις υποδείξεις μου, αλλά και πάλι κατά την συνήθειά του έλεγε δογματικά. Δεν είμαστε επιχείρηση εμείς. Είμαστε μοναστήρι και σαν μοναστήρι πορευόμαστε. Κατάλαβες;
Καταλάβαινα βέβαια, αλλά κι απορούσα με την νοοτροπία του να επιμένει στην συγκέντρωση πολλών αρμοδιοτήτων στην πλάτη του, την στιγμή που έμεναν άπραγοι αξιόλογοι μοναχοί και ποιο κατηρτισμένοι μάλιστα από αυτόν.
Προτιμούσε δηλαδή να διαχειρίζεται κατά το δοκούν τα πάντα όπως έβλεπα, όπως ήθελε κι όπως αυτός νόμιζε ότι έπρεπε, παρά να παραχωρήσει μερικές τουλάχιστον από τις αρμοδιότητές του σε μοναχούς με ποιο εξειδικευμένες γνώσεις από τον ίδιο.
Ωστόσο όμως, με πολύ υπομονή, όπως και με αρκετή κατανόηση τον εξυπηρετούσα, όπου κι όποτε αυτός το χρειαζόταν, αναγνωρίζοντας τον κόπο των υποχρεώσεών του, αν και μονίμως ήμουν καταπιεσμένος από την παράλογη, εγωιστική και δύστροπη συμπεριφορά του, αφού μονίμως με ήθελε υποταγμένο στο θέλημά του.
Μιχάλης Αλταλίκης