Τις επόμενες μέρες όμως, χιόνισε πολύ και στο Άγιο Όρος, οπότε, βλέποντας τα χιόνια ο Γέροντας μας, δεν μου επέτρεπε να κάνω άλλα δρομολόγια προς την Ουρανούπολη. Θα φάμε ότι έχουμε έλεγε κι όταν με το καλό λιώσουν τα χιόνια, τότε συνεχίζεις κανονικά.
Φοβόταν μη πάθω κάτι κακό καθ’ οδόν κι αυτό θέλοντας να προλάβει, μου έλεγε και κάτι ακόμη μαζί με τα παραπάνω προκειμένου να με προστατεύσει. Όπως μου είπε κάποιος, σε βλέπει να κοιμάσαι στον δρόμο, ή στην προκυμαία της Ουρανούπολης κι αυτό πολύ τον ανησυχεί. Για την δική σου προστασία λοιπόν, θα σε παρακαλούσα κι εγώ, να μην το ξανακάνεις αυτό, γιατί είναι πολύ επικίνδυνο πια στην εποχή που ζούμε.
Έτσι που το λέτε είναι Γέροντα του έλεγα, αλλά πέστε μου σας παρακαλώ, πώς να δώσω λύση στο πρόβλημά μου κι εγώ θα ακούσω την συμβουλή σας. Όπως σας είπα κι άλλες φορές, εκτός από αυτά που εγώ αγοράζω για την τροφοδοσία σας, έχω να αντιμετωπίσω κι αυτά που συγκεντρώνει στον χώρο του ο κύριος Μόσχος.
Αυτά δε, ποτέ δεν ξέρω τι και πόσα είναι. Όταν μου λέει ο επίτροπος να κάνω το δρομολόγιο μου, τότε τα βλέπω. Και τα βλέπω μάλιστα την ώρα που πηγαίνω να τα φορτώσω στο αυτοκίνητό μου. Αυτά όμως, ποτέ δεν είναι μέσα σε κιβώτια που ευκόλως φορτώνονται.
Είναι νωπά και κατεψυγμένα πενηντάκιλα και πλέον ψάρια, τα οποία είναι γυμνά και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να πιαστούν από κάπου. Για να τα βάλω στο αυτοκίνητο μου λοιπόν, τα τυλίγω με χοντρό χαρτί πρώτα και μετά τα δένω με σχοινιά ώστε να μπορέσω να τα σηκώσω εύκολα.
Αυτή η διαδικασία και μόνον, δεν μπορεί να υπολογιστεί χρονικά. Άλλοτε με παίρνει μία ώρα, άλλοτε παραπάνω. Για να είμαι έγκαιρα στον προορισμό μου όμως, ξεκινώ από τις δέκα το βράδυ να φορτώνω το αυτοκίνητο με τα υπόλοιπα και τελευταία βάζω μέσα τα ψάρια.
Αν τελειώσω την διαδικασία της φόρτωσης στις δώδεκα, βρίσκομαι στις δύο στην Ουρανούπολη. Για να ξεφορτώσω δε ασφαλώς και σε ασφαλές μέρος μέσα στο καραβάκι αυτά που σας μεταφέρω, χρειάζομαι δύο ώρες, αν βέβαια είμαι εντελώς μόνος εκεί. Αν όμως βρίσκεται και άλλος μαζί μ’ εμένα εκεί και κάνει κι αυτός το ίδιο, τότε μακραίνει ο χρόνος ανάλογα. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που κι ο καπετάνιος με μαλώνει όταν έρχεται, γιατί καθυστερώ το δικό του δρομολόγιο μέχρι να τελειώσω, αφού αυτά που του αφήνω δεν είναι καθόλου λίγα.
Αν τελειώσω την εκφόρτωση στις τέσσερεις, τότε κάνω στην άκρη και κουρασμένος κι άυπνος καθώς είμαι, κοιμάμαι για λίγο αν τα καταφέρω, μέχρι που να φύγει το καραβάκι στις πεντέμισι. Όταν φεύγει αυτό όμως και μετά, πάλι δεν μπορώ να απομακρυνθώ και πολύ από την περιοχή, γιατί αρκετές φορές με κάλεσε ο καπετάνιος να επιστρέψω, γιατί δεν του επέτρεπε ο καιρός να συνεχίσει το δικό του ταξίδι.
Θέλοντας να καλύψω κι αυτό το ενδεχόμενο λοιπόν, αναγκαστικά πια κοιμάμαι στους δρόμους όπως σας το πληροφόρησαν, γιατί νυστάζω. Αν συνεχίσω να οδηγώ νυσταγμένος όμως, το ίδιο επικίνδυνο γίνεται για μένα και το αυτοκίνητό μου.
Πέστε μου λοιπόν, πώς μπορώ να το διορθώσω αυτό, γιατί κι εγώ θέλω να κοιμάμαι στο σπίτι μου, όπως και στο κρεβάτι μου. Σε καμιά περίπτωση πάντως, δεν θέλω να συνεχίσω από εκεί και μετά πάλι να εργάζομαι, όπως επιμένει να κάνω ο επίτροπος, ή όπως επιμένει να κάνω κι ο έχων αυξημένες υποχρεώσεις, ο οποίος θέλει να τον μεταφέρω μετά από όλα αυτά ως ταξιτζής, όπου κι αν αυτός το χρειάζεται.
Ακούγοντας τα παραπάνω ο Γέροντας, έδωσε αμέσως και προς όλους εντολή, ώστε να μη με χρησιμοποιεί κανείς μετά από το νυχτερινό μου δρομολόγιο. Μετά από το πέρας της παράδοσης των εμπορευμάτων στο καραβάκι όμως, δεν μπορούσα να απομακρυνθώ από την περιοχή της Ουρανούπολης, οπότε, πάλι κοιμόμουν στο αυτοκίνητο μου, αλλά για λόγους ασφαλείας, μέσα στα χωριά και στα προαύλια των εκκλησιών.
Μετά από το τέλος των υποχρεώσεών μου δηλαδή, όπου νύσταζα κοιμόμουν κι έτσι, είχα πολλά υπαίθρια ξενοδοχεία. Έκανα και γνωριμίες όμως με τους κατοίκους της περιοχής, οπότε, με παρότρυναν να κοιμάμαι στα σπίτια τους αυτοί αντί στους δρόμους κι αυτός ήταν ο λόγος που είχα συνεχώς μαζί μου σεντόνια και κουβέρτες.
Συνόδευα και τα εμπορεύματα μερικές φορές όμως, γι’ αυτό και συχνά πυκνά επισκεπτόμουν την μονή και τους πατέρες, οι περισσότεροι των οποίων με περιέβαλαν με πολύ αγάπη κι έμπρακτα το εκδήλωναν αυτό δεδομένου ότι λεπτό δεν με άφηναν μόνο μου.
Κι όταν έτρωγα ακόμη, παραπάνω από δέκα βρισκόταν γύρω μου. Είχαν καλή ευκαιρία εκεί, ώστε να μου εξηγήσουν με την ησυχία τους προφορικά, τι ακριβώς ήταν αυτά που ζητούσαν από τον επίτροπο να τους προμηθεύσει μέσω εμού, αλλά και τις ιστορίες που εγώ τους έλεγα άκουγαν ευχαρίστως, αυτές δηλαδή που προερχόταν από την δική μου κοσμική ζωή.
Βλέποντας τους μοναχούς να τρέχουν πίσω μου, έλεγε αστειευόμενος ο Γέροντας μας, ότι σαν τον πατέρα τους με περίμεναν οι μοναχοί, ελπίζοντας να πάρουν κανένα κουλούρι κι αυτοί από την επιστροφή του ταξιδιού μου.
Ο έχων αυξημένες υποχρεώσεις όμως, θύμωνε, ή ζήλευε από την παιδιάστικη εκδήλωσή των μοναχών, γι’ αυτό και ζητούσε από τον Γέροντα να μην τους επισκέπτομαι τόσο συχνά, ή καθόλου σχεδόν, με την δικαιολογία ότι τους έκανα τα χατίρια εις βάρος των οικονομικών της μονής, γι’ αυτό κι έτρεχαν όλοι αυτοί πίσω μου.
Δεν ήταν αλήθεια βέβαια, δεδομένου ότι κανείς τους δεν ζητούσε τίποτε για τον εαυτό του κι όσα πάλι ήθελαν να τους φέρω, για την εξυπηρέτηση του διακονήματός τους το ενέκρινε, ή το απέρριπτε ο επίτροπος, ο οποίος και μου έδινε γραπτώς αυτά που ήθελε να του προμηθεύσω. Γνωρίζοντάς το αυτό ο Γέροντας, δεν μου απαγόρευε τις επισκέψεις μου, οι οποίες δεν ήταν και πολλές μέσα στον χρόνο.
Αυτά λοιπόν και την συμπεριφορά του έχοντα αυξημένες αρμοδιότητες μελετώντας μια μέρα κατά την επιστροφή μου από την Ουρανούπολη προς το σπίτι μου, θυμήθηκα την συμβουλή που μου έδωσε ένας από τους μοναχούς μας, όταν με συνόδευε σε κάποιο από τα νυχτερινά μου δρομολόγια και ήξερε την καταπίεση που ζούσα.
Για να αντέξεις την μεταξύ μας σχέση έλεγε, θα πρέπει να γίνεις κάπως σαν ανοξείδωτος. Αν σε πειράζουν οι συμπεριφορές μας και πληγώνεται εξαιτίας τους το ευαίσθητο μέρος του εαυτούς σου, κινδυνεύεις να πάθεις κάποιο ψυχικό ή σωματικό κακό, πράγμα βέβαια που κανείς από μας δεν το εύχεται.
Κι εμείς το ίδιο μ’ εσένα πάθαμε από την ώρα που βρεθήκαμε ανάμεσα σε μοναχούς και για να αποφύγουμε τα χειρότερα, κάναμε τον εαυτό μας ανοξείδωτο όπως σου είπα κι έτσι, τίποτε και κανένας δεν μπορεί να μας αναστατώσει με την συμπεριφορά του, γιατί μάθαμε αν θέλεις να την δικαιολογούμε ως απαραίτητη για την πνευματική μας πρόοδο.
Δεν ήταν εύκολο βέβαια, αλλά σιγά, σιγά και με την βοήθεια των έμπειρων τα καταφέραμε. Κάνε κι εσύ το ίδιο λοιπόν και μη σε νοιάζει τι λέει και τι κάνει αυτός που σε ταλαιπωρεί με την συμπεριφορά του. Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν επιστρέφοντας στην έδρα μου και δεν κατάλαβα, πότε έφτασα οδηγώντας μέχρι την Αρναία χωρίς να νυστάξω. Εκεί όμως, έκλειναν τα μάτια μου πια, οπότε, στάθηκα έξω από το προαύλιο της εκκλησίας κι όπως έπρεπε, ξάπλωσα να κοιμηθώ για όσο το χρειαζόμουν, αφού δεν είχα να κάνω καμιά άλλη δουλειά μετέπειτα.
Μιχάλης Αλταλίκης